Το φετινό, 71ο Φεστιβάλ Κανών, «το πρώτο της νέας δεκαετίας του» όπως επισήμανε στην έναρξη ο πρόεδρος Πιερ Λεσκίρ, ήταν σαφέστατα το πιο πολιτικό εδώ και πολλά χρόνια, ίσως, ακόμα, από εκείνο το Φεστιβάλ του 1968 που διακόπηκε ως ένδειξη συμπαράστασης στις εργατικές απεργίες κι έναν κόσμο που, τότε, άλλαζε.
Με πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής την Κέιτ Μπλάνσετ και ισάριθμες γυναίκες και άνδρες μέλη (τις Κρίστεν Στιούαρτ, Λεά Σεντού, Εϊβα ΝτιΒερνέ και Κάτζα Νιν, δίπλα στους Ντενί Βιλνέβ, Τσανγκ Τσεν, Ρομπέρ Γκεντιγκιάν και Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ), η φετινή διοργάνωση, από την αρχή ώς και τα βραβεία της, φρόντισε να εκφράζεται σθεναρά υπέρ της ισότητας της γυναίκας στον επαγγελματικό χώρο, κατά της παρενόχλησης, να υπογραμμίζει τον αγώνα των ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο για δημοκρατία, ελευθερία, αξιοπρέπεια, να αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όχι μόνο οι ενήλικες, αλλά και τα παιδιά, για την απόλυτη επιβίωσή τους.
Αυτή τη στρατηγική η Επιτροπή εξέφρασε και με τα βραβεία της, πετυχαίνοντας κάτι εξαιρετικά δύσκολο, να τιμήσει δημιουργούς και ταινίες με πολιτικό λόγο, χωρίς να κάνει καλλιτεχνικές εκπτώσεις, μοιράζοντας, δηλαδή, τα βραβεία της στα φιλμ που πράγματι συγκέντρωσαν τον θαυμασμό κριτικής και κοινού το δεκαήμερο που προηγήθηκε. «Θελήσαμε ν’ αναδείξουμε» είπε η Κέιτ Μπλάνσετ, «τις ταινίες που τραβούν τα φώτα πάνω σ’ όσα προβλήματα των καιρών μας φαίνονται και σ’ όσους ανθρώπους μένουν αφανείς», αναφέροντας και την απουσία δύο σπουδαίων σκηνοθετών που συμμετείχαν στο Διαγωνιστικό και που βρίσκονται σε κατ’ οίκον περιορισμό, τον Ιρανό Τζαφάρ Παναχί και τον Ρώσο Κιρίλ Σερεμπρένικοφ.
Αλλωστε, το ηχηρότερο κατηγορώ της βραδιάς δόθηκε εκτός βραβείων, από την ηθοποιό Εϊζια Αρτζέντο που, στη σκηνή για ν’ απονείμει το βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας, με την Εϊβα ΝτιΒερνέ στο πλευρό της και με το σταθερό βλέμμα της Μπλάνσετ πάνω της, μίλησε στους λαμπερούς καλεσμένους που την κοιτούσαν ακίνητοι: «Το 1997 βιάστηκα από τον Χάρβεϊ Γουάινστιν, εδώ, στις Κάνες. Ημουν 21 ετών. Αυτό το φεστιβάλ ήταν για εκείνον τόπος κυνηγιού. Θέλω να κάνω μια πρόβλεψη.
Ο Χάρβεϊ Γουάινστιν δεν θα είναι καλοδεχούμενος ποτέ ξανά εδώ. Θα ζήσει ατιμασμένος, απαρνημένος από μια κοινότητα κινηματογραφιστών που κάποτε τον αγκάλιασε και κάλυψε τα εγκλήματά του. Κι ακόμη κι απόψε ανάμεσά σας, υπάρχουν αρκετοί που δεν έχουν δώσει λόγο για τη συμπεριφορά τους απέναντι στις γυναίκες, για συμπεριφορές που δεν ταιριάζουν σε αυτή τη βιομηχανία. Ξέρετε ποιοι είστε. Ακόμα σημαντικότερο, ξέρουμε εμείς ποιοι είστε. Και δεν θα σας επιτρέψουμε να τη γλιτώσετε δίχως συνέπειες για περισσότερο καιρό».
Τον Χρυσό Φοίνικα του 71ου Φεστιβάλ Κανών κέρδισε δίκαια (και με ομόφωνη απόφαση), ο Ιάπωνας μετρ Χιροκάζου Κόρε-Εντα, με το «Shoplifters», μια από τις καλύτερες ταινίες του στο δικό του, γνώριμο, χαμηλών τόνων, ανθρωπιστικό ύφος, με θέμα την «κατ’ επιλογήν» οικογένεια και το πού χωρά η ηθική στον αγώνα για επιβίωση. Με πολλές συμμετοχές στις Κάνες, ο Κόρε-Εντα είχε κερδίσει το 2013 το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για το «Like Father, Like Son».
