ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εφη Φωκά*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον Νοέμβριο του 2017 η ελληνική κυβέρνηση προανήγγειλε ένα νομοσχέδιο για τον περιορισμό της δικαιοδοσίας των ισλαμικών δικαστηρίων στη Δυτική Θράκη.

Τον Δεκέμβριο του 2017 είχε οριστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) η εκδίκαση της υπόθεσης Molla Sali κατά Ελλάδας.

Στην υπόθεση αυτή μια γυναίκα υποστήριξε ότι η εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου, της σαρίας, αντί για το αστικό δίκαιο με βάση το οποίο είχε συντάξει τη διαθήκη κληρονομιάς ακίνητης περιουσίας ο σύζυγός της, αποτελούσε διάκριση με βάση το θρήσκευμα (οι κληρονομικές υποθέσεις όλων των Ελλήνων μη μουσουλμάνων κρίνονται, βέβαια, αποκλειστικά με βάση το αστικό δίκαιο).

Πρόκειται για ένα ζήτημα σχετικά με το οποίο έγιναν πολύ λίγα και πολύ αργά, με το ελληνικό δίκαιο να μην ανταποκρίνεται επαρκώς και να ακολουθεί με καθυστέρηση τις εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στο ΕΔΑΔ.

Ο νέος νόμος (4511/2018) δεν πρόκειται να απαλλάξει το ελληνικό κράτος από καταδικαστική απόφαση (το ΕΔΑΔ δεν έχει εκδώσει ακόμα την απόφασή του).

Aκόμα πιο σημαντικό είναι ότι ο νόμος αυτός δεν καταργεί τη λειτουργία των ισλαμικών δικαστηρίων στο πλαίσιο εφαρμογής της σαρίας στη Θράκη. 

Στην περίπτωση της διδασκαλίας των Θρησκευτικών στα ελληνικά δημόσια σχολεία, εντοπίζεται ακόμα ένα παράδειγμα όπου οι εξελίξεις γύρω από τις θρησκευτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα ακολουθούν με καθυστέρηση τις εξελίξεις που σημειώνονται στο ΕΔΑΔ.

Μέσω των αποφάσεων που έχει εκδώσει για άλλα ευρωπαϊκά κράτη, το ΕΔΑΔ έχει καταστήσει σαφές ότι κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να παρέχει ομολογιακή θρησκευτική εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία, με την προϋπόθεση ότι δίνεται η δυνατότητα οι μαθητές να εξαιρεθούν από το εν λόγω μάθημα. Εάν το εκπαιδευτικό σύστημα, από την άλλη, δεν παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης, τότε το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να είναι μη ομολογιακό.

Το Δικαστήριο έχει, επίσης, αποφανθεί ρητώς ότι το κράτος δεν έχει δικαίωμα να ζητά από τους πολίτες του να αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή την απουσία αυτών σε οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο. 

Με βάση τα ανωτέρω, το ελληνικό κράτος εδώ και αρκετό καιρό παραβιάζει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σε δύο σημεία.

Πρώτον, η θρησκευτική εκπαίδευση που παρέχει έχει ομολογιακό χαρακτήρα, αλλά μόνο οι μαθητές που ανήκουν σε κάποια θρησκευτική μειονότητα δικαιούνται να εξαιρεθούν από το μάθημα των θρησκευτικών. Και για να εξαιρεθούν απαιτείται υπεύθυνη δήλωση εκ μέρους τους για τη μειονοτική θρησκευτική τους πίστη.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) κλήθηκε να αποφανθεί ως προς το ζήτημα αυτό τον Σεπτέμβριο του 2017 στην υπόθεση Παπαγεωργίου και άλλοι: οι γονείς δύο μαθητών ζήτησαν να εξεταστεί το θέμα ως επείγον, ώστε οι εν λόγω μαθητές να μπορέσουν να εξαιρεθούν από το υποχρεωτικό μάθημα των Θρησκευτικών, παρόλο που δεν ανήκαν σε κάποια θρησκευτική μειονότητα.

Το ΣτΕ όρισε αρχικά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 12 Οκτωβρίου του 2017.

Στη συνέχεια την ανέβαλε διαδοχικά για τις 9 Νοεμβρίου, για τις 14 Δεκεμβρίου και για τις 8 Φεβρουαρίου του 2018.

