Ο χρόνος δεν αποδομεί μονάχα, αλλά και κατασκευάζει στερεότυπα. Τρεισήμισι δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την οριστική επικράτηση της «σωστής πλευράς της Ιστορίας», η εικόνα που έχει κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα της Δύσης για την αντίπαλη πλευρά καθορίστηκε (κι εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να καθορίζεται) από την ύστατη πραγματικότητα αυτής της τελευταίας. Η δημοφιλής σύγκριση των εκατέρωθεν κοινωνιών αφορά κυρίως τη δεκαετία του 1980 − όταν η μεν Δύση είχε αναζωογονηθεί κοινωνικά και πολιτισμικά από την ελευθεριακή έκρηξη του παγκόσμιου ’68, ενώ το σοβιετικό μοντέλο βρισκόταν πλέον αντιμέτωπο με τα όρια της εκτατικής ανάπτυξης και την αυξανόμενη συνειδητοποίηση της δομικής πολιτικοϊδεολογικής αντίφασης που το διαπερνούσε, ανάμεσα στην επίσημη επαγγελία μιας αταξικής κοινωνίας ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών και την ωμή καθημερινότητα μιας αυταρχικής ταξικής κι εκμεταλλευτικής δομής.
Ως επιστέγασμα, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ταυτίστηκε με τις κοινωνικές συνέπειες της ήττας του: το στερεότυπο του πολίτη των ανατολικοευρωπαϊκών κοινωνιών που επικρατεί σήμερα στη συλλογική συνείδηση είναι συνήθως αυτό ενός υποβαθμισμένου κοινωνικά οικονομικού μετανάστη που κατέφυγε στη Δύση για να επιβιώσει μετά τη διάλυση των οικονομικών και προνοιακών δομών της πατρίδας του κατά τη μετάβασή της σ’ έναν εξαιρετικά άγριο, ανεξέλεγκτο καπιταλισμό. Εξ ου και η διάχυτη πεποίθηση που επικράτησε κατά τις μεταψυχροπολεμικές δεκαετίες, όχι μόνο στις καθαυτό δυτικοευρωπαϊκές χώρες αλλά και στη δική μας, πως «ευτυχώς» σωθήκαμε στο τσακ τη δεκαετία του 1940 από τη μετατροπή μας σε μια «δεύτερη Βουλγαρία»...
«Κομμουνιστές-Ελληνες, δέκα-μηδέν» | Νταν Ζάκαρι (27/4/1964)
Αυτό που διαγράφεται μέσω αυτού του απλουστευτικού στερεότυπου, εμποδίζοντας όχι μόνο μια σοβαρή αποτίμηση αλλά ακόμη και τη στοιχειώδη κατανόηση του Ψυχρού Πολέμου και των διακυβευμάτων του, είναι η εικόνα της αμέσως προηγούμενης φάσης. Των κοινωνιών, δηλαδή, του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όχι τη στιγμή της κατάρρευσής τους αλλά την εποχή της οικοδόμησης και, κυρίως, της ακμής τους − όταν εκλαμβάνονταν ευρύτατα ως αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στον δυτικό καπιταλισμό, από τους ανθρώπους ιδίως που ζούσαν στην όχι και τόσο ελκυστική περιφέρεια αυτού του τελευταίου. Δίχως αυτή την εικόνα, οι τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, οι ζυμώσεις και οι συγκρούσεις τους μετατρέπονται σε μιαν εντελώς ακατανόητη γελοιογραφία.
Το ντοκουμέντο και ο συντάκτης του
Απ’ αυτή την άποψη, το ιστορικό ντοκουμέντο που παρουσιάζουμε σήμερα εδώ, από τα «ψιλά» της αμερικανικής διπλωματικής αλληλογραφίας εκείνων των χρόνων, έχει το δικό του ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για το πλήρες κείμενο μιας πεντασέλιδης έκθεσης που ο πολιτικός σύμβουλος του γενικού προξενείου των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη, Νταν Ζάκαρι, έστειλε στις 27 Απριλίου 1964 στον συνάδελφο και προϊστάμενό του στην Αθήνα, Νταν Μπρούστερ, με τις προσωπικές εντυπώσεις του από την παρθενική εκδρομή του στις γειτονικές χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (Βουλγαρία, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία).
Το έγγραφο εντοπίστηκε από τον επιμελητή της στήλης στα αμερικανικά κρατικά αρχεία, σε φάκελο του Ελληνικού Τμήματος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (NARA RG 59, Greece 1964-1966, Box 1, CHRON AmConsul Thessaloniki Correspondence 1964).
