Ελεύθερα θα κυκλοφορούν στην ελληνική επικράτεια όσοι πρόσφυγες έρχονται από εδώ και στο εξής στα νησιά και υποβάλλουν αίτημα ασύλου, όπως αποφάσισε χτες το Δ’ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν προσφυγής της οργάνωσης Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και των Δικηγορικών Συλλόγων των 6 νησιών στα οποία λειτουργούν Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η απόφαση της διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου που επέβαλλε γεωγραφικό περιορισμό των νεοεισερχόμενων στα νησιά.
Η απόφαση δεν έχει αναδρομική ισχύ, δεν εφαρμόζεται δηλαδή για όσους έφτασαν στα νησιά από τις 20 Μαρτίου 2016 μέχρι την απόφαση του ΣτΕ.
Η απόφαση φαίνεται πως αιφνιδίασε ως προς τον χρόνο της έκδοσής της όσο και ως προς το περιεχόμενό της, καθώς ανατρέπει έναν κεντρικό άξονα της προσφυγικής πολιτικής όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ε.Ε.
Η πρώτη αντίδραση από την πλευρά του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής ήταν στάση αναμονής για να μελετηθεί το σκεπτικό της απόφασης και οι συνέπειές της.
Υψηλόβαθμα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποστήριζαν σθεναρά τον γεωγραφικό περιορισμό, ενώ ο πρώην υπουργός Γιάννης Μουζάλας ισχυριζόταν ότι η κατάργησή του θέτει σε άμεσο κίνδυνο την εφαρμογή της ευρωτουρκικής συμφωνίας. Μένει να φανεί αν θα βρουν αντίκρισμα οι εκτιμήσεις αυτές ή αν θα βρεθεί τρόπος να παρακαμφθεί το εμπόδιο.
Το σκεπτικό
Οι δικαστές έκριναν κατά πλειοψηφία ότι ο περιορισμός της κυκλοφορίας δεν απαγορεύεται αλλά πρέπει να είναι αιτιολογημένος.
Η απόφαση σημειώνει πως συνέπεια του γεωγραφικού περιορισμού ήταν η άνιση συγκέντρωση προσφύγων σε ορισμένες Περιφέρειες, επιφέροντας σημαντική επιβάρυνση και υποβάθμισή τους σε σχέση με άλλες περιοχές.
Τα έξι νησιά καλούνται να διαχειριστούν με τις υπάρχουσες υποδομές και μάλιστα εν μέσω σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης την είσοδο και παραμονή σε αυτά σημαντικού αριθμού προσώπων, με συνέπεια να υφίσταται σοβαρός κίνδυνος πρόκλησης κοινωνικών εντάσεων, με επιπτώσεις στη δημόσια τάξη και την οικονομική ζωή των περιοχών, οι οποίες αποτελούν και τουριστικούς περιορισμούς.
Εξάλλου, στην απόφαση αναφέρεται ότι δεν προκύπτουν οι νόμιμοι λόγοι που υπαγορεύουν την επιβολή του περιοριστικού μέτρου της κυκλοφορίας, προκειμένου να μπορεί να κριθεί εάν βρίσκεται εντός των ορίων των νόμιμων διατάξεων που, «ερμηνευμένες υπό το φως της Σύμβασης της Γενεύης, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού συστήματος για την προστασία των προσφύγων», επιτρέπουν την επιβολή του μέτρου.
Τέλος, αναφέρεται ότι εφόσον δεν προκύπτουν οι σοβαροί και επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και μεταναστευτικής πολιτικής, οι οποίοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επιβολή του περιορισμού κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία που εισέρχονται στην ελληνική επικράτεια μετά την 20ή Μαρτίου 2016, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
