Πώς απαντούμε στην ερώτηση: αποκαλείτε ακόμη «Πανεπιστήμια» τα ιδρύματα της «τριτοβάθμιας» εκπαίδευσης; Το «Universitas» διατηρεί ακόμη το όνομά του και τη φήμη του. Πέρασε, βέβαια, όλες τις αναταράξεις του «postmodern University» με επίκεντρο τις αγγλοσαξονικές χώρες. Ετσι αντιμετωπίζει δραστικότερα το δίλημμα: «επιστημονική εξειδίκευση» ή «επαγγελματική κατάρτιση», σε συνδυασμό με τον αριθμό των εισακτέων και την επαγγελματική τους αποκατάσταση.
Ταυτόχρονα, διακρίνει τις ευκαιρίες μιας επιπλέον χρηματοδότησης των λειτουργιών του, αλλά και τον κίνδυνο να μετατραπεί σε ετεροχρηματοδοτούμενο κέντρο «μελετών». Και τούτο σε μια εδραιωμένη κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική, που εξωθεί τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Με την επιβολή, δηλαδή, «πακέτων αξιολόγησης», που αφήνουν απ’ έξω τις υποχρεώσεις του κράτους προς τα δημόσια Πανεπιστήμια, σύμφωνα με το «Joint Committee on Standards for Educational Evaluation», που έστησαν το 1981 οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Από την άλλη πλευρά, η θέσπιση μεταπτυχιακών σπουδών συνεπέφερε τη μεγιστοποίηση της ερευνητικής παρουσίας, γεγονός που διαφοροποίησε σημαντικά τη λειτουργία των Πανεπιστημίων ως φυτωρίων των εκπαιδευτικών και των μεσαίων στελεχών της παραγωγής. Εχω κάποια χρόνια που είμαι «συνταξιούχος», χωρίς πάντως να υποστείλω το ενδιαφέρον μου για το παρόν και το μέλλον του Πανεπιστημίου.
Ετσι, παρατηρώ ορισμένες αλλαγές στη γνωστή, έως λίγο νωρίτερα, καθηγεσία. Δηλαδή, μια αύξουσα συντηρητικοποίηση των φορέων της και μια υποβάθμιση των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, προς όφελος των «θετικών» και της πληροφορικής. Εστω κι έτσι, ενθαρρύνονται πρωτοβουλίες αμφισβήτησης των γιγαντιαίων ομοιόμορφων σχημάτων συμπεριφοράς, με παραδείγματα την ενίσχυση της χειραφετητικής οικολογικής σκευής και την εκ νέου ανάξεση του προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα (και τις εσωτερικές τους «ιδιαιτερότητες»).
Κυρίως με την ανανεωμένη υπεράσπιση της «ηθικής της αντικειμενικότητας», τόσο για τις ανάγκες του εργάσιμου όσο και του διαθέσιμου χρόνου. ‘Η τόσο για την κατανόηση της υπάρχουσας κοινωνίας όσο και για την ψηλάφηση και τον σχεδιασμό μιας διαφορετικής απ’ αυτήν.
Για τούτο, ο πανεπιστημιακός θεσμός είναι ό,τι κάθε φορά σφυρηλατεί την ιδιοσυστασία του μέσα από τις αντιστάσεις στις κρατικές πιέσεις και διεμβολές. Οταν, δηλαδή, μεριμνά για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας και φροντίζει για τη θεματολογική και μεθοδολογική ανανέωση των επιστημών. Επιπλέον, τώρα αναζητά τον ομφάλιο λώρο με τον αναδιατασσόμενο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και επαυξάνει τη συμβολή του στην ανασύνθεση συνιστωσών των νοοτροπιών.
Δεν μπορώ, όμως, παρά να υπομνήσω ότι, σε πολλούς από εμάς, θέση αιχμής (και όχι στάση οπισθοφυλακής) είναι ότι η πανεπιστημιακή παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό, που προσφέρεται, σύμφωνα με την επιταγή των ισχυόντων ακόμη Συνταγμάτων, δωρεάν.