Χαρακτηρισμένη ως «επίσημη/άτυπη» (Official-Informal) και για «περιορισμένη επίσημη χρήση» (Limited Official Use), εσωτερική δηλαδή ενημέρωση των στελεχών της πρεσβείας και των αμέσως προϊστάμενών τους κλιμακίων, η έκθεση του Ζάκαρι περιγράφει ζωντανά την ομολογημένη έκπληξη του συντάκτη της απ’ όσα αυτός αντίκρισε πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» κατά τη διάρκεια του σχεδόν δεκαήμερου ταξιδιού του. Παραδεχόμενος τα αντικειμενικά όρια αυτών των (λίγο-πολύ φευγαλέων) εντυπώσεών του, ο Αμερικανός διπλωμάτης καταθέτει κυρίως τη διαπίστωσή του πως η εκεί πραγματικότητα δεν είχε και πολλή σχέση με τα ψυχροπολεμικά στερεότυπα που του είχαν ενσταλάξει τα διαβάσματά του των προηγούμενων χρόνων.
Για το ελληνικό δε κοινό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι συγκρίσεις που κάνει ανάμεσα στην εικόνα που αποκόμισε από τις γειτονικές μας χώρες και όσα έβλεπε τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα. Σύγκριση αρκετά διδακτική για τους λόγους που υπαγόρευαν τα σύνδρομα της πολιτικοϊδεολογικής ανασφάλειας του ελληνικού μεταπολεμικού καθεστώτος κι εθνικόφρονος αντικομμουνισμού, πέρα από τα όποια εμφυλιοπολεμικά βιώματα και κατάλοιπα.
Ποιος ήταν όμως ο Νταν Αντονι Ζάκαρι (1923-2021), που υπογράφει αυτή την προσωπική έκθεση; Γεννημένος και μεγαλωμένος στις λαϊκές γειτονιές του Σικάγου με πατέρα τεχνίτη και μητέρα νοικοκυρά, κανείς από τους οποίους δεν είχε φοιτήσει πέρα από το Δημοτικό, ο Ζάκαρι μπήκε στο διπλωματικό σώμα με εξετάσεις το 1952, ύστερα από μια σύντομη καριέρα ως αναλυτής του «Βιογραφικού Τμήματος» της CIA (1951-1952). Προϋπηρεσία που, όπως παραδέχθηκε κι ο ίδιος κατά την εξιστόρηση της καριέρας του για το αρχείο προφορικής ιστορίας της αμερικανικής Ενωσης Διπλωματικών Σπουδών και Εκπαίδευσης, έκανε πολλούς «καχύποπτους» να πιστεύουν πως «εξακολουθεί να συνδέεται μ’ εκείνη την υπηρεσία» (ADST / Foreign Affairs Oral History Project, «Dan Zachary», https://2cm.es/1i2HZ, σ.10). Στους «καχύποπτους» συμπεριλαμβανόταν προφανώς και ο ελληνικός Τύπος των δεκαετιών του 1970 και του 1980, για τον οποίο η σχέση του με τη CIA θεωρούνταν κάτι παραπάνω από δεδομένη.
Υστερα από μια οκτάμηνη εντατική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας το 1960-1961, ο Ζάκαρι συνδέθηκε πάντως στενά με τη χώρα μας και την πολιτική ζωή της, περνώντας εδώ τα 13 από τα 30 χρόνια της διπλωματικής σταδιοδρομίας του: οικονομικός σύμβουλος στην πρεσβεία της Αθήνας (1961-1962), πολιτικός σύμβουλος στο προξενείο της Θεσσαλονίκης (1962-1965), εμπορικός ακόλουθος στην Αθήνα (1969-1973) και, τέλος, γενικός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη (1977-1981). Μετά τη συνταξιοδότησή του το 1982, απασχολήθηκε ξανά εκτάκτως για μερικούς μήνες το 1987 ως αναλυτής του Γραφείου Πληροφοριών και Ερευνών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (INR) πάνω στα ελληνοτουρκικά.
Η διαφορετική κοινωνική προέλευση κι εμπειρία του, σε σχέση με τους αριστοκράτες συχνά συναδέλφους του που προέρχονταν από τα κλειστά κυκλώματα των ιδιωτικών πανεπιστημίων της Ivy League, φαίνεται πως επικαθόρισε τόσο την ικανότητά του να «διαβάζει» την κοινωνική πραγματικότητα (ήταν ο μόνος Αμερικανός διπλωμάτης που πρόβλεψε λ.χ. σωστά τη συντριβή της Δεξιάς και του εθνάρχη Καραμανλή στις εκλογές του 1963-1964) όσο και την αποκλίνουσα ματιά του πάνω στις βαλκανικές κοινωνίες. Οχι βέβαια πως η έκθεσή του αποφεύγει τα ψυχροπολεμικά στερεότυπα. Η αξία της συνίσταται κυρίως στην πρωτότυπη ματιά της σε σχέση με τις βεβαιότητες που αναπαράγονται συστηματικά στην αμερικανική διπλωματική αλληλογραφία της εποχής για τα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές αντιπάλων και ημετέρων.
