Με την κατάθεση επιμέρους προτάσεων από συγκεκριμένες χώρες αλλά χωρίς απτό αποτέλεσμα, ολοκληρώθηκαν το βράδυ της Κυριακής οι εργασίες της άτυπης μίνι συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες για το μεταναστευτικό: ένα θέμα που συνεχίζει να διχάζει τους Ευρωπαίους ηγέτες που ζητούν με έντονο τρόπο -αλλά και με διαφορετικές μεθόδους- μία οριστική λύση.
Η μίνι σύνοδος που ουσιαστικά αποδείχθηκε άκαρπη, καθώς κάθε χώρα επέμεινε στην ήδη γνωστή τοποθέτησή της, χαρακτηρίστηκε ως «προπαρασκευαστική» με φόντο τη Σύνοδο Κορυφής (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) που ακολουθεί σε λίγες ημέρες.
Μετά το πέρας της συνόδου, η καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, έδωσε το στίγμα των συνομιλιών που προηγήθηκαν, κάνοντας λόγο για διακρατικές λύσεις όπου οι ευρωπαϊκές δεν είναι εφικτές, καθώς και για την ανάγκη συμφωνιών με άλλες χώρες καταγωγής, όπως η Λιβύη. Με τις δηλώσεις αυτές, ουσιαστικά η καγκελάριος παραδέχθηκε ότι η σύνοδος δεν κατάφερε να βρει λύσεις σε ένα ζήτημα που απειλεί άμεσα τη γερμανική κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι η Μέρκελ πιέζεται να βρει λύση μέχρι την ερχόμενη Σύνοδο Κορυφής (στις 28-29 Ιουλίου), καθώς τελεί υπό την ασφυκτική πίεση, καθώς οι Χριστιανοκοινωνιστές (ο εταίρος του συνασπισμού) ζητάει με επιτακτικό τρόπο τη λήψη αντιμεταναστευτικών μέτρων, γεγονός που θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε κατάρρευση την κυβέρνηση της Γερμανίας.
«Θέλουμε ευρωπαϊκές λύσεις όπου αυτό είναι δυνατόν. Θέλουμε διακρατικές λύσεις όπου οι ευρωπαϊκές λύσεις δεν είναι εφικτές… Θέλουμε περισσότερες συμφωνίες, σαν την συμφωνία με την Λιβύη, με άλλες χώρες καταγωγής», δήλωσε μεταξύ άλλων η καγκελάριος, προσθέτοντας ότι η εντολή της Frontex πρέπει «να επεκταθεί και να ενισχυθεί», καθώς και ότι οι πρόσφυγες «δεν μπορούν να επιλέγουν πού θέλουν να καταθέσουν αίτηση για άσυλο».
Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διεξάγει συνομιλίες με διάφορες χώρες (μεταξύ των οποίων και η Αλβανία), για τη δημιουργία κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών.
Ωστόσο, η καγκελάριος επιχείρησε να δώσει ένα αισιόδοξο μήνυμα προς τα έξω, αναφέροντας ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών υπήρξε «πολύ καλή θέληση» και «κοινές θέσεις».

Όσο για τον Έλληνα πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, σχολίασε ότι «ακούστηκαν σκέψεις κι απόψεις», ωστόσο «δεν καταλήξαμε κάπου συγκεκριμένα», αναγνωρίζοντας κι αυτός τη δυσκολία κοινής συνισταμένης στο εν λόγω ζήτημα. Όσο για το δίλημμα περί ευρωπαϊκών ή διακρατικών λύσεων, ο κ. Τσίπρας τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ του πρώτου.
Εξάλλου, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, σημείωσε ότι στη σημερινή συνάντηση απορρίφθηκαν οι λύσεις που δεν συνάδουν με τις ευρωπαϊκές αξίες και ότι όλοι συμφώνησαν να υπάρξει ενίσχυση της συνεργασίας με τρίτες χώρες προέλευσης και να βελτιωθεί ο τρόπος διαχείρισης του μεταναστευτικού στο εσωτερικό της Ε.Ε.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε ότι θα μελετήσει την ιταλική πρόταση για το μεταναστευτικό, δίνοντας κι αυτός μία νότα αισιοδοξίας καθώς σημείωσε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες βρήκαν «περισσότερες κοινές θέσεις» παρά διαφωνίες.