Συνακόλουθα, η αυτοτέλεια του Πανεπιστημίου κατανοείται ως λειτουργική, εκπαιδευτική και ερευνητική αυτονομία, που αποκρούει τόσο τις κρατικές πιέσεις όσο και τις διεμβολές που πολλαπλασιάζει ο κερδώος Ερμής της αγοράς.
Είναι επίσης αναγκαίο το Πανεπιστήμιο να διατηρήσει και να διευρύνει την ιδιοσυστασία του ως πνευματικό ίδρυμα, στους κόλπους του οποίου θα (ανα)παράγεται η γνώση με τρόπο (αυτό)κριτικό χωρίς να εξαντλείται στον στενό ορίζοντα της επαγγελματικής κατάρτισης, έτσι ώστε να συντείνει στη διαμόρφωση υπεύθυνων όντων με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση.
Σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης παρατηρούνται κάποτε θεσμικές προχειρότητες πολλαπλών συνεκτιμήσεων, παρά την υπόσχεση τήρησης «αυστηρά ακαδημαϊκών κριτηρίων». Για παράδειγμα, η διαφαινόμενη μετεξέλιξη ενός πανεπιστημιακού τμήματος της επαρχίας.
Προηγήθηκε η εξαγγελία για τη «διάλυσή» του, ακολούθησε η υπόσχεση «κατάτμησης» και μετατροπής ενός από τους τρεις τομείς του σε αυθύπαρκτο Τμήμα, μεσολάβησε η υπαναχώρηση να διατηρηθεί η αρχική υπόσταση, παρά την ίδρυση ενός άλλου αυτοτελούς Τμήματος, πέραν αυτού. Μόνο που οι δίοδοι επικοινωνίας ανάμεσα στο υπό «διάλυση» και στο νεότευκτο Τμήμα είναι τέτοιες, που υπόσχονται την «κατάργηση» ή έστω την παράκαμψη της ισχύουσας έως τώρα νομοθεσίας.
Δηλαδή, θα επιτευχθεί μια «ακαριαία» μετακίνηση όλων των μελών ΔΕΠ και όχι του Τομέα (αν υπάρξει μια τέτοια «επιθυμία», «ειδικά» γι’ αυτούς) χωρίς τη γνώμη του Τμήματος από το οποίο θα αποχωρήσουν και προφανώς χωρίς να υπάρξει η συναίνεση του υπό σύσταση του Τμήματος -αυτό θα το αντικαταστήσει η Σύγκλητος του Ιδρύματος με απλή πλειοψηφία των μελών της, αν και κανένας τους βέβαια δεν είναι αρμόδιος επιστημονικά γι’ αυτήν την απόφαση.
Επιπλέον, παρακάμπτονται οι ισχύουσες ανά τη χώρα (βλ. την εφαρμογή τους στην πρωτεύουσα) προϋποθέσεις για τις μετακινήσεις («καθηγητές» μόνο, πενταετία κ.λπ.). Τούτο συνιστά μέρος «αναπτυξιακού σχεδίου», όταν ταυτόχρονα ένα Τμήμα θα τελεί υπό διάλυση και ένα άλλο υπό συγκρότηση;
Πώς θα έκρινε ένας «ιστορικός της επιστήμης» μια τέτοια «ειδική» πρακτική που δεν λαμβάνει υπόψη τόσο το «αναγκαίο» όσο και το «εφικτό», όταν ό,τι διαφημίζεται να γίνει με «ξένα κόλλυβα» που κινδυνεύουν να στερέψουν, αν τουλάχιστον για δύο «μετακινούμενους» δεν εξασφαλίζεται μια νέα προκήρυξη θέσης ΔΕΠ στο Τμήμα προέλευσης;
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας Παν. Ιωαννίνων