Θορυβώδεις καφενειακοί βρυχηθμοί
Η έκθεση ξεκινά με τις αναμενόμενες ευχαριστίες του συντάκτη της προς τον προϊστάμενό του και παραλήπτη της, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα τη φύση και τα όρια της εμπειρίας που τον ενέπνευσε:
«Αγαπητέ Νταν
Θέλω να σ’ ευχαριστήσω που κατέστησες δυνατό το ταξίδι που ο Τζον Ντέι κι εγώ κάναμε στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία λίγο πριν από μια βδομάδα. Καλύψαμε σχεδόν 2.000 μίλια σε εννιά ημέρες σε δρόμους καλούς και έτσι κι έτσι [ελληνικά στο πρωτότυπο], επισκεφτήκαμε δε και τις τρεις πρωτεύουσες καθώς κι έναν αριθμό από μικρές κι επαρχιακές πόλεις. Είχαμε την τύχη να μας κάνει εξαιρετικά καλό καιρό, γεγονός που ενδεχομένως έκανε τις εντυπώσεις μου περισσότερο ρόδινες απ’ ό,τι αν είχαμε ταξιδέψει εν μέσω του χειμώνα. Εν πάση περιπτώσει, ήταν μια έξοχη ευκαιρία να δω από κοντά τρεις από τους βόρειους γείτονες της Ελλάδας, και πιστεύω πως απ’ αυτό το ταξίδι βγήκα κερδισμένος από την άποψη μιας καλύτερης κατανόησης της πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας σε τούτο το μέρος του κόσμου. Σκέφτομαι πως θα σου άρεσε να διαβάσεις τις εντυπώσεις μου απ’ αυτές τις τρεις χώρες ύστερα απ’ αυτό το πεταχτό ταξιδάκι. Το βασικό ενδιαφέρον τους έγκειται ίσως στον επιφανειακό χαρακτήρα της επισκόπησής μου: το ταξίδι ήταν άκρως σύντομο και δεν ξέρω σχεδόν τίποτα για τις χώρες του [σοβιετικού] μπλοκ. Πρόκειται για τα σχόλια κάποιου που εδώ και δυόμισι χρόνια βλέπει την ελληνική ύπαιθρο και τα ελληνικά χωριά. Στη Γιουγκοσλαβία πήραμε έναν νεαρό Καναδό που έκανε ωτοστόπ, ήταν το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό και μόλις είχε διασχίσει τη Γαλλία, τη Γερμανία κ.λπ. Η Γιουγκοσλαβία τού φαινόταν αυτουνού πολύ φτωχή και πως έχει πάρει την κάτω βόλτα· για εμάς όμως, ύστερα από έξι μέρες στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία συν διαμονή στην Ελλάδα, το Βελιγράδι και η υπόλοιπη χώρα φαίνονταν μια χαρά».
Ακολουθούν δύο παράγραφοι με τίτλο «Μακεδονικό Ζήτημα». Ως πολιτικός σύμβουλος του προξενείου στη Θεσσαλονίκη, ο Ζάκαρι καταπιανόταν μ’ αυτό συστηματικά, ιδίως όσον αφορά τη διερεύνηση της μειονοτικής του διάστασης, όπως ο ίδιος θα εξηγήσει αργότερα στην αυτοβιογραφική του αφήγηση (όπ.π., σ.21-22 & 61). Εδώ, το ενδιαφέρον του εστιάστηκε κυρίως στη διερεύνηση της κοινωνικής βάσης και των πραγματικών διαστάσεων του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού:
«Κουβεντιάσαμε γι’ αυτό το ζήτημα κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής μας στην περιοχή των Σκοπίων με τον Ελληνα πρόξενο, καθώς και μ’ έναν Σλαβόφωνο από την Καστοριά που εγκατέλειψε την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1940 κι έναν πολύγλωσσο διευθυντή ξενοδοχείου από τη Μικρά Ασία που ισχυριζόταν πως είναι Μαυροβούνιος. Κουβέντες γι’ αυτό το ζήτημα κάναμε επίσης στο Βελιγράδι. Ο Ελληνας πρόξενος, ένας ικανός άνθρωπος που βρίσκεται στα Σκόπια την τελευταία τετραετία, είχε την πάγια άποψη πως οι Γιουγκοσλάβοι έχουν βλέψεις πάνω στη Βόρεια Ελλάδα και πως η απειλή που πηγάζει απ’ αυτές για την ελληνική επικράτεια είναι πάντοτε παρούσα. Το Βελιγράδι, παραδέχθηκε ο πρόξενος, κάνει λίγη μόνο φασαρία, αλλά δεν την πολυχρειάζεται αφού τα Σκόπια είναι πανευτυχή να παίζουν αυτά μπάλα επ’ αυτού, συντηρώντας τον αναβρασμό. Η πρόσφατη σχετική ηρεμία οφείλεται, είπε, στην απασχόληση της τοπικής κυβέρνησης με τα προβλήματα της πόλης μετά τον σεισμό του 1963. Υπάρχουν ωστόσο στην περιοχή των Σκοπίων 20.000-25.000 Σλαβόφωνοι από την Καστοριά και τη Φλώρινα, συν ένας αριθμός από ντόπιους θερμοκέφαλους, κι έχει κανείς την εντύπωση, ενδεχομένως όχι παντελώς αδικαιολόγητη, ότι το νούμερο ένα άθλημα στα καφενεία της πόλης ήταν οι θορυβώδεις βρυχηθμοί προς την κατεύθυνση του Αιγαίου.