Ο Σάντσεθ συμπλήρωσε ότι «όλοι συμφώνησαν ότι χρειαζόμαστε ένα ευρωπαϊκό όραμα για το μεταναστευτικό».
Όσο για τον Έλληνα πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, σχολίασε ότι «ακούστηκαν σκέψεις κι απόψεις», ωστόσο «δεν καταλήξαμε κάπου συγκεκριμένα», αναγνωρίζοντας κι αυτός τη δυσκολία κοινής συνισταμένης στο εν λόγω ζήτημα. Όσο για το δίλημμα περί ευρωπαϊκών ή διακρατικών λύσεων, ο κ. Τσίπρας τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ του πρώτου.
«Γυρίζω πίσω ικανοποιημένος», δήλωσε από την πλευρά του ο Ιταλός πρωθυπουργός, Τζουζέπε Κόντε, καθώς είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει την πρόταση της χώρας του στους Ευρωπαίους.
Όπως ήταν εξαρχής γνωστό, δεν θα υπάρξει κάποιο κοινό συμπέρασμα ή ανακοίνωση από αυτή τη σύνοδο.
Η ιταλική πρόταση
Ο Ιταλός πρωθυπουργός, Τζουζέπε Κόντε δήλωσε νωρίτερα ότι στη σύνοδο θα παρουσιάσει μια «εντελώς νέα πρόταση» η οποία φέρει το όνομα «Ευρωπαϊκή πολυεπίπεδη στρατηγική για το μεταναστευτικό».
«Στόχος μας είναι να ξεπεραστεί η γαλλο-γερμανική αντίσταση», τόνισε, «και να επισπευσθεί η αλλαγή στη διαχείριση των αρχικών σταδίων του μεταναστευτικού. Η ιδέα βασίζεται στην ανάγκη να υπάρξουν ευρωπαϊκά σύνορα, ασχέτως της χώρας που εισόδου των μεταναστών. Επομένως, να τοποθετούνται όλοι, είτε έχουν δικαίωμα για άσυλο είτε όχι με συγκεκριμένες ποσοστώσεις».
Η πρότασή του συνοψίζεται στα εξής δέκα σημεία:
-Την εντατικοποίηση των σχέσεων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες καταγωγής ή διέλευσης των μεταναστών, όπως την Λιβύη και Νίγηρα.
-Την δημιουργία κέντρων προστασίας στις χώρες διέλευσης, για την αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου και την προσφορά νομικής βοήθειας στους μετανάστες, και για τους οικειοθελείς επαναπατρισμούς.
-Την ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

-Την ανάγκη να ξεπερασθεί ο Κανονισμός του Δουβλίνου, ο οποίος «δημιουργήθηκε για άλλους σκοπούς και είναι πλέον ανεπαρκής». Ο στόχος είναι να «υιοθετηθούν ευρωπαϊκά μέσα τα οποία να είναι πράγματι αποτελεσματικά», είπε.
-Την ανάγκη να ξεπερασθεί το κριτήριο πρώτης εισόδου, διότι «όποιος αποβιβάζεται στην Ιταλία αποβιβάζεται στην Ευρώπη» και πρέπει να υπογραμμισθεί και πάλι η ανάγκη να επιδειχθεί τόσο αλληλεγγύη, όσο και αίσθημα ευθύνης.
-Tην κοινή ευθύνη των χωρών μελών σε ότι αφορά τους ναυαγούς «διότι δεν μπορεί, όλο το βάρος των ευθυνών, να το σηκώνουν οι χώρες πρώτης άφιξης». Πρέπει να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ του ασφαλούς λιμένα και της χώρας αρμόδιας να εξετάσει τις αιτήσεις ασύλου.
-Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να απαντήσει με κοινές πρωτοβουλίες στο «εμπόριο ανθρώπων» και τις εγκληματικές οργανώσεις.
