Μύρισε ζεστό, ξανθό καλοκαίρι η επέλαση του ξεμυαλιστή Μάη, που μας κυβερνά και μας εξουσιάζει από χθες με χρώματα κι αρώματα ζουμπουλιού, γερανιού και γαζίας. Ψιλό γαζί επιμένουν να μας δουλεύουν, ωστόσο, ορισμένοι αμετανόητοι οσφυοκάμπτες, θιασώτες της αιώνιας βαρυχειμωνιάς, που θρονιάστηκαν με χίλια «θα» στους κυβερνητικούς θώκους, θαρρώντας πως δεν κατέχουν την εξουσία, μάλλον επειδή παρουσιάζουν δυσανεξία στις διακρίσεις της. Ο λογαριασμός του πρωθυπουργού στο τουίτερ μάς τρολάρει στυγνά.
Α πα Παππά! Δεν τον χάκεψαν Τούρκοι χάκερ. Κατά τα φαινόμενα, είναι χακεμένος αφ’ εαυτού. «Η προστασία της εργασίας και της κοινωνικής συνοχής είναι προϋπόθεση Δημοκρατίας. Καλή εργατική Πρωτομαγιά» υπογράμμιζε, παραθέτοντας απόσπασμα ποιήματος του Ρήγα Γκόλφη: «Ω νέα ψυχή, που τίναξες τον τρόμο του δειλού, την απάτη και το ψέμα, το ζωντανό αγωνίσου τον αγώνα». Τολμούν να επικαλούνται τις εργασιακές σχέσεις εκείνοι που τις απορρύθμισαν εντελώς, επιφέροντας ανεπούλωτες πληγές στον κοινωνικό ιστό. Και το ψέμα ή την απάτη οι καθ’ έξιν εξπέρ του είδους. Στη θέση τους θα ’κανα την κορόιδα, αναρτώντας επίκαιρους φυσιολατρικούς στίχους.
Ιδού δεινό δείγμα του Παλαμά: «Ο Απρίλης ξανθός, αρχοντιά φημισμένη,/ ζαχαρένια θωριά, ο Απρίλης πεθαίνει./ Και ο Μάης απάνω του γέρνει,/ χαροκόπος λεβέντης, μα δίχως μυαλά,/ και του φρόνιμου Απρίλη τα μάτια σφαλά/ και τα πλούτη του παίρνει.// Ο Απρίλης σωρούς θησαυρούς και καλούδια,/ τι πουλιά, τι νερά, τι δροσιές, τι λουλούδια/ στα παλάτια τα πράσιν’ αφήνει!/ Κι απ’ την πρώτη στιγμή κι απ’ την πρώτη βραδιά/ να ο Μάης, αλύπητα, δίχως καρδιά/ τα ξοδεύει, τα χύνει.// Με τ’ αηδόνια καλεί τη χαρά και τη χάρη./ Οπου νιότη, παιδί, λυγερή, παλικάρι,/ όπου φτώχεια, όπου πλούτος γελάει·/ του γλυκού μηνυτή καταφτάν’ η λαλιά./ Η ζωή με ολάνοιχτη τρέχει αγκαλιά/ στο τραπέζι του Μάη…».
Ορίστε και ολόκληρο το σονέτο «Πρωτομαγιά» του Γκόλφη: «Πάμε να βρούμε την καινούργια μέρα./ Ηλιος εδώ την πλάση δεν φωτίζει./ Από το σάπιο, μολεμένο αέρα/ το πουλί της καρδιάς μας φτερουγίζει.// Σε μιαν αλλοτινή σιμώνει σφαίρα,/ που το πνέμα δε στέκει μετερίζι/ στης ανάγκης το νόμο, τον πατέρα/ κάθε αδικιάς που τη ζωή λυγίζει.// Πάμε να βρούμε τον καινούργιο δρόμο,/ μακριά απ’ της κοινωνίας μας τον κρυψώνα./ Ω νέα ψυχή, που τίναξες τον τρόμο/ του δειλού, την απάτη και το ψέμα,/ το ζωντανό αγωνίσου τον αγώνα./ Σ’ ακολουθεί το φουσκωμένο ρέμα».
Συγχωρήστε μου την απρέπεια, αλλά δεν κρατιέμαι να μη σχολιάσω εμμέτρως: «Στου κρεμασμένου το τσαρδί δεν το διανοούνται/ ν’ αναφερθούνε σε σκοινί. Οι συγγενείς αρκούνται/ σωπαίνοντας περίλυποι να κλαίν’ τον μακαρίτη·/ δεν μνημονεύουν τις θηλιές, στου αυτόχειρα το σπίτι./ Μα κάποιοι κατά συρροήν, αδέξιοι δολοφόνοι/ κρεμούν κοσμάκη και ντουνιά και βρίζουν την αγχόνη./ Του ΣΥΡΙΖΑ οι δήμιοι, κόκκινοι απ’ το αίμα/ μιλούν ανερυθρίαστα γι’ απάτη και για ψέμα».
