Οι δηλώσεις Τραμπ εναντίον των μεταναστών και η κράτηση παιδιών παράτυπων μεταναστών στις ΗΠΑ σε σιδερένια κλουβιά, η δήλωση του Βρετανού υπουργού Οικονομικών ότι μετά την «ένεση» των 25 δισ. λιρών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν περισσεύουν χρήματα για άλλους τομείς, καθώς και οι πληροφορίες μερίδας του γερμανικού τύπου, σύμφωνα με τις οποίες, εντός της εβδομάδας αναμένεται συμφωνία για το ελληνικό χρέος, συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις της ημέρας που «γράφουν» πρωτοσέλιδα στο διεθνή τύπο.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στο πρωτοσέλιδό του «Οι ΗΠΑ δεν θα γίνουν καταυλισμός μεταναστών όπως η Ευρώπη», δηλώνει ο Τραμπ και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα αναφέρεται στα όσα είπε χθες ο Αμερικανός πρόεδρος, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τον δια της βίας χωρισμό μικρών μεταναστών από τις οικογένειές τους στα σύνορα με το Μεξικό. Όπως μάλιστα γράφει η εφημερίδα, ήδη, 2.000 παιδιά έχουν χωριστεί από τους γονείς τους τις τελευταίες έξι εβδομάδες.
Οι δηλώσεις Τραμπ έγιναν λίγες μόλις ώρες μετά την φραστική επίθεσή του εναντίον της Άγκελα Μέρκελ στην οποία υποστήριξε ότι «ο γερμανικός λαός στρέφεται εναντίον της γερμανικής κυβέρνησης, καθώς το μεταναστευτικό ταρακουνά τον ήδη φορτισμένο κυβερνητικό συνασπισμό.
Οι Times από την πλευρά τους έχουν τίτλο «Δεν υπάρχουν άλλα χρήματα λέει ο Χάμοντ στο υπουργικό συμβούλιο» και στο κύριο άρθρο τονίζει ότι ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών προειδοποίησε το υπουργικό συμβούλιο, ότι δεν έχει πλέον χρήματα για άλλους τομείς, όπως η Παιδεία και η Άμυνα μετά την πίεση που δέχθηκε από την πρωθυπουργό Μέι, προκειμένου να βρει 25 δισεκατομμύρια λίρες για την ενίσχυση του καταρρέοντος Εθνικού Συστήματος Υγείας.
«Η έξοδος από το καθαρτήριο διαφαίνεται για την Ελλάδα» σχολιάζει στο κεντρικό της άρθρο η γαλλική Le Monde και τονίζει ότι μεθαύριο Πέμπτη οι υπουργοί Οικονομικών της Ε.Ε. θα συζητήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες για την έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα τον Αύγουστο. Επισημαίνει ακόμη ότι από το 2010 μέχρι σήμερα, η Αθήνα έχει λάβει περισσότερα από 300 δισ. ευρώ οικονομική αρωγή με αντάλλαγμα να προχωρήσει σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων άνευ προηγουμένου.
Στην επικείμενη έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα προσαρμογής αναφέρεται ρεπορτάζ της Süddeutsche Zeitung από τις Βρυξέλλες, όπου επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι «αυτήν την εβδομάδα αναμένεται συμφωνία για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους». Η εφημερίδα του Μονάχου βλέπει την «Αθήνα προ της εξόδου» και κάνει λόγο για μεγάλη «αποφασιστικότητα» για επίτευξη συμφωνίας, σημειώνοντας ότι «πριν από τη λήξη του τρίτου πλέον δανειακού προγράμματος στις 20 Αυγούστου, οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της ευρωζώνης θέλουν να φτάσουν οπωσδήποτε σε συμφωνία αυτήν την εβδομάδα».
Ο Γερμανός ανταποκριτής παρατηρεί ότι «μετά από οκτώ χρόνια κρίσης διαρκείας και τρία πακέτα πολλών δισεκατομμυρίων» η Ελλάδα θέλει να «τα καταφέρει πάλι με τις δικές τις δυνάμεις». Όπως εκτιμά η SZ, «οι οιωνοί δεν είναι κακοί. Η κυβέρνηση στην Αθήνα είναι στη διαδικασία να συμβάλει το μερίδιό της, υλοποιώντας τις πάνω από 80 συμφωνηθείσες προαπαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Ως αντάλλαγμα τα κράτη της ευρωζώνης θέλουν να αποφασίσουν ποιες παραχωρήσεις θα κάνουν έναντι της Ελλάδας».
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι κεντρικό ζήτημα είναι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Για αυτό το θέμα γράφει μεταξύ άλλων ότι «πρόκειται να παραταθεί η περίοδος αποπληρωμής χορηγηθέντων δανείων. Υπό συζήτηση βρίσκεται παράταση από μηδέν έως 15 χρόνια, με τη Γερμανία να κινείται μάλλον στο κάτω μέρος της κλίμακας. Οι διαπραγματευτές από το Βερολίνο έδωσαν πάντως στους υπόλοιπους να καταλάβουν ότι είναι πρόθυμοι να προβούν σε παραχωρήσεις. Στις Βρυξέλλες υπάρχει η εκτίμηση ότι τελικά ενδέχεται οι διαπραγματεύσεις να καταλήξουν στη μέση, δηλαδή περί τα επτά ή οκτώ χρόνια».
Ο γερμανικός Τύπος εστιάζει και στη σοβαρή εκκρεμότητα του προσφυγικού ζητήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η διαχείρισή του αποτελεί και θέμα κομβικής σημασίας εντός της Γερμανίας, όπου τα δύο συγκυβερνώντα αδελφά χριστιανικά κόμματα (CDU και CSU) βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης που απειλεί τη συνοχή του γερμανικού κυβερνητικού συνασπισμού γράφει η Handelsblatt. Παράλληλα επισημαίνει σε εκτενή της ανταπόκριση ότι «επιδιώκεται μια στροφή στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις 28 και 29 Ιουνίου. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ θέλει να συμφωνήσει με τα υπόλοιπα κράτη σε αυτή τη συνάντηση ως προς τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά μια (κοινής) ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου.
Πάντως φαίνεται επίσης πιθανό να συμβεί το αντίθετο και οι επικεφαλής των κυβερνήσεων να έρθουν σε ρήξη. Προκειμένου να αποτραπεί αυτό ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ θα είναι αυτήν την εβδομάδα καθ οδόν. Ο ίδιος θέλει σε όσο το δυνατόν περισσότερες συνομιλίες να σταθμίσει τις δυνατότητες εξεύρεσης πιθανών συμβιβασμών». Εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην περίπτωση της Ελλάδας, η οικονομική εφημερίδα του Ντίσελντορφ τονίζει ότι «το κυριότερο για την Ελλάδα» είναι η εξεύρεση μιας «βιώσιμης λύσης».
Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ τέλος, η εφημερίδα New York Times γράφει στο πρωτοσέλιδό της : «Ο Τράμπ αντιστέκεται στην αυξανόμενη οργή για τους χωρισμούς” και στο κύριο άρθρο τονίζει ότι, τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος, όσο και δυο στελέχη της κυβέρνησής του υπεραμύνθηκαν της μεταναστευτικής πολιτικής τους και ειδικότερα του νόμου που προβλέπει τον χωρισμό των παιδιών παράτυπων μεταναστών από τις οικογένειές τους, μετά τις έντονες επικρίσεις που δέχθηκε, όχι μόνο από Δημοκρατικούς, αλλά και από Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές.