-Τη διαπίστωση ότι δε μπορούν να μεταφέρονται όλοι στην Ιταλία ή στην Ισπανία. Χρειάζονται ευρωπαϊκά κέντρα προστασίας σε πολλές χώρες μέλη, για την προστασία των δικαιωμάτων όσων φτάνουν στην Ευρώπη, αλλά και την τήρηση της δημόσιας τάξης.
-Την ιδέα πως σε ότι αφορά τις “δευτερογενείς μετακινήσεις προσφύγων” μέσα στις χώρες της Ένωσης, αυτές θα πρέπει να βασίζονται σε τεχνικές συμφωνίες ανάμεσα στις διάφορες χώρες.
Τέλος, η Ιταλία θεωρεί ότι «κάθε χώρα καθορίζει τον αριθμό οικονομικών μεταναστών», αλλά ότι «θα πρέπει να προσδιοριστούν τα απαιτούμενα αντίμετρα οικονομικού χαρακτήρα για τις χώρες που δεν δέχονται να φιλοξενήσουν πρόσφυγες».
Οι προτάσεις της Ελλάδας
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε τέσσερις προτάσεις για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Τσίπρας πρότεινε:
- Αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου με δίκαιη κατανομή των βαρών φιλοξενίας.
- Ενίσχυση των ευρωπαϊκών χωρών πρώτης υποδοχής.
- Στήριξη των χωρών διέλευσης και προέλευσης.
- Αντικατάσταση της Frontex από ισχυρές δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής και Συνοριοφυλακής.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός εξέφρασε τις σοβαρές επιφυλάξεις του σχετικά με τη δημιουργία κλειστών κέντρων κράτησης εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο πρωθυπουργός επισήμανε κατά την τοποθέτησή του ότι το μεταναστευτικό/προσφυγικό είναι ευρωπαϊκή πρόκληση και απαιτεί ευρωπαϊκή λύση. Μονομερείς ενέργειες υπονομεύουν την Ευρώπη, δεν οδηγούν σε λύσεις και, επίσης, ενισχύουν την αντιευρωπαϊκή και συντηρητική προσέγγιση.
Τόνισε πως πρέπει να υπάρξει πολυεπίπεδη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία, τουλάχιστον από αυτούς που ακόμη επιθυμούν η Ευρώπη να αντιμετωπίζει συλλογικά τα προβλήματά της.
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα ο κ. Τσίπρας σημείωσε πως δεν υφίστανται δευτερογενείς ροές από τη χώρα μας, καθώς έχουν μονομερώς κλείσει τα βόρεια σύνορά μας.
Αναλυτικά, οι δηλώσεις Τσίπρα μετά τη σύνοδο:
Είχαμε σήμερα την ευκαιρία να έχουμε μια ουσιαστική συζήτηση, προπαρασκευαστική της Συνόδου σε λίγες μέρες – την ερχόμενη Πέμπτη και Παρασκευή – πάνω στο κρίσιμο ζήτημα της μεταναστευτικής και προσφυγικής κρίσης. Η κρίση αυτή, όπως γνωρίζετε, δεν είναι μια συγκυριακή κρίση. Δεν είναι μια πρόσκαιρη υπόθεση. Θα την αντιμετωπίζει η Ευρώπη ενδεχομένως για πολλά χρόνια ακόμα.
Συνεπώς νομίζω ότι – και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να διατυπωθεί – το μεγάλο δίλημμα που έχουμε μπροστά μας είναι αν την κρίση αυτή θα την αντιμετωπίσουμε, ψάχνοντας ευρωπαϊκές συλλογικές λύσεις, αντιμετωπίζοντάς την δηλαδή ως ευρωπαϊκή συλλογική πρόκληση ή θα την αντιμετωπίζουμε ως μια κρίση που αφορά αυτούς στους οποίους τα συμπτώματα εμφανίζονται και άρα θα αναζητά η κάθε μια χώρα ξεχωριστά εθνικές λύσεις για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Στη σημερινή συζήτηση, καθότι και οι περισσότεροι εκ των συμμετεχόντων – όχι όλοι, αλλά οι περισσότεροι – προσανατολίζονται στην πρώτη άποψη, ότι είναι δηλαδή ευρωπαϊκή κρίση και πρέπει να αναζητηθεί ευρωπαϊκή λύση, ακούστηκαν σκέψεις, απόψεις. Δεν καταλήξαμε κάπου συγκεκριμένα, άλλωστε ήταν προπαρασκευαστική αυτή η συνάντηση. Νομίζω όμως ότι μπορώ τουλάχιστον να σας πω αυτά που από την πλευρά μας θέσαμε.