Οσον αφορά τους υπόλοιπους μαχητές του ανταρτοπολέμου που το έσκασαν πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα το 1949, οι Ελληνες διπλωμάτες είχαν λιγοστή πληροφόρηση. Αυτοί οι φυγάδες, ελληνικής ως επί το πλείστον εθνοτικής καταγωγής, είναι διασκορπισμένοι στις χώρες του [σοβιετικού] μπλοκ κι έχουν διαιρεθεί σε φατρίες. Πού και πού κάποιος απ’ αυτούς περιφέρεται σε κάποια ελληνική πρεσβεία. Πολλοί θα ήθελαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, η ηγεσία τους όμως επιμένει ακόμη στον μαζικό επαναπατρισμό».
Αυτό το τελευταίο δεν ήταν φυσικά καθόλου ακριβές. Αυτός που εμπόδιζε μέχρι το 1982 τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου ήταν στην πραγματικότητα το ελληνικό κράτος, οι υπηρεσίες του οποίου είχαν υιοθετήσει μια πολιτική παραχώρησης αδειών επαναπατρισμού με το σταγονόμετρο, ύστερα από εξαντλητική μελέτη του ατομικού φακέλου κάθε υποψήφιου παλιννοστούντα. Για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής μετά την εγκατάλειψη της στρατηγικής του «όπλου παρά πόδα» από την ηγεσία του ΚΚΕ το 1956, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί ν’ ανατρέξει στο άρθρο μου «Καινούργια κατάσταση, καινούργια καθήκοντα: το βαθύ κράτος του ελληνικού “πολεμικού αστισμού” απέναντι στην κομμουνιστική στρατηγική της “ειρηνικής συνύπαρξης”» (περ. «Αρχειοτάξιο», τχ.18, 11.2016, σελ.98-116).
Η Ελλάδα και οι άλλοι
Αυτά όσον αφορά τους πολιτικούς πρόσφυγες, «Ελληνες το γένος» και μη. Στη συνέχεια της έκθεσής του, ο Νταν Ζάκαρι καταγίνεται ωστόσο με μια συνολική σύγκριση μεταξύ της Ελλάδας και των βορείων γειτόνων της, της οικονομίας και του επιπέδου ζωής τους.
Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Ελληνες διπλωμάτες», επικεντρώνεται στην αδυναμία αυτών των τελευταίων να δουν λίγο πιο πέρα από τη στρατιωτική πρόσληψη της εθνικής ασφάλειας, αλλά και ν’ απαλλαγούν από τη συμπλεγματική υπεροψία που δεν τους επέτρεπε ν’ αποτιμήσουν ορθολογικά τις εξελίξεις στη γειτονιά μας:
«Δράξαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με διπλωματικά και προξενικά στελέχη της Ελλάδας στις τρεις πρωτεύουσες που επισκεφτήκαμε και στα Σκόπια. Οι απόψεις τους για τις χώρες στις οποίες υπηρετούν ελάχιστα φάνηκαν να διαφέρουν από εκείνες πολλών Ελλήνων. Ο παράγοντας που κυριαρχεί στη σκέψη τους, όσον αφορά τις δύο σλαβικές χώρες, είναι ο μακροχρόνιος κίνδυνος που συνιστούν για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Τρεις εισβολές από τη Βουλγαρία σε 50 χρόνια και ο αιματηρός ανταρτοπόλεμος των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 1940 έχουν αφήσει βαθιά και διαρκή εντύπωση στα ελληνικά μυαλά, τόσο ώστε ακόμη κι οι διπλωμάτες έχουν ενδεχομένως δυσκολία να δουν μια διαφορετικού είδους απειλή απ’ αυτές τις χώρες. Οι προσπάθειες να τραβήξουμε την προσοχή αυτών των ανθρώπων στο ζήτημα της οικονομικής ανάπτυξης στις γειτονικές χώρες έβγαλαν κάτι το αξιοσημείωτο: πως οι Ελληνες, των διπλωματών συμπεριλαμβανομένων, έχουν μεγάλη δυσκολία ν’ αξιολογήσουν αυτές τις χώρες με οικονομικούς όρους ή να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις