Oταν γύριζε μαζί τους το «Αλονζανφάν» (1974), ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι αναφερόταν και στους δυο τους με το ίδιο όνομα, «Παολοβιτόριο». Κι όταν τον είχαν ρωτήσει πώς είναι να τον καθοδηγούν δύο σκηνοθέτες, είχε απαντήσει, «Δύο ήταν;».
Δυστυχώς, παρ’ όλο που τα χρόνια περνάνε για όλους, ακόμα και για τους τεράστιους δημιουργούς του σινεμά, από χθες οι αδελφοί Ταβιάνι δεν είναι πια δύο. Ο μεγαλύτερος, ο Βιτόριο, γεννημένος το 1929, δύο χρόνια πριν από τον Πάολο, πέθανε στη Ρώμη σε ηλικία 88 χρόνων, έπειτα από μακρά αρρώστια, όπως ανακοίνωσε η κόρη του Τζιοβάνα.
Σύμφωνα με την επιθυμία της οικογένειάς του, δεν θα γίνει νεκρώσιμη ακολουθία, αλλά η σορός του θα αποτεφρωθεί σε αυστηρά ιδιωτική τελετή. Δεν έχει σημασία. Τα εκατομμύρια των θαυμαστών του, όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, αποχαιρετούν από χθες τον Βιτόριο με σκηνές από ταινίες και μουσικές που έγραψαν γι’ αυτούς ο Πιοβάνι και ο Μορικόνε, αυτές που μέχρι και ο Κουέντιν Ταραντίνο έκλεβε για το «Αδωξοι Μπάσταρδη», χωρίς να τους ενημερώνει. Και όντως το σινεμά δεν θα ξαναβρεί τόσο εύκολα τέτοιους σκηνοθέτες, κι ας υπάρχουν οι Κοέν, οι Νταρντέν και λίγα ακόμα σκηνοθετικά δίδυμα.
Οι αδελφοί Ταβιάνι κατέχουν κεντρική θέση στη μεγάλη ιστορία του ιταλικού σινεμά. Ξεκίνησαν επηρεασμένοι από τον Ροσελίνι, τη δεκαετία του ’50. Με θέματα κοινωνικά, με έντονο ενδιαφέρον για την Ιστορία, αλλά και με πάθος για την ποίηση και τη λογοτεχνία, κυριάρχησαν στα μεγάλα φεστιβάλ το ’70 και ’80.
Και ξαφνικά -ή μάλλον καθόλου ξαφνικά- το 2012, με το αριστουργηματικό και γεμάτο νεανική πνοή «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει», που κατέγραφε θεατρική σεξπιρική παράσταση από κρατούμενους σε φυλακή της Ιταλίας, κέρδισαν τη Χρυσή Αρκτο στο Βερολίνο.
Ενα θριαμβευτικό come back για δύο δημιουργούς που είχαν συνυπογράψει πάνω από δεκαπέντε ταινίες, με κορυφαίες ανάμεσά τους το «Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκκορα» (1972), το «Αλονζανφάν», μια κριτική ματιά στην ουτοπία της επανάστασης τοποθετημένη στην Ιταλία των αρχών του 18ου αιώνα, με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο ρόλο ενός αριστοκράτη, που μάταια προσπαθεί να ξεφύγει από τους επαναστάτες συντρόφους του και να ζήσει μια κανονική ζωή, «Πατέρας αφέντης» (1977), Χρυσός Φοίνικας στις Κάνες, βασισμένη στην ιστορία του διάσημου γλωσσολόγου Γκαβίνο Λέντα, που γλίτωσε από την πατρική καταπίεση και μια ζωή βοσκού καταφεύγοντας στη μόρφωση, «Το λιβάδι», «Η νύχτα του Σαν Λορέντσο» (1982), «Χάος» (1984), πολυαγαπημένη του κοινού μεταφορά διηγημάτων του Πιραντέλο, «Καλημέρα Βαβυλωνία» (1987) κ.ά. Τελευταία τους ταινία είναι ο «Θαυμάσιος Βοκάκιος» (2015). Ο Πάολο για πρώτη φορά γύρισε μόνος του, το 2017, το «Una questione privata» (2017).