Έθεσα λοιπόν την ανάγκη να μην προβούμε, να μην προχωρήσουμε στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού αποσπασματικά. Oι μονομερείς ενέργειες σε καμία περίπτωση δε λύνουν προβλήματα, αλλά δημιουργούν ακόμη περισσότερα και ζήτησα να υπάρξει το συντομότερο δυνατό η αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, το οποίο είχε από την ίδια τη ζωή ξεπεραστεί, η αναθεώρηση του Δουβλίνου.
Ζήτησα να υπάρξει στήριξη στις χώρες πρώτης υποδοχής, στις χώρες προέλευσης και διέλευσης. Ζήτησα επίσης να προβούμε άμεσα στη συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού επιστροφών, αλλά και στην αναβάθμιση της Frontex σε ευρωπαϊκή ακτοφυλακή και συνοριοφυλακή. Εξέθεσα την άποψη ότι θα πρέπει να δούμε εξίσου σοβαρά τόσο την υπόθεση της προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων όσο και την εσωτερική και εξωτερική διάσταση της μεταναστευτικής κρίσης.
Τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει η Ευρώπη να προσανατολιστεί σε μία πολιτική διαμοιρασμού της ευθύνης, αλληλεγγύης και αλληλοστήριξης και όχι σε μια πολιτική που θα ρίχνει τα βάρη μονάχα στις χώρες εκείνες που δέχονται τις προσφυγικές ροές.
Σε ό,τι αφορά το πού θα καταλήξει αυτή η συζήτηση, επαναλαμβάνω είναι ανοιχτό. Θα γίνει το Συμβούλιο σε λίγες μέρες, όπου ενδεχομένως εκεί να έχουμε μια πρώτη εικόνα, δεδομένου – επαναλαμβάνω – ότι υπάρχουν διαφωνίες. Σε κάθε περίπτωση, εξέθεσα την άποψη ότι οι χώρες, οι οποίες συμφωνούν στο ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό συλλογικά και συντονισμένα, θα πρέπει από κοινού να προχωρήσουν σε πρωτοβουλίες πολυμερούς συνεργασίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.
Και όσες χώρες δεν συμφωνούν με αυτή την αντιμετώπιση, προφανώς και δεν μπορούν να εξαναγκαστούν, αλλά είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα βρουν μπροστά τους άλλου είδους προβλήματα και τότε, ενδεχομένως, κι αυτές να έχουν μία αντίστοιχη αντιμετώπιση από όλες τις υπόλοιπες χώρες με αυτήν που οι ίδιες σήμερα δείχνουν στο προσφυγικό πρόβλημα.
Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των δευτερογενών ροών, θέλω να διατυπώσω την άποψη, που εξέφρασα και στο εσωτερικό της Συνόδου, ότι, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ως γνωστόν, κατόπιν μονομερών ενεργειών, τα βόρεια σύνορά μας έχουνε κλείσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ως εκ τούτου εμείς θεωρούμε ότι δευτερογενείς ροές από την Ελλάδα δεν υφίστανται και, εάν υφίστανται, κάποιες θα είναι από παράνομους δρόμους, θα είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Ως εκ τούτου, δεν είναι ένα ζήτημα που εμείς θεωρούμε ότι είναι μείζον.
Θέλουμε, δεν έχουμε καμία αντίρρηση, να υπάρξει συντονισμένα η προσπάθεια για τη μείωση και των δευτερογενών ροών, αλλά πρωτίστως για εμάς αξία και σημασία έχει να εκμηδενίσουμε, ει δυνατόν, τις πρωτογενείς ροές σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας.
