«Η ποιότητα χωρίς αποτελέσματα είναι ανούσια, τα αποτελέσματα χωρίς ποιότητα είναι βαρετά» (Γιόχαν Κρόιφ)
Σε αυτό που είναι δύσκολο να διαφωνήσουν πολλοί είναι το συμπέρασμα πως τα Μουντιάλ αποτελούν έναν πολύ καλό καθρέφτη του επιπέδου του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, την εκάστοτε εποχιακή συγκυρία. Παρατηρώντας κάποιος τους πρώτους αγώνες του Μουντιάλ της Ρωσίας καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με το είδος του ποδοσφαίρου που παίζεται.
Η Lady Hope θεωρεί πως πλέον δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις περισσότερες ομάδες, δίχως η ίδια να διακατέχεται από κάποια επιτηδευμένη εξισωτική προδιάθεση. Αν είσαι μία θεωρητικά αδύναμη ομάδα φαίνεται πως με καλή φυσική κατάσταση, με τακτική προσήλωση σε ολόκληρο το ενενηντάλεπτο, με έναν καλό τερματοφύλακα, λίγη τύχη, και με μία συνέπεια στο να μπορείς να αυξάνεις το χρόνο κατοχής της μπάλας όσο περισσότερο μπορείς (άρα και να διασφαλίζεις μία σειρά πλεονεκτημάτων, όπως το να αποφορτίζεσαι εσύ και να υποχρεώνεις τους αντιπάλους στο να έχουν το νου τους και στα δικά τους μετόπισθεν), είσαι πολύ κοντά στο να πάρεις αποτέλεσμα. Ή -τέλος πάντων- να αποφύγεις στα σίγουρα δυσάρεστες καταστάσεις που θα λειτουργούσαν φθαρτικά για το μέλλον σου.
Παλιότερα η φυσική κατάσταση και η οργάνωση του παιχνιδιού με σχετικά εκσυγχρονισμένες λογικές ήταν δύο ευδιάκριτα προνόμια λίγων εθνικών ομάδων. Και από αυτές ξεχώριζαν και προχώραγαν όσες διέθεταν μεγαλύτερη ατομική ποιότητα. Σήμερα η τεχνική έχει οπισθοχωρήσει σε μεγάλο ποσοστό ως προς τα βασικά ζητούμενα των προπονητών, αν και παραμένει βασικός και σταθερός πόθος των ποδοσφαιρόφιλων. Όμως, η φυσική κατάσταση δουλεύεται από σχεδόν όλους πια, και η τακτική προσέγγιση τείνει προς την ενίσχυση του κρατήματος θέσεων και της αποδυνάμωσης των επιθετικών πρωτοβουλιών του αντιπάλου (με βασικό όχημα τον περιορισμό των ελεύθερων χώρων).
Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο ο χώρος είναι το μαγικό κλειδί, που είτε θα σου επιτρέψει να γευτείς τους καρπούς της όποιας προσπάθειας σου ή θα σε ρίξει στο καναβάτσο του ανταγωνισμού. Αλλιώς, με έντονο το άγχος και την εφίδρωση, θα ψάχνεις το λάθος του αντιπάλου (ως υπο-προϊόν του δικού του Γολγοθά…), την ατομική ενέργεια, τυχόν ψυχολογικές παραμέτρους που θα αλλάζουν τις εσωτερικές ισορροπίες των μονάδων, κάποια διαιτητική εύνοια…
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ποδοσφαιρόφιλοι που έχουν παρακολουθήσει πολλά προηγούμενα Μουντιάλ θεωρούν πως οι ποδοσφαιριστές παλιότερων εποχών ήταν πιο ντελικάτοι, πιο τεχνίτες, πιο «ποδοσφαιρόφατσες». H Lady Hope δεν έχει λόγους να αμφισβητήσει ολικά αυτές τις σκέψεις, εξάλλου η ίδια πιστεύει πως παλιότερα βλέπαμε ποδοσφαιριστές, ενώ τώρα αθλητές που εξοικειώνονται με τις νέες ποδοσφαιρικές αναγκαιότητες.
Όμως, αν παίρναμε ένα σημερινό πολύ καλό ποδοσφαιριστή και τον βάζαμε να παίξει σε έναν αγώνα του Μουντιάλ του 1982 ή ακόμα και του 1986, ενδεχομένως να μας φαινόταν «πυραυλοκίνητος» (όπως φαίνονταν αναλογικά οι παίκτες της ΕΣΣΔ του Βαλερί Λομπανόφσκι το 1986 φερ΄ειπείν).
Από το 1990 για πολλούς το ποδόσφαιρο μπήκε σε μία άλλη λογική, αλλά το Μουντιάλ του 2018 μάλλον είναι το πιο τρανό παράδειγμα για το τι σημαίνει ποδοσφαιρικό και τι αθλητικό γεγονός… Η ποιότητα έχει σφιχταγκαλιαστεί πλέον με τα καλά τρεξίματα και τις τακτικές (αλχημείες ή μαεστρίες, δεν έχει τόση σημασία)…, και λιγότερο με τα τολμηρά σουτ, τις διαρκείς πολύμορφες επιθετικές απειλές, τις ωραίες ντρίμπλες και τους φαντασμαγορικούς συνδυασμούς εναλλαγής της μπάλας.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως είναι απογοητευτικό αυτό που βλέπουμε στα γήπεδα της Ρωσίας, ούτε πως λείπουν εντελώς οι ωραίες στιγμές. Ούτε και πως δεν θα αποκτήσουμε -όσο προχωράει η διοργάνωση προς τα καταληκτικά της στάδια- παραστάσεις που θα μας μείνουν αξέχαστες… To ποδόσφαιρο μας ζητάει, απλώς, να συμφιλιωθούμε με την ενεστωτική «ενδυμασία» του… Μπορούμε;
