Το ουζερί κεντρικής στοάς των Αθηνών μετατρέπεται σε καλοτάξιδο σκαρί και διαπλέει μπαρ και βιβλιοπωλεία της πρωτεύουσας σε καιρούς όπου μαίνονται ταραχές ενάντια στο Μνημόνιο, προτού μεταμορφωθεί σε υπερωκεάνιο κι από τη Μαντζουρία προσεγγίσει, μέσω Φινλανδίας, τη Νέα Υόρκη και τα σύμπαντα. Την οπωσούν ανορθόδοξη, πλην συναρπαστική, διαδρομή προσφέρει το καινούργιο βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου «Πλωτή πατρίδα» (εκδ. Τόπος) που παρουσιάζεται εν χορδαίς και οργάνοις απόψε στις 8 στο «Polis Art Cafe» Πεσμαζόγλου και Σταδίου 5 με ομιλητές τον γραφίστα Δημήτρη Αρβανίτη, τον καθηγητή Φιλοσοφίας Παναγιώτη Νούτσο, τον δικό μας Γιώργο Σταματόπουλο κι έναν μυστηριώδη γκεστ. Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Σταύρος Μερμήγκης και Κερασία Σαμαρά. Ιδού δήγμα γραφής:
«Το μαζύ γράφεται με ύψιλον και όχι με γιώτα. Μου το δίδαξε ο ποιητής της “Οκτάνας” όταν με νεανικό θράσος πήγα να τον διορθώσω στο τυπογραφείο […] Είναι μια φούχτα αγάπης το ύψιλον. Μια ανοιχτή αγκαλιά. Το ύψιλον φωνάζει να μοιραστούμε κι αυτό που δεν έχουμε… Τα δυο να γίνουν ένα… Από την ίδια κούπα να πιούμε. Μονάχα ο έρωτας δικαιούται να τη σπάσει όταν είναι μισογεμάτη. Το γιώτα είναι αγκάθι. Είναι εμπόδιο, είναι καρφί. Είναι σαν να τα θέλεις όλα δικά σου και να πετάς και το βέλος, κατάστηθα…».
«Οι διαδηλωτές στους δρόμους. Τα πεζοδρόμια ξεχειλισμένα, να κολυμπάει η απόγνωση. Χείλη σφιγμένα. Προπετάσματα κρότου λάμψης. […] Πέντε η ώρα που βραδιάζει. Φρεντερίκο στην Πειραιώς τι γυρεύεις; Από την Κόρντοβα στο Γκάζι; Ξεράθηκε ο ασβέστης. Μισογκρεμισμένοι οι τοίχοι. Τα παραθύρια κλειστά. Μαράθηκαν τα λουλούδια, λέριασε το λευκό σεντόνι. Νίκελ, γυαλί και οξείδιο. Η μνήμη δεν σωπαίνει. Πάσα γη τάφος. Να βγούμε από τα μνήματα, Φρεντερίκο στην Πειραιώς τι γυρεύεις; Ερείπια παντού. […] Κανόνια στραμμένα στον ουρανό, στόματα ξεδοντιασμένα. Χαμόγελα, πικρά, γαρούφαλα στην κάννη του κόσμου, όλη η θλίψη, μια λίμνη στεγνή. Φρεντερίκο στην Πειραιώς τι γυρεύεις;».
«Στη γωνιά Πανεπιστημίου και Ομήρου, απέναντι από την Τράπεζα της Ελλάδος, δίπλα στην Καθολική Εκκλησία, μια ομάδα έτρεχε αλαφιασμένη. Δυο νεαροί με μαντίλια μαύρα και μια βαριά κι ένα λοστάρι, προσπαθούσαν να σπάσουν το Γρηγόρη και το Σταμάτη. Μαζεύτηκαν γύρω απ’ τους σηματοδότες και φώναζαν εν χορώ: “Κάτω το κράτος, κάτω η εξουσία”. Ο καπετάνιος ανηφόριζε και σταμάτησε όταν τους είδε να ξεσπάνε με τόσο μένος. “Ε, τι κάνετε εκεί; Η τράπεζα είναι απέναντι. Αύριο θα τα χρειαστείτε τα φανάρια. Είστε τόσο τυφλοί;”. “Ποιο αύριο; Ηρθαν τα αύρια να διώξουν τα σήμερα” φώναξε μια κοπελίτσα συνεπαρμένη από επαναστατικό οίστρο. “Εδώ και τώρα τι γίνεται! Αντε από ’δώ, γερο-τηλεορασάκια!” Πήγε να τον σπρώξει, μα την εμπόδισε η αγέρωχη ηρεμία του και το χαμόγελό του το λίγο-πολύ συγκαταβατικό, κουνώντας το κεφάλι του».
