«Η θεϊκή έμπνευση της τρέλας -η ασάφεια, η δημιουργικότητα, η υψηλή λογική και η κάλυψη και νομιμότητα που δίνει για διαμαρτυρίες ενάντια στην καταπίεση και τον εκφοβισμό όλων των ειδών-, αυτές είναι οι ιδέες που ενεργοποίησαν τον Μίλος Φόρμαν και το αξιοσημείωτο έργο του». Ετσι περιγράφει ο Peter Bradshaw, της εφημερίδας The Gurdian, τον σπουδαίο Τσέχο σκηνοθέτη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή την περασμένη Παρασκευή, σε ηλικία 86 ετών, έπειτα από σύντομη ασθένεια.
Ηταν αυτός που έφερε το Νέο Κύμα του τσεχοσλοβακικού σινεμά και το πνεύμα της εξέγερσης -της «αντι-σοβιετικής», όπως υπογραμμίζει ο Bradshaw- στο Χόλιγουντ και έκανε τις πονηρά κωμικές στρατηγικές και το ανθρωπιστικό πάθος να ανθήσουν με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους.
Δεν έχει και άδικο, αν αναλογιστεί κανείς τις δύο κορυφαίες ταινίες του, με πρώτη απ’ όλες τη βραβευμένη με πέντε Οσκαρ «Φωλιά του κούκου» (1975), με τον υπέροχο τρελό Τζακ Νίκολσον να προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από την ψυχιατρική κλινική και τις ανορθόδοξες ιατρικές μεθόδους της άκαμπτης νοσοκόμας Λουίζ Φλέτσερ.
Στον εκπληκτικό «Αμαντέους», πάλι, των οκτώ Οσκαρ, ο μέτριος συνθέτης Αντόνιο Σαλιέρι (Φάριντ Μάρεϊ Εϊμπραχαμ) μηχανορραφεί ενάντια στον μεγαλοφυή, φλογερό, δοσμένο στην τρέλα της μουσικής Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (Τομ Χαλς). Αλλά και στα «Φαντάσματα του Γκόγια» (2006), με τον Στέλαν Σκάρσκαρντ, αναδεικνύει έναν ακόμα «ιδιοφυή παθιασμένο καλλιτέχνη», τον Ισπανό ζωγράφο Φρανθίσκο Γκόγια, το 1792, σε εποχή μεγάλων αλλαγών και κατακλυσμιαίων γεγονότων.
Ο Μίλος Φόρμαν γεννήθηκε στο Κασλάβ της πρώην Τσεχοσλοβακίας και έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο πατέρας του συνελήφθη να διανέμει απαγορευμένα βιβλία κατά τη ναζιστική κατοχή και πέθανε στο Μπούχενβαλντ το 1944, ενώ η μητέρα του άφησε την τελευταία της πνοή στο Αουσβιτς το 1943.
Μεγάλωσε σε σπίτια συγγενών του και αργότερα ανακάλυψε ότι ο βιολογικός του πατέρας ήταν ένας Εβραίος αρχιτέκτονας. Μετά τον πόλεμο, φοίτησε στο δημόσιο σχολείο, Κολέγιο του βασιλιά Γεωργίου στη λουτρόπολη Ποντεμπράντι, με συμμαθητές όπως ο Βάτσλαβ Χάβελ και οι αδερφοί Μασίν, και στη συνέχεια σπούδασε σενάριο στην Ακαδημία Τεχνών της Πράγας.
Η πρώτη του επιτυχία, «Οι έρωτες μιας ξανθιάς» (1965), με τη Χάνα Μπρέτσκοβα, την πρώτη σύζυγό του, εκφράζει τη νεανική κουλτούρα της εποχής του: μια νέα εργάτρια σε εργοστάσιο παπουτσιών έχει εφήμερη σχέση με έναν πρωτευουσιάνο μουσικό και, όταν τον επισκέπτεται απροειδοποίητα στην Πράγα, προκαλεί αναστάτωση στους συντηρητικούς γονείς του. Ωστόσο, η ταινία του «Φωτιά… Πυροσβέστες», που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα, με επίκεντρο μία σειρά από μικρές ή μεγάλες καταστροφές, σε μια ετήσια γιορτή της Πυροσβεστικής, θεωρήθηκε σάτιρα του τότε Ανατολικού Μπλοκ και απαγορεύτηκε.
Ετσι, το 1968, όταν η ΕΣΣΔ και οι σύμμαχοί της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας έστελναν τα τανκ για να τερματίσουν την Ανοιξη της Πράγας, αυτός βρισκόταν στο Παρίσι και διαπραγματευόταν την παραγωγή της πρώτης του αμερικανικής ταινίας. Στη συνέχεια, αυτοεξορίστηκε στη Νέα Υόρκη, όπου αργότερα έγινε καθηγητής κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και συνδιευθυντής (με τον πρώην του δάσκαλο Φράντισεκ Ντάνιελ) του τμήματος ταινιών του Κολούμπια.
Το αντιπολεμικό μιούζικαλ «Hair» (1979) βρίσκεται ανάμεσα στις μεγάλες στιγμές του Μίλος Φόρμαν, ο οποίος γοητεύτηκε από προσωπικότητες γεμάτες πάθος, που φτάνουν στα άκρα για τα πιστεύω τους.
Από τον «Bαλμόν» και τα ερωτικά παιχνίδια του (1989 με τον Κόλιν Φερθ) -επισκιάστηκε από τις «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Στίβεν Φρίαρς- ώς την «Υπόθεση Λάρι Φλιντ» (1996), με πρωταγωνιστή τον Γούντι Χάρελσον για τον άνθρωπο που έστησε μια εκδοτική αυτοκρατορία πορνοθεάματος και τις μάχες του για ελευθερία του λόγου. Κι ώς τον «Ανθρωπο στο Φεγγάρι» (1999), με τον Τζιμ Κάρεϊ να ερμηνεύει τον εκκεντρικό κωμικό Αντι Κάουφμαν.