Διότι αντιλαμβάνεστε ότι η μείωση αυτών των παράνομων πρωτογενών ροών μπορεί να δώσει τη δυνατότητα να λειτουργήσει εποικοδομητικά και δημιουργικά αυτή η συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας, που θέλω να θυμίσω ότι δε σημαίνει ότι κλείνουμε τις πόρτες και τα παράθυρα στη νόμιμη μετανάστευση. Αντιθέτως, σημαίνει ότι κλείνουμε την πόρτα στην παράνομη δραστηριότητα των διακινητών και δίνουμε τη δυνατότητα νόμιμων ροών μέσα από τη διαδικασία του ασύλου, που βεβαίως είναι μία διαδικασία που σέβεται τις διεθνείς συνθήκες και τη διεθνή νομοθεσία.
Τελειώνοντας να επισημάνω ότι έθεσα με ιδιαίτερη έμφαση και το ζήτημα των επανενώσεων των οικογενειών και εξέφρασα την άποψη ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να δείξει ένα πρόσωπο αποκρουστικό, σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές και τις αξίες της. Ένα πρόσωπο, το οποίο, δυστυχώς, δείχνουν άλλες χώρες τούτη την εποχή, πράγμα το οποίο έχει σχολιαστεί στον διεθνή Τύπο, αλλά και αποτελεί, θα έλεγα, και μία πληγή σε ό,τι αφορά τις πανανθρώπινες αξίες, που πρέπει να διέπουν τον πολιτισμό μας.
Συνεπώς, και αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ελλάδα, καθώς αυτή τη στιγμή έχουμε έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων οικογενειών χωρισμένων, που χρήζουν επανένωσης, πρέπει να προβούμε άμεσα στις απαραίτητες διαδικασίες προκειμένου αυτό να επιτευχθεί.
Θέλω να επαναλάβω ότι σήμερα δε λάβαμε αποφάσεις. Προετοιμάσαμε το Συμβούλιο. Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλο δίλημμα, το οποίο χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε. Αυτό αφορά το εάν θέλουμε ευρωπαϊκές λύσεις σε ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα ή εάν πιστεύουμε ότι η κάθε χώρα θα πρέπει να λύσει το πρόβλημα μόνη της. Και αυτή είναι μία ιδέα την οποία έχουν ορισμένα κράτη μέλη, τα οποία πιστεύουν ότι, αν το πρόβλημα δεν είναι στην αυλή τους, δε χρειάζεται να το αντιμετωπίσουν, να το επιλύσουν και να επιδείξουν αλληλεγγύη για κοινές λύσεις. Εγώ τάσσομαι με την πρώτη ιδέα, με την πρώτη πρόταση. Νομίζω ότι όντως πρόκειται για ευρωπαϊκό πρόβλημα και πρέπει να βρούμε ευρωπαϊκές λύσεις.
Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας είναι μια δύσκολη συμφωνία, αλλά είναι αναγκαία. Εργαζόμαστε σκληρά, προκειμένου να υλοποιήσουμε τη συμφωνία αυτή. Δε θέλω να προβώ σε κάποιο σχόλιο σε σχέση με τις εκλογές στην Τουρκία. Νομίζω ότι υπάρχουν ενδείξεις για το ότι οι σημερινές εκλογές διεξήχθησαν πολύ δημοκρατικά. Αναμένουμε τα αποτελέσματα. Νομίζω ότι η τουρκική κυβέρνηση θα σεβαστεί τις δεσμεύσεις της, προκειμένου να εργαστούμε από κοινού για την επίτευξη δίκαιων και σημαντικών αποτελεσμάτων, καθώς και για την εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας».
Οι περισσότερες από αυτές τις προτάσεις είναι προτάσεις, τις οποίες έχουμε ήδη προσπαθήσει να εφαρμόσουμε. Τελικά νομίζω ότι πρέπει να καταλάβουμε πως έχουμε να διαχειριστούμε ένα πολύ δύσκολο ζήτημα, αλλά στο πλαίσιο της διεθνούς νομοθεσίας και πολύ περισσότερο στο πλαίσιο των κοινών μας αρχών και αξιών, των ανθρωπίνων αρχών και αξιών.
