Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στη Γερμανία δείχνουν ότι η πλειοψηφία των μελών του SPD θα εγκρίνει τη συμφωνία συνεργασίας με την Ενωση CDU/CSU της Α. Μέρκελ και, την Κυριακή, μετά την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων, αναμένεται να δοθεί το «πράσινο φως» για τον νέο κυβερνητικό συνασπισμό.
Πλην όμως, η έγκριση δεν αναμένεται τόσο ισχυρή όσο η προηγούμενη, το 2013 με ποσοστό 76%, ενώ ήδη χαρακτηρίζεται επιλογή ανάγκης, προκειμένου να μην οδηγηθεί η χώρα ξανά σε εκλογές και οι σοσιαλδημοκράτες σε νέα ήττα, μεγαλύτερη από την ήττα του Σεπτεμβρίου 2017 με 20,5%, που ήταν το χειρότερο εκλογικό ποσοστό στην ιστορία τους.
Η διαδικασία της ψηφοφορίας του SPD ολοκληρώθηκε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής και τα αποτελέσματα αναμένεται να ανακοινωθούν το πρωί της Κυριακής. Δικαίωμα ψήφου είχαν 463.723 εγγεγραμμένα μέλη του κόμματος και οι πρώτες εκτιμήσεις θέλουν το ποσοστό συμμετοχής να κινείται πάνω από 80%.
Σύμφωνα με τις μετρήσεις των ινστιτούτων Infratest Dimap και Forsa, υπέρ της συμφωνίας κυβερνητικής συνεργασίας κυμαίνεται από 60 μέχρι 66%, περίπου 15 ποσοστιαίες μονάδες πιο πάνω από τα ποσοστά που καταγράφηκαν προ δύο εβδομάδων.
Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλδημοκρατών και βασική υποψήφια για την προεδρία του κόμματος, Αντρέα Νάλες, δηλώνει βέβαιη ότι η βάση θα δώσει σαφή έγκριση, το ίδιο και ο μεταβατικός πρόεδρος Ολαφ Σολτς, που πρόκειται να αναλάβει καθήκοντα αντικαγκελαρίου και υπουργού Οικονομικών στο νέο κυβερνητικό σχήμα.
Από την άλλη, και οι υποστηρικτές τού όχι, με κύριο εκφραστή τον επικεφαλής της Νεολαίας, Κέβιν Κίνερτ, δηλώνουν αισιόδοξοι ότι θα επικρατήσει η δική τους πρόταση, η οποία στην έκτακτη διάσκεψη των αντιπροσώπων του SPD, τον Ιανουάριο, είχε πάρει 44%.
Σουλτς και Γκάμπριελ
Τα ποσοστά της ψηφοφορίας στο SPD θα κρίνουν και τις ισορροπίες των προσώπων στο κυβερνητικό σχήμα. Πλην του μεταβατικού προέδρου Ο. Σολτς, που έχει κλειδώσει την αντικαγκελαρία και τη θέση του υπουργού Οικονομικών, οι άλλες πέντε κυβερνητικές θέσεις των Σοσιαλδημοκρατών παίζουν ανάλογα με το αποτέλεσμα της εσωκομματικής ψηφοφορίας.
Ο πρώην πρόεδρος, Μάρτιν Σουλτς, απέχει από όλες τις συζητήσεις. Ο προκάτοχός του, Ζ. Γκάμπριελ, έχει ξαναμπεί στο παιχνίδι και διεκδικεί με αξιώσεις την παραμονή του στο υπουργείο Εξωτερικών.
Αυτή την περίοδο, είναι ο πιο δημοφιλής πολιτικός στη Γερμανία και παράλληλα χαίρει της εμπιστοσύνης της Α. Μέρκελ, για τους χειρισμούς του στο πεδίο των σχέσεων με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Τουρκία και την Ε.Ε.
Το οξύμωρο για την καγκελάριο είναι ότι θα πρέπει να φέρει εις πέρας το κεφάλαιο των ευρωπαϊκών αλλαγών, τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης, το Brexit και το επόμενο κύμα διεύρυνσης της Ε.Ε., με δύο σοσιαλδημοκράτες στο υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εξωτερικών.