για την Ελλάδα μιας γρήγορης οικονομικής μεγέθυνσης σ’ αυτές στις χώρες. Απεναντίας, το καθετί γίνεται αντιληπτό με πολιτικούς ή διανοητικούς όρους. Στην ερώτηση τι μπορεί να σημάνει για τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία ένα εργοστάσιο χαλυβουργίας που αποδίδει πέντε εκατομμύρια τόνους τον χρόνο και ποιον αντίκτυπο θα μπορούσε να έχει για την Ελλάδα ένα ψηλότερο επίπεδο ζωής εκεί, ο πρόξενος απάντησε πως η κατασκευή μιας πελώριας χαλυβουργίας δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια προσπάθεια ν’ αποκτηθεί μεγαλύτερος έλεγχος πάνω στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και ν’ αυξηθεί γενικά η γιουγκοσλαβική επιρροή στη Βόρεια Ελλάδα. Ενας Ελληνας διπλωμάτης στο Βουκουρέστι παραδέχθηκε πως η ρουμανική τεχνική εκπαίδευση είναι εξαίρετη, όταν όμως τον ρωτήσαμε αν η Ελλάδα θα έπρεπε να επιχειρήσει κάτι παρόμοιο, η απάντησή του ήταν πως αυτός είναι “Αθηναίος” κι όχι “Σπαρτιάτης”, τουτέστιν, ότι μια εκπαίδευση που αποσκοπεί στην πνευματική καλλιέργεια είναι προτιμότερη. Οταν ρωτήθηκε σχετικά με ένα μεγάλο βουλγαρικό χαλυβουργικό εργοστάσιο και την απουσία οποιουδήποτε εργοστασίου συγκρίσιμου μεγέθους στην Ελλάδα, το σχόλιο του Ελληνα επιτετραμμένου στη Σόφια ήταν πως αν τέτοια τσαπατσουλιά, σαν αυτή που συνδέθηκε μ’ αυτό το σχέδιο, είχε προκύψει στην Ελλάδα, η κυβέρνηση δεν θα είχε αντέξει ούτε μια μέρα. Οι Ελληνες θεωρούν θεμιτό να συγκρίνουν την οικονομία τους μ’ εκείνες της Δυτικής Ευρώπης, δεν πρόκειται όμως να κάνουν οποιαδήποτε σοβαρή κι ενδεχομένως δυσμενή σύγκριση με τους προς Βορράν “υπανθρώπους” [untermenschen]. Αυτή η ανικανότητα να δουν πέρα από τις πολιτικές και στρατιωτικές πτυχές των σχέσεών της μ’ εκείνες τις χώρες, σίγουρα δεν ευνοεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Ελλάδας».
Ακολουθεί το κεφάλαιο με τον παρεξηγήσιμο τίτλο «Κομμουνιστές-Ελληνες, 10-0», όπου «κομμουνιστές» είναι φυσικά οι γείτονές μας:
«Οι τρεις χώρες που επισκεφθήκαμε φαίνονταν να προηγούνται της Ελλάδας στους παρακάτω συγκεκριμένους τομείς, πέρα από τις γενικές παρατηρήσεις όσον αφορά τη βιομηχανική ανάπτυξη, τους ορυκτούς πόρους και την καλλιεργούμενη γη που έκανα στο [τηλεγράφημα] Α-105: εξηλεκτρισμό της υπαίθρου· αναδάσωση (Βουλγαρία)· καθαριότητα των πόλεων και της υπαίθρου· ποιότητα των αροτριώντων ζώων και του ζωικού κεφαλαίου (Γιουγκοσλαβία)· τουρισμός (η Γιουγκοσλαβία δέχεται πάνω από ένα εκατομμύριο ξένους τουρίστες ετησίως)· γενική εκπαίδευση, ιατρική περίθαλψη και άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης· σύγχρονο ντιζάιν στην αρχιτεκτονική και τους ουρανοξύστες (Γιουγκοσλαβία)· πολιτιστικές ατραξιόν ορισμένου είδους (όπερα στη Σόφια, στρατιωτικό μουσείο στο Βελιγράδι, πινακοθήκη στη Βουκουρέστι)· τηλεόραση και στις τρεις χώρες· καλύτερη μουσική στο ραδιόφωνο και με μεγαλύτερη ποικιλία (Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία)· και καλύτεροι ντόπιοι οδηγοί. Η παραπάνω λίστα είναι εντελώς διερευνητική, καθώς βασίζεται σε μια πολύ σύντομη εμπειρία και συνομιλίες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού».