Παραλαμβάνοντας τον Χρυσό Φοίνικα, ο σκηνοθέτης δήλωσε: «Κάθε φορά που έρχομαι στις Κάνες παίρνω κουράγιο, νιώθω την ελπίδα. Την ελπίδα ότι χώρες που είναι εχθροί μπορούν να συμφιλιωθούν μέσα από τις ταινίες. Αφιερώνω το βραβείο στους νέους σκηνοθέτες που ξεκινούν τώρα και που θα μας χαρίσουν τόσες όμορφες ταινίες στο μέλλον».
Το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής κέρδισε ο Σπάικ Λι με το «BlacKkKlansman», τη θαυμάσια πολιτική κωμωδία του που καταγγέλλει τον ρατσισμό στην Αμερική, βασιζόμενη στην πραγματική ιστορία ενός μαύρου αστυνομικού που διείσδυσε το ’80 στην Κου Κλουξ Κλαν. «Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ξέρω τι συμβαίνει στην Αμερική, αλλά δεν το καταλαβαίνω. Το όραμά μου για τον κόσμο; Οτι όλοι αγαπάμε τις ταινίες!»
Η «Καπερναούμ» της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπακί απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής, ένα μάλλον επιτηδευμένο, συναισθηματικά εκβιαστικό, αλλά σκηνοθετικά φιλόδοξο μελόδραμα για τα απροστάτευτα παιδιά. «Η παιδική ηλικία χωρίς αγάπη βρίσκεται στην καρδιά κάθε Κακού σ’ αυτόν τον κόσμο», δήλωσε η Λαμπακί και αφιέρωσε το βραβείο της στον Λίβανο που, «παρ’ όλα αυτά για τα οποία μπορείτε να τον κατηγορήσετε, φιλοξενεί τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο».
Στα Βραβεία Ερμηνείας διακρίθηκε ο Ιταλός πρωταγωνιστής του «Dogman» του Ματέο Γκαρόνε, ο γλυκύτατος Μαρτσέλο Φόντε και η σαρωτική Σαμάλ Γεσλιαμόβα από το Καζακστάν, που σήκωσε στους ώμους της ολόκληρο το «Ayka» του Σεργκέι Ντβορτσεβόι, ενώ το Βραβείο Σεναρίου απονεμήθηκε εξ ημισείας στο «Lazzaro Felice» της Ιταλίδας Αλίτσε Ρορβάκερ και στα «Τρία Πρόσωπα» του Τζαφάρ Παναχί.
Εκπροσωπώντας τον αποκλεισμένο στο Ιράν Παναχί, το βραβείο παρέλαβε η κόρη του, μεταφέροντας τα ευχαριστώ του σκηνοθέτη και το μήνυμά του: «Εάν ζούσε ακόμα ο δάσκαλος Αμπάς Κιαροστάμι, απόψε θα βλέπαμε μαζί τα βραβεία στην Τεχεράνη».
Ο Πάβελ Παβλικόφσκι τιμήθηκε με το Βραβείο Σκηνοθεσίας για τον «Ψυχρό Πόλεμο», ένα αριστουργηματικό, εστέτ αλλά βαθιά πολιτικό και συναισθηματικό, ρομαντικό μελόδραμα στην Πολωνία του ’50. Ο Παβλικόφσκι αφιέρωσε το βραβείο του στους πρωταγωνιστές του που, με δική του ομολογία, ταλαιπώρησε φρικτά, αλλά και στον μέντορά του, τον Πολωνό συγγραφέα Γιάνους Γκλοβάκι που έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο.
Το εκπληκτικό ντεμπούτο του Βέλγου Λουκάς Ντοντ, «Girl», ένα συναρπαστικό και γοητευτικά συγκρατημένο δράμα για τη Λορά, ένα αγόρι που θέλει να γίνει κορίτσι και μπαλαρίνα, τιμήθηκε με τη Χρυσή Κάμερα. Ο συγκινημένος Ντοντ ευχαρίστησε τη γυναίκα που ενέπνευσε την ιστορία της ταινίας και τον 15χρονο πρωταγωνιστή του, που ανέβηκε μαζί του στη σκηνή, τον χορευτή Βίκτορ Πόλστερ. «Σας ευχαριστώ που μας τιμήσατε μ’ ένα βραβείο χωρίς προσδιορισμό φύλου», είπε ο Ντοντ στην Κριτική Επιτροπή.
Τέλος, στον 87χρονο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, που συμμετείχε (και) φέτος στο Διαγωνιστικό Τμήμα με το «Βιβλίο της Εικόνας» του, απονεμήθηκε ένας Τιμητικός Χρυσός Φοίνικας που, φυσικά, παρέλαβε ο παραγωγός του, μια και ο ίδιος ήταν απών, όπως συνηθίζει.