Και παρότι σε όλες τις δηλώσεις της υπογραμμίζει πως η πολιτική της κυβέρνησης αποφασίζεται συλλογικά και εφαρμόζεται από τους υπουργούς, στο εσωτερικό των χριστιανοδημοκρατών και των χριστιανοκοινωνιστών οι πρώτες κινήσεις της συντηρητικής πτέρυγας εγείρουν ερωτήματα ως προς το εύρος των ευρωπαϊκών αλλαγών που θα καταφέρει να προωθήσει ο κυβερνητικός συνασπισμός, ιδίως εάν το αποτέλεσμα στους σοσιαλδημοκράτες είναι οριακό και η κρίση συνεχιστεί για μακρό χρονικό διάστημα.
Διεύρυνση και Βουλγαρία
Το πρώτο ευρωπαϊκό θέμα που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση της Α. Μέρκελ είναι η επικείμενη αίτηση ένταξης της Βουλγαρίας στο ευρώ, όπως έχει προαναγγείλει ο πρωθυπουργός της χώρας, Μ. Μπορίσοφ, και μάλιστα μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2018 που ασκεί την προεδρία της Ε.Ε.
Διεύρυνση της ευρωζώνης πριν ληφθούν οριστικές αποφάσεις για την νέα αρχιτεκτονική της, τις αρμοδιότητες του ESM και τον ρόλο της Κομισιόν, το Βερολίνο δεν είναι έτοιμο να δεχθεί.
Ο εκπρόσωπος των χριστιανοδημοκρατών για τα Δημοσιονομικά Θέματα, Εκαρτ Ρέχμπερ, σε δηλώσεις του στη Süddeutsche Zeitung τόνισε ότι «πριν δεχτούμε νέα μέλη στο ευρώ, πρέπει να αποσαφηνίσουμε επείγοντα ζητήματα για το μέλλον της νομισματικής ένωσης στο υπάρχον πλαίσιο».
Από την πλευρά του και ο εκπρόσωπος των σοσιαλδημοκρατών για τα ευρωπαϊκά θέματα, Κρίστιαν Ντιρ, δηλώνει ότι, ακόμη κι αν η Βουλγαρία υποβάλλει τώρα αίτημα, η απόφαση θα πρέπει να ληφθεί αργότερα.
Η πιο συντηρητική πτέρυγα της Χριστιανικής Ενωσης απορρίπτει και τις ιδέες του Γάλλου προέδρου, Ε. Μακρόν, για αλλαγές στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης για την εμβάθυνσή της και κινείται πιο κοντά τις προτάσεις της Αυστρίας και της Ολλανδίας για περιορισμό των ευρωπαϊκών δαπανών.
Προς αυτή την κατεύθυνση, οι εκφραστές της σκληρής γραμμής επαναφέρουν σε κάθε ευκαιρία το θέμα του ελληνικού χρέους, ζητώντας διαβεβαιώσεις ότι θα πληρωθεί χωρίς εκπτώσεις.
Ο βουλευτής των χριστιανοδημοκρατών, Κλάους-Πέτερ Βιλς, σφοδρός επικριτής των πακέτων διάσωσης, ζήτησε και την προηγούμενη εβδομάδα διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υπάρξει άλλη βοήθεια προς τη χώρα και τα δάνεια θα αποπληρωθούν στο σύνολό τους.
Τραπεζική εναρμόνιση
Μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2018 το Βερολίνο να πρέπει να καθορίσει και τη στάση του εν όψει της διάδοχης κατάστασης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας, Γενς Βάιντμαν, που υποστηρίζει σταθερά την εισαγωγή αυστηρότερων προϋποθέσεων για την τραπεζική ευρωπαϊκή εναρμόνιση, συγκεντρώνει πλέον ισχυρές πιθανότητες να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι, το 2019.
Για τη Γερμανία, η Ε.Ε. και η ΕΚΤ αποκτούν σημαντικότερο ρόλο στον εμπορικό πόλεμο που επαπειλείται με τις ΗΠΑ.
Από την άλλη το Βερολίνο δείχνει να συμπλέει με την Ουάσινγκτον στο ζήτημα της πολιτικής ασφάλειας της Ε.Ε. και επιδιώκει να δώσει ώθηση στις ενταξιακές διαδικασίες για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, όχι βεβαίως με την ταχύτητα που είχε επιτευχθεί στην περίπτωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.
Η ένταση που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στις σχέσεις της Γερμανίας με την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, έχει προκαλέσει σοβαρό κύμα αμφισβήτησης των διακηρυγμένων στόχων διεύρυνσης της Ε.Ε. μέσα στους χριστιανοδημοκράτες και τους χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας, λόγω και των πιέσεων για περιχαράκωση της Ε.Ε. από τους Φιλελεύθερους και το ακροδεξιό AfD.