Ο αόρατος μεγάλος αδερφός
Για τον Αμερικανό διπλωμάτη είχε σημάνει η ώρα της αλήθειας. Στο επόμενο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Σημάδια της κομμουνιστικής εξουσίας», ξεδιπλώνει τον εντυπωσιασμό του από τη διαπίστωση πως οι Λαϊκές Δημοκρατίες των Βαλκανίων δεν είχαν και πολλή σχέση με την κόλαση που ο ίδιος φανταζόταν βάσει των ψυχροπολεμικών αναγνωσμάτων του, υπηρεσιακών και μη.
Διαβάζοντας τις παρακάτω γραμμές, δεν πρέπει φυσικά να χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο την πολιτικοϊδεολογική κι επαγγελματική συγκρότηση του συντάκτη τους, δουλειά του οποίου ήταν η προάσπιση όχι μόνο των κρατικών συμφερόντων των ΗΠΑ αλλά και κάθε λογής προπυργίων του «ελεύθερου κόσμου». Η μπάρα ήταν, μ’ άλλα λόγια, εξ αρχής πολύ χαμηλά:
«Τα σημάδια της κομμουνιστικής εξουσίας στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία ήταν λιγότερα απ’ ό,τι περίμενα να βρω. Εχοντας ακούσει και διαβάσει για τις κομμουνιστικές δικτατορίες κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων, περίμενα τα σύμβολα ενός κομμουνιστικού καθεστώτος να είναι πολύ περισσότερο εμφανή. Απεναντίας, αφού περάσαμε τα βουλγαρικά σύνορα -όπου έβλεπες κανέναν δυο φαντάρους σοβιετικού στιλ και μια σειρά από πύργους-παρατηρητήρια (πιθανόν μη επανδρωμένους)- τα σημάδια της νέας τάξης πραγμάτων δεν ήταν υπερβολικά άφθονα. Εδώ κι εκεί μπορούσες να δεις ένα κόκκινο αστέρι να διακοσμεί κάποιο δημόσιο κτίριο ή εικόνες του Λένιν και του Δημητρόφ στον τοίχο κάποιου εστιατορίου. Πολύ λίγοι αστυνομικοί στάθμευαν κατά μήκος της εθνικής οδού και καμιά απολύτως ένδειξη παρακολούθησης από τη μυστική αστυνομία δεν παρατηρήθηκε σε όλη τη Βουλγαρία. Η εμφάνιση χαμογελαστών παιδιών και νεαρών ενηλίκων που χαιρετούσαν, και οι οποίοι ήταν αξιοπρεπώς ντυμένοι, ελάχιστη σχέση είχε με την εικόνα που είχα προηγουμένως σχηματίσει για τις καταδυναστευόμενες μάζες των δορυφόρων [της ΕΣΣΔ]. Τα εμφανέστερα σημάδια κομμουνιστικής διακυβέρνησης ήταν τα κολχόζ με πάμπολλες γυναίκες (και σπανιότερα άντρες) να εργάζονται πλάι πλάι σε μακριές σειρές στα μεγάλα, ακατάτμητα χωράφια. Στη Γιουγκοσλαβία, ενδείξεις για το χέρι του μεγάλου αδερφού ήταν ακόμη δυσκολότερο να βρεθούν. Στη Ρουμανία, από την άλλη, τα σημάδια ελέγχου από ένα αστυνομικό κράτος ήταν πιο άφθονα. Πινακίδες στο οδικό δίκτυο με αριθμητικά μεγέθη και στόχους της παραγωγής, σημεία ελέγχου από την αστυνομία σε τακτά διαστήματα, απροθυμία ορισμένων να μιλήσουν με ξένους όταν τους πλησίαζες, ο αριθμός των ανδρών, γυναικών και παιδιών που εργάζονταν στους δρόμους, στα χωράφια και σε υπηρεσίες καθαρισμού, όλα αυτά ήταν ενδείξεις της κυβερνητικής πίεσης στον πληθυσμό ώστε να εργάζεται σκληρότερα και να πειθαρχεί. Στη Σόφια, τα πλήθη των ανθρώπων που περιεργάζονταν προσεκτικά την έκθεση της USIS και η έντονη περιέργεια για τους ξένους και για το αμερικανικής κατασκευής αυτοκίνητό μας ήταν επίσης ενδείξεις πως η κυβέρνηση έχει καταφέρει να κρατήσει τον πληθυσμό σε αρκετή απομόνωση από εξωτερικές επιρροές. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, τόσο στην ύπαιθρο όσο και στις πόλεις, οι άμεσες εξωστρεφείς ενδείξεις 17 χρόνων κομμουνιστικής διακυβέρνησης δεν ήταν υπερβολικά πλούσιες».