Οι γονείς κατέφυγαν, έτσι, στο ΕΔΑΔ, μπορώντας πλέον να προβάλουν την αξίωση ότι είχαν εξαντλήσει όλα τα εθνικά ένδικα μέσα, καθώς το ανώτατο δικαστήριο της Ελλάδας δεν εκδίκασε την υπόθεση εγκαίρως ώστε να κριθεί εάν τελικά θα εξαιρεθούν οι μαθητές αυτοί από το μάθημα των Θρησκευτικών.

Στα τέλη Μαρτίου, το ΣτΕ όρισε νέα ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης την 4η Μαΐου του 2018, ενώ μερικές μέρες αργότερα το ΕΔΑΔ αποδέχτηκε επίσημα να εκδικάσει την υπόθεση. (Σημειωτέον ότι στις αρχές Μαΐου η εκδίκαση της υπόθεσης πήρε εκ νέου αναβολή μέχρι τον Ιούνιο.) Πολύ λίγα, πολύ αργά, για άλλη μια φορά…

Το ΕΔΑΔ θα προχωρήσει σε εκδίκαση της υπόθεσης, ανεξάρτητα από το τι πρόκειται να αποφασίσει το ΣτΕ.

Με την ενέργειά του αυτή, μάλιστα, πρόκειται να γράψει ιστορία στο πεδίο της θρησκευτικής εκπαίδευσης, αλλά και να δημιουργήσει αναβρασμό στην Ελλάδα.

Η παραπάνω αναφορά σε «αναβρασμό» δεν αποτελεί υπερβολή, καθώς, στο μεταξύ, η συζήτηση σε εθνικό επίπεδο γύρω από το ζήτημα της διδασκαλίας των Θρησκευτικών στα σχολεία εκφυλίζεται όλο και περισσότερο. 

Η ίδια ακριβώς θρησκευτική διδασκαλία, η οποία αμφισβητήθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου και άλλοι ως παραβίαση της ελευθερίας της σκέψης και της θρησκευτικής συνείδησης, κρίθηκε από δύο πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ -σε προσφυγή που έκανε ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ- ότι παραβιάζει το ελληνικό Σύνταγμα λόγω του ανεπαρκούς ομολογιακού χαρακτήρα της.

Ολα τα παραπάνω βρίσκονται, δυστυχώς, σε πλήρη συμφωνία με την ιστορία που έχει γράψει έως τώρα η Ελλάδα στο ΕΔΑΔ σε ζητήματα θρησκείας.

Η υπόθεση Κοκκινάκης κατά Ελλάδας (1993) αποτέλεσε την πρώτη υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο εντόπισε παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας.

Αποτελεί υπόθεση-ορόσημο, η οποία άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για να αναλάβει στο εξής το ΕΔΑΔ έναν ισχυρό ρόλο στο πεδίο των θρησκευτικών ελευθεριών στα 47 κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Σήμερα, σχεδόν 20% όλων των υποθέσεων παραβίασης θρησκευτικών ελευθεριών είναι κατά της Ελλάδας.

Οι θρησκευτικές μειονότητες στην Ελλάδα σήμερα σπάνια βιώνουν προβλήματα όπως αυτά που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Μ. Κοκκινάκης, μάρτυρας του Ιεχωβά, ο οποίος είχε συλληφθεί πάνω από 60 φορές με την κατηγορία του προσηλυτισμού.

Το γεγονός, όμως, ότι ο νόμος του Μεταξά (N. 1363/1938 και Ν. 1672/1939), ο οποίος απαγορεύει τον προσηλυτισμό, βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, έστω κι αν δεν εφαρμόζεται σε μεγάλο βαθμό, αποτελεί ακόμα πρόβλημα.

Το ίδιο και οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που χρονολογούνται από το 1951 για τη βλασφημία και την καθύβριση θρησκευμάτων (βλέπε υπόθεση «Γέρων Παστίτσιος», διακοπή στο Χυτήριο της παράστασης Corpus Christi…). Oι θρησκευτικές μειονότητες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν και σήμερα σημαντικές δυσκολίες που προκύπτουν από τις ανισότητες στη νομική τους υπόσταση ως θρησκευτικών ομάδων.

Θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι το ελληνικό κράτος δεν θα συνεχίσει στο μέλλον να προσφέρει πολύ λίγα και πολύ αργά σε τέτοια ζητήματα.

Αυτά και άλλα ζητήματα ερευνώνται στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Grassrootsmobilise, που φιλοξενείται από το ΕΛΙΑΜΕΠ.