Γεννημένος στο Σαν Μινιάτο της Τοσκάνης, το 1929, ο Βιτόριο Ταβιάνι πέρασε ειδυλλιακά παιδικά χρόνια παρέα με τον μικρότερο αδελφό του Πάολο, παρ’ όλο που με το διάσημο χιούμορ του έλεγε πριν από λίγα χρόνια στην «Γκάρντιαν» ότι, στη διάρκεια της εφηβείας, ο ένας ευχόταν να πεθάνει ο άλλος σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ηταν γιοι ενός γνωστού αντιφασίστα δικηγόρου. Ο Βιτόριο σπούδασε νομικά, αλλά πολύ γρήγορα βρήκαν με τον Πάολο τον προορισμό τους. Τον κινηματογράφο. Μπήκαν σε μια αίθουσα να δουν την «Παϊζά» του Ροσελίνι και, βγαίνοντας, ήξεραν πια τι θέλουν να κάνουν. «Ορκιστήκαμε ότι, αν μέσα σε μια δεκαετία δεν γυρίζουμε δικές μας ταινίες, θα αγοράζαμε ένα όπλο και θα σκοτωνόμαστε», έχει διηγηθεί ο Βιτόριο.
Το γεγονός ότι δεν χώρισαν ποτέ, ότι έκαναν πάντα μαζί σινεμά, μοιράζοντας μεταξύ τους, όπως έλεγαν, ισότιμα τις λήψεις, δεν έπαυε να ενθουσιάζει ακόμα και τους ίδιους. «Εχουμε διαφορετικό χαρακτήρα, αλλά την ίδια φύση. Κάναμε τις ίδιες επιλογές στη ζωή και την τέχνη. Αν και είχαμε διαφορετικές γυναίκες», έλεγε ο Βιτόριο.
Παραδεχόταν όμως ότι, όταν κάποτε συνάντησαν τους αδελφούς Κοέν, τους ρώτησαν, «πώς δουλεύετε μαζί;». Και οι Αμερικανοί απάντησαν: «Οχι, εσείς κάνατε την αρχή, εσείς να μας πείτε». Μέχρι που και οι τέσσερις μαζί συμφώνησαν ότι πρέπει να κρατήσουν το μυστικό τους. Ο Βιτόριο, στην ίδια συνέντευξη στην «Γκάρντιαν», θυμόταν, μάλιστα, ότι στην αρχή της καριέρας τους ένας κριτικός, που δεν του άρεσε η δουλειά τους, είχε γράψει: «ο κινηματογράφος ξεκίνησε από τους αδελφούς Λιμιέρ και θα πεθάνει με τους αδελφούς Ταβιάνι».
Τον Μάιο του 2015, η Θεσσαλονίκη είχε την τύχη να τους υποδεχτεί, για να τους αναγορεύσει το Αριστοτέλειο επίτιμους διδάκτορες. Σε συνέντευξή τους τότε στην «Εφ.Συν.» και στον Απόστολο Λυκεσά, οι Ταβιάνι είχαν ανάμεσα σε άλλα πει: «Η τέχνη πρέπει να βρίσκει πάντα τον τρόπο να πάει στο βάθος των μυστηρίων της ζωής, να φέρει στην επιφάνεια το φως του κάθε ανθρώπου. Αυτό θα είναι το επίτευγμα, μια μεγάλη αλλαγή.
Ο κινηματογράφος μίλησε πολλές φορές για το πώς μπορεί να γίνει η επανάσταση. Επανάσταση, όμως, μέσω της τέχνης είναι το συγκλονιστικό βλέμμα της ηρωίδας, μεταξύ χαράς, λύπης και έρωτα, στο τέλος της ταινίας του Τσάρλι Τσάπλιν “Τα φώτα της πόλης”. Η κάμερα μας κάνει να τα βιώσουμε όλα αυτά και να αλλάξουμε ως άνθρωποι».