Γύφτοι και Ρέι Τσαρλς
Οι γενικές αυτές διαπιστώσεις εξειδικεύονται σε τρεις διαδοχικές παραγράφους, καθεμιά από τις οποίες επιχειρεί ν’ απαντήσει σε διαφορετικό ερώτημα: παραδοσιακές επιβιώσεις, βιοτικό επίπεδο, διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους χωρών. Το βλέμμα του επισκέπτη από το Σικάγο παραμένει φυσικά φευγαλέο και διαποτισμένο μέχρι μυελού οστέων από τις αμερικανικές αξίες και στερεότυπα. Το λεξιλόγιό του, πάλι, δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για υπερβολική πολιτική ορθότητα:
Αλλαγή με παραδοσιακούς τρόπους
«Με την έλλειψη σημείων των κομμουνιστικών καθεστώτων σχετίζεται το γεγονός πως οι κομμουνιστές δεν έχουν καταφέρει να’ αλλάξουν, τουλάχιστον στην επιφάνεια, πολλούς από τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής. Σε γενικές γραμμές, η ζωή φαίνεται συχνά να κυλάει, επιφανειακά τουλάχιστον, με τον ίδιο λίγο-πολύ τρόπο που συμβαίνει και αλλού. Οι χωρικοί ζουν ακόμα στα χωριά τους, φορώντας σε κάποια μέρη τις πολυκαιρισμένες ενδυμασίες τους. Τα γκαρσόνια του Βουκουρεστίου σερβίρουν ακόμη τα φαγητά με ευρωπαϊκή δεξιότητα, φοιτητές κρατιούνται χέρι χέρι και οι εκκλησίες έχουν συχνά αρκετούς θαμώνες, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται νέοι άντρες και γυναίκες. Πιο διασκεδαστικοί κι ανεπάντεχοι απ’ όλους είναι οι Γύφτοι, ορισμένοι τουλάχιστον από τους οποίους καταφέρνουν, παρά τις προσπάθειες των κομμουνιστών, να εξακολουθήσουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους και πετυχαίνουν να φαίνονται ακριβώς τόσο βρόμικοι και να είναι ακριβώς τόσο ενοχλητικοί όσο και οι Γύφτοι του ελεύθερου κόσμου. Εδώ κι αιώνες κατατροπώνουν το σύστημα, το δε κομμουνιστικό δεν φαίνεται ν’ αποτελεί εξαίρεση.
Επίπεδο ευημερίας
Το επίπεδο της ευημερίας, ο βαθμός του νεωτερισμού και η εν γένει εμφάνιση των τριών χωρών ήταν καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα να βρω. Η ανεβασμένη εικόνα της υπαίθρου στη Βουλγαρία, η θέα τηλεοπτικών κεραιών παντού, οι ζωηρές ταμπέλες από νέον στη Σόφια, οι κομψοί άρρενες Ρουμάνοι στο Βουκουρέστι και τα ζεστά μπαράκια όπου ακούς Ντίνα Ουάσινγκτον και Ρέι Τσαρλς, η πυκνή κυκλοφορία στο Βελιγράδι, τα κτίρια εκεί με μοντέρνα ιταλική αρχιτεκτονική ήρθαν ως εκπλήξεις, ακόμη κι αν είχα ακούσει προηγουμένως για μερικά απ’ αυτά. Ο αριθμός των εργοστασίων, των μεγάλων κτιρίων κ.λπ. επίσης μ’ εντυπωσίασε, γιατί στην Ελλάδα δεν βλέπει κανείς και τόσο πολλά. Τέλος, τα παιδιά και οι νέοι ιδίως άνθρωποι έμοιαζαν χαλαροί και χαρούμενοι στα περισσότερα μέρη.
Κάθε χώρα διαφορετική
Ηταν εμφανές, έστω και σ’ ένα γρήγορο ταξίδι, πως κάθε χώρα έχει το δικό της πακέτο παραδόσεων και προβλημάτων. Κρίνοντας από τον διαφορετικό τρόπο λειτουργίας τους, οι κυβερνήσεις πρέπει κι αυτές να το συνειδητοποιούν, ανεξαρτήτως της μαρξιστικής ιδεολογίας τους. Στη Ρουμανία λ.χ. οι Ρουμάνοι που έχουν τη φήμη τεμπέληδων κι αμέριμνων έχουν μαντρωθεί κι επιτηρούνται στενά από την ηγεσία τους, μια τεχνική που απ’ ό,τι φαίνεται δεν χρειάζεται για τους πιο πειθαρχημένους και νωθρούς Βουλγάρους. Την ίδια στιγμή οι Ρουμάνοι κομμουνιστές ηγέτες προσανατολίζουν τη χώρα τους προς τη Δύση στα εμπορικά ζητήματα, τα έργα βιομηχανικής οικοδόμησης και τα πολιτιστικά συμβάντα, κάτι που οι Βούλγαροι ελάχιστα κάνουν. Η Γιουγκοσλαβία, φυσικά, κατέχει εδώ και καιρό έναν μεσαίο χώρο, όπως δείχνει η εγκατάλειψη (προς το παρόν, τουλάχιστον) της κολεκτιβιστικής γεωργίας και η εισαγωγή αμερικανικών σουπερμάρκετ. Στη Γιουγκοσλαβία βλέπει κανείς τέτοια παρακμιακά γνωρίσματα όπως ζητιάνους, λούστρους, υπαίθριες διαφημίσεις και πόρνες. Οι αντιθέσεις μεταξύ των τριών [χωρών] είναι έτσι πολυάριθμες».
