Ηταν μια υγρή και σκοτεινή νύχτα… Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτή η φράση θεωρείται έως σήμερα η πιο άσχημη αρχή λογοτεχνικού έργου. Η πιο επικίνδυνη θα έπρεπε να θεωρείται. Ειδικά όταν, στην επόμενη χιτσκοκική σκηνή, χτυπάει το τηλέφωνο.
«Είμαι και λέγεσαι» ακούγεται από την άλλη άκρη της γραμμής. «Είμαι και θα σας εξαφανίσω». «Είμαι και μπορώ, γιατί είμαι και έχω».
Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Ετσι έχουν, γιατί κάποιοι (πολύ συγκεκριμένοι) τα έχουν. Μετά το «έπαιρνα δάνεια με “αέρα”» του υιού Ψυχάρη στην εξεταστική για τα ΜΜΕ και τις κομπινάρες τους, ήρθε και έτερος Καππαδόκης να προστεθεί στη λίστα των όσων διαφεντεύουν, αποφασίζουν, πληρώνουν, καλοπληρώνουν και μονοπωλούν.
Μέσα ενημέρωσης, δικαιοσύνη και εξουσιαστικές δομές. Κοινώς, ανθρώπους σε θέσεις. Υψηλές και διαβρωμένες από τον αέρα των υψιπέδων της απληστίας, ενίοτε και της ανοησίας.
Και μετά εσύ μου λες «είμαι νέος και δεν ξέρω τι θέλω». ‘Η «είμαι μεγάλος και επειδή ξέρω τι θέλω ή μάλλον επειδή έχω μια αμυδρή ανάμνηση του τι ήθελα και για τι αγωνιζόμουν, έχω πια απογοητευθεί».
Η απάντηση και στους δύο αποκαλύφθηκε μπροστά στα μάτια μου, τις προάλλες. Και πάλι στο μετρό (δεν είναι μέσο συγκοινωνίας αυτό – έδρα κοινωνικής ανθρωπολογίας είναι!).
Κάθονται απέναντί μου κυρία μιας κάποιας ηλικίας και ένα αγόρι κοντά στη δική μου ηλικία (δηλαδή νεαρός, προς όχι πολύ νέος).
Η πρώτη με λαχτάρα ανοίγει ένα βιβλίο. Το ίδιο και ο δεύτερος. Να μια γκουμούτσα η πρώτη. Ολιγοσέλιδο ο δεύτερος.
Διαβάζω: «Λένα Μαντά». Ξαναδιαβάζω: «Μίκυ Μάους»… Εχω να σας πω πως η Λενούλα κύλαγε νερό. Σε πέντε σταθμούς, δέκα σελίδες είχε διαβάσει η εν λόγω. Οσο για τ’ αγόρι, αυτός το πήγαινε πιο αργά -είναι, βλέπεις, τα κρυφά νοήματα του πολύ πολύ δημοκράτη και πολύ πολύ σοσιαλιστή Ντίσνεϊ που θέλουν μία κάποια προσοχή.
Μεταξύ Μαντά, Μάους και Μαρινάκη, κάπου χαώθηκα. Επέστρεψα, λοιπόν, σε ασφαλή εδάφη.
Τσιφόρος, «Θεογονία»: «Ο Ησίοδος έξυσε το μούσι του». Αναμφισβήτητα, η καλύτερη αρχή συγγραφικού πονήματος που έχω διαβάσει ποτέ.
Και συνεχίζει ο τρισμέγιστος: «Εξυσε λοιπόν το μούσι του ο Ησίοδος κι άρχισε να γράφει: “Εν αρχή ήτο το χάος”»…
Οχτακόσιες σελίδες βιβλίο, τα έχει πει όλα στις δύο πρώτες γραμμές. Ούτε νύχτες, ούτε υγρασίες, ούτε ντριν, ούτε «ξέρεις ποιος είμαι εγώ!».
Βλέπεις, τότε, τα παλιά τα χρόνια, άμα δεν είχες μούσι, δεν ήσουν σοφός. Τώρα, τα σύγχρονα τα χρόνια τα ωραία, άμα έχεις μούσι είσαι «ή τουρίστας ή μοντέρνος ή της καρπαζιάς”» λέει ο Τσιφόρος, ή μεγαλοπρονομιούχος μεταμεσονύκτιος τηλεφωνητής, προσθέτω εγώ.
«Τι έχεις Μαρία; Γιατί δεν διάβασες πάλι;».
«Τίποτα δεν μ’ αρέσει».
«Κανένα μάθημα;».
«Ολα είναι βλακείες, ψεύτικα».
«Δεν μπορεί, κάτι θα σου αρέσει στο σχολείο. Οι φίλες σου…».
«Δεν έχω φίλες».
«Οι καθηγητές σου;».
«Τους βαριέμαι».
«Το σινεμά, το θέατρο;».
«Τα σιχαίνομαι. Παίζουν ψεύτικα, ακόμα και στα ψέματα».
«Τα έχεις πει αυτά στη μαμά σου;»…
Η Μαρία είναι μαθήτρια γυμνασίου. Η μητέρα της παρακαλούσε την καθηγήτρια που της κάνει ιδιαίτερα, να πει ψέματα στη Μαρία πως είναι και τις Δευτέρες ανοιχτά τα μπουζούκια (ο Οικονομόπουλος συγκεκριμένα), για να μπορέσει να γυρίσει αργά που θα έβγαινε με τον φίλο της…
Κοίτα να δεις! Δεν το ‘ξερα πως, όπως και τα θέατρα, έτσι και τα μπουζούκια έχουν ρεπό τις Δευτέρες…
Βρε τι μαθαίνει κανείς, πέρα από το μετρό, και από τη νεολαία. Το πρόγραμμα του Οικονομόπουλου, μαζί και το πού πάμε!
Και επειδή, μ’ αυτά και μ’ αυτά, το ένιωσα στο πετσί μου το Μαράκι, αποφάσισα να μην αποφεύγω ασκόπως τα όποια προβλήματα (ειδικά αυτά που αρχίζουν από «Μ»).
Οχι μόνο δεν θα τους γυρίσω την πλάτη, θα κάτσω απάνω τους να τα κλωσήσω κιόλας. Και μπορεί να μην έχω φτερά στον απαυτό μου, έχει όμως ζέστη.
Και μόλις ξεπεταχτούν σε κανά μήνα, θα βγω να το φωνάξω: ιδού κύριοι το «απταυγό» σας!
Νεότερα σε 21 μέρες.
