Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χαβάγιες, ρούμπες και μάμπο με λαϊκό ηχόχρωμα, παιγμένες αριστουργηματικά με το μπουζούκι του και τραγουδισμένες μοναδικά από τη συμβία του Μαίρη Λίντα, σκαρώνει τη δεκαετία του ’60 προκαλώντας πάταγο. Εκτοτε το ζητιανόξυλο μπαίνει οριστικά και αμετάκλητα στα σαλόνια: «Ολοι το ίδιο είμαστε/ σε τούτο τον κοσμάκη/ και όλοι έχουμε καρδιά/ λαός και Κολωνάκι». Κάπως έτσι. Πρωταντικρίζει το φως σαν σήμερα, εαρινή ισημερία, το 1920 ή ’21 και ταξιδεύει για τις επουράνιες μολπές, ανήμερα των γενεθλίων του, το ’70.

Ιστορώ, όπως ακριβώς και πριν από τέσσερα χρόνια τέτοια μέρα, τον ταραχώδη βίο και την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του Χιώτη, διότι όντως περί του Μανώλη πρόκειται. Πειραιώτης μάγκας και νταής ο πατέρας του Διαμαντής, χιώτικης καταγωγής, βοηθάει το στεφάνι του στην απρόσκοπτη λειτουργία των αριστοκρατικών κέντρων διασκεδάσεως που διατηρεί· οίκους ανοχής πολυτελείας, αν εννοείτε. Ο μοναχογιός τους μεγαλώνει στο Ναύπλιο, όπου γεννήθηκε, και σε άλλες πόλεις στις οποίες μεταφέρεται κατά καιρούς η οικογενειακή επιχείρηση.

Ωριμάζει με τα κανακέματα της σπάταλης μητρός, η οποία του παρέχει αφειδώς τα πάντα, και τα χάδια των παραστρατημένων κοριτσιών της, που τον φροντίζουν σαν μεγαλύτερες αδελφές. Εξ ου το αριστοκρατικό στιλ, σήμα κατατεθέν σε όλη του τη ζωή. Διάσημοι μουσικοί της εποχής τον διδάσκουν κιθάρα, βιολί, ούτι. Λάτρης του μπουζουκιού ο μπαμπάς, τον παίρνει μαζί του στα ρεμπέτικα στέκια, όταν μετακομίζουν στην Αθήνα.

Τυχερός. Γνωρίζεται με τις φυσιογνωμίες του προπολεμικού πενταγράμμου και, αμούστακος ακόμη, ανεβαίνει μαζί τους στο πάλκο. Πιάνει το τρίχορδο και το απογειώνει. Δεκαεξάχρονο τον πάει ο Στράτος Παγιουμτζής στην «Κολούμπια» όπου υπογράφει συμβόλαιο ως «διευθύνον πρίμο όργανο». Γραμμοφωνεί σε μελωδία και στίχους δικούς του το 1937 «Το χρήμα δεν το λογαριάζω», με τη φωνή του Στράτου και γίνεται αμέσως σουξέ.

Η λογοκρισία του Μεταξά και αργότερα η Κατοχή δεν του επιτρέπουν να ηχογραφήσει τις ουκ ολίγες συνθέσεις του. Από το ’47 ώς το ’55 γράφει δεκάδες υπέροχα τραγούδια, που άδουν οι κορυφαίοι, άνδρες και γυναίκες: «Ο πασατέμπος», «Παράξενη κοπέλα», «Είναι αργά» κ.ά. Την περίοδο εκείνη λανσάρει το τετράχορδο μπουζούκι, που κακώς θεωρείται δική του επινόηση. Τον βολεύει στις ασύλληπτες σε ταχύτητα ερμηνείες του, στα μοναδικά του σόλα. Το μαθαίνει απ’ τον παλιό μπουζουξή και δάσκαλό του Στεφανάκη Σπιτάμπελο.

Στη ρεμπέτικη πιάτσα μετριέται πάντοτε σαν μάγκας. Μαγκιά άλλωστε δεν είναι η φιγούρα, αλλά οι εξηγήσεις, καθώς λένε. Ο Χιώτης έχει το σθένος να χλευάσει δημόσια τον δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλο στα χρόνια της παντοκρατορίας του, όταν εποιούντο την νήσσαν προβεβλημένοι εκπρόσωποι του πολιτικού και πνευματικού κόσμου. Θρυλείται ότι ο Τζίμι Χέντριξ, με τον οποίο έπαιζαν σε κοντινά μαγαζιά στο Σικάγο και τον άκουγε ενίοτε, διατεινόταν πως «ο Χιώτης είναι ο μεγαλύτερος σολίστας στον κόσμο».