Η αυτοαπομόνωση των συναδέλφων
Το κλείσιμο της έκθεσης, με τίτλο «Απόψεις των διπλωματικών αποστολών», μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Ως προληπτικές εξηγήσεις του συντάκτη της, κατ’ αρχάς, για την απόκλιση των δικών του παρατηρήσεων κι εκτιμήσεων από την εικόνα που μετέδιδαν οι διαπιστευμένοι εκεί συνάδελφοί του. Αλλά και ως καυστική κριτική ενός αυτοδημιούργητου παιδιού εργατικής οικογένειας για την πρακτική αδυναμία αυτών των τελευταίων, διαφορετικής κατά τεκμήριο κοινωνικής καταγωγής και εκ γενετής βολεμένων, ν’ αντιληφθούν την πραγματικότητα λίγο πιο πέρα από τη μύτη τους, ακόμη και να ενδιαφερθούν να τη διερευνήσουν:
«Το προσωπικό των [αμερικανικών] διπλωματικών αποστολών στις δύο χώρες του [σοβιετικού] μπλοκ φιλοτέχνησε μια πολύ πιο σκυθρωπή εικόνα, σοβαρών ελλείψεων κατοικίας, περιορισμών στις κινήσεις κ.λπ. Η εικόνα δεν είναι βέβαια τόσο απλή και, όντως, η Ρουμανία και η Βουλγαρία θα μπορούσαν να είναι οι δύο πιο στριμωγμένες χώρες του [σοβιετικού] μπλοκ. Κατά κάποιο τρόπο περίμενα, ωστόσο, πως θα ήταν πολύ πιο καταπιεστικές και ζοφερές απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Στη δε Γιουγκοσλαβία το κλίμα φαινόταν αρκετά χαλαρό και ο κόσμος αληθινά ευκατάστατος, το δε Βελιγράδι δεν φαινόταν να υπολείπεται και πολύ από την Αθήνα σε προσωπικότητα και σε όσα προσφέρει.
Το προσωπικό των δύο διπλωματικών αποστολών [μας] διάγει μια ύπαρξη κάπως καταθλιπτική με μακρά ωράρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και νυχτερινές βάρδιες, πολύ μικρή επαφή με τους γηγενείς, κοινωνική ζωή περιορισμένη αποκλειστικά στην παροικία των Δυτικών και πολύ λίγα ταξίδια. Αυτή η απομόνωση φαίνεται πως είναι εν μέρει αυτοεπιβεβλημένη. Ευκαιρίες για διασκέδαση μέσα στην πόλη ή ταξίδια το Σαββατοκύριακο σε ελκυστικά παράλια κ.λπ. σπάνια αξιοποιούνται. Πολύ λίγα ταξίδια γίνονται σε γειτονικές κομμουνιστικές χώρες, μολονότι τέτοιου είδους ταξίδια θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμα. Αυτή η συμπεριφορά [μού] θύμισε τη σοβιετική παροικία της Κοπεγχάγης όταν ήμουνα εκεί το 1955-57, γιατί παρά την ελευθερία που είχαν να ταξιδεύουν κ.λπ., οι διπλωμάτες του [σοβιετικού] μπλοκ περιόριζαν τα ταξίδια, τις επαφές και την έκθεσή τους προς τα έξω σ’ ένα μίνιμουμ. Ενας αξιωματούχος σε κάποια από τις διπλωματικές αποστολές μας κατάφερε πάντως να βρει ευκαιρίες να ταξιδέψει στο εσωτερικό της χώρας του. Απέπνεε σημαντικό ενδιαφέρον για τη δουλειά του κι ήξερε πολλά για τη χώρα. Οπως κατά κανόνα συμβαίνει, ανακάλυψε πως οι επαρχιώτες είναι περισσότερο διατεθειμένοι να χαλαρώσουν και να πουν αυτό που σκέφτονται.
Ειλικρινά υμέτερος
Νταν Α. Ζάκαρι
Αμερικανός πρόξενος»


Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας