Αθήνα, 18°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
18°C
19.1° 15.2°
2 BF
56%
Θεσσαλονίκη
Αραιές νεφώσεις
17°C
18.3° 15.8°
0 BF
80%
Πάτρα
Αυξημένες νεφώσεις
14°C
13.8° 13.0°
1 BF
60%
Ιωάννινα
Αραιές νεφώσεις
9°C
8.9° 8.9°
1 BF
87%
Αλεξανδρούπολη
Αίθριος καιρός
11°C
10.9° 10.9°
0 BF
76%
Βέροια
Αραιές νεφώσεις
16°C
15.9° 15.9°
1 BF
74%
Κοζάνη
Αραιές νεφώσεις
11°C
11.4° 11.4°
1 BF
62%
Αγρίνιο
Αραιές νεφώσεις
16°C
16.1° 16.1°
1 BF
71%
Ηράκλειο
Ελαφρές νεφώσεις
14°C
17.7° 13.8°
3 BF
88%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
15°C
16.0° 14.9°
1 BF
61%
Ερμούπολη
Σποραδικές νεφώσεις
18°C
18.4° 18.4°
2 BF
72%
Σκόπελος
Σποραδικές νεφώσεις
18°C
18.2° 18.2°
1 BF
72%
Κεφαλονιά
Αραιές νεφώσεις
16°C
16.3° 16.3°
1 BF
67%
Λάρισα
Σποραδικές νεφώσεις
16°C
16.3° 16.3°
0 BF
81%
Λαμία
Σποραδικές νεφώσεις
19°C
19.4° 15.1°
1 BF
59%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
17°C
17.1° 15.8°
2 BF
69%
Χαλκίδα
Αραιές νεφώσεις
17°C
17.3° 17.3°
2 BF
63%
Καβάλα
Ελαφρές νεφώσεις
17°C
16.6° 12.3°
0 BF
70%
Κατερίνη
Αραιές νεφώσεις
14°C
14.2° 14.2°
1 BF
83%
Καστοριά
Αυξημένες νεφώσεις
12°C
11.6° 11.6°
1 BF
65%
ΜΕΝΟΥ
Πολυτεχνείο: Οδός Πατησίων, απόγευμα της Παρασκευής 16/11/1973
Οδός Πατησίων, απόγευμα της Παρασκευής 16/11/1973 | Γ. ΦΑΤΣΗΣ «ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ‘73»
Το Πολυτεχνείο με τα μάτια των δυτικών πρεσβειών. Μέρος Β΄. Η εξέγερση

«Θερμός χειμώνας» μέσα στον Νοέμβρη

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας, το προηγούμενο Σάββατο, είδαμε πως οι σημαντικότερες δυτικές πρεσβείες στην Αθήνα υποδέχθηκαν το 1973 ευνοϊκά το «πείραμα Μαρκεζίνη», την προσπάθεια δηλαδή της δικτατορίας (και κυρίως του δικτάτορα Παπαδόπουλου, ως «Προέδρου της Δημοκρατίας» πλέον) να μονιμοποιηθεί διά της αποστρατιωτικοποίησης, με μια ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση και συντεταγμένη μετάβαση σ’ έναν «κοινοβουλευτισμό» πλήρως υποταγμένο στον στρατό και στο μετεμφυλιακό πλέγμα ασφαλείας των εθνικοφρόνων.

Στο σημερινό, δεύτερο μέρος θα δούμε πώς αυτές οι ίδιες πρεσβείες αντιμετώπισαν την αντιδικτατορική εξέγερση του Νοεμβρίου, η έκταση και η έκβαση της οποίας ακύρωσαν στην πράξη μια τέτοια εξέλιξη – ανοίγοντας τον δρόμο για έναν πραγματικό εκδημοκρατισμό, όταν η απομονωμένη χούντα Ιωαννίδη που διαδέχθηκε τον Παπαδόπουλο κατέρρευσε το επόμενο καλοκαίρι σαν χάρτινος πύργος, μετά την αυτοκαταστροφική προσπάθειά της ν’ αποκτήσει λαϊκό έρεισμα μέσω ενός εθνικιστικού τυχοδιωκτισμού.

Επιστροφή στο 1965;

Οι πρώτες ενδείξεις για την επερχόμενη αντιδικτατορική εξέγερση προήλθαν ως γνωστόν την Κυριακή 4 Νοεμβρίου από τις οδομαχίες που ακολούθησαν το μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου. Η έκτασή τους δεν ήταν ωστόσο τέτοια, ώστε να μεταβάλει την οπτική γωνία των Δυτικών διπλωματών για τις εξελίξεις.

«Βίαιες συγκρούσεις σημειώθηκαν χθες (4/11) στο κέντρο της Αθήνας, μεταξύ της αστυνομίας και τμήματος ενός πλήθους 5.000 ανθρώπων, ύστερα από μνημόσυνο του τέως πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου στο κεντρικό νεκροταφείο», ενημέρωσε λ.χ. την επομένη το Φόρεϊν Οφις ο Βρετανός πρέσβης, Ρόμπιν Χούπερ. «Οι συμπλοκές ξεκίνησαν όταν η αστυνομία προσπάθησε να εμποδίσει διαδηλωτές να παρελάσουν στην Πλατεία Συντάγματος. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες, η αστυνομία κάποια στιγμή πυροβόλησε στον αέρα. Μεταγενέστερη επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως κατηγόρησε ομάδες εξτρεμιστών για τις συμπλοκές κι ανέφερε ότι τραυματίστηκαν 32 αστυνομικοί και 3 διαδηλωτές. Σύμφωνα ωστόσο με ανεπίσημες πληροφορίες, οι απώλειες μεταξύ των πολιτών ήταν πολύ περισσότερες. 17 από τους 30 συλληφθέντες εξακολουθούν να κρατούνται από την αστυνομία» (No.379, FCO 9/1712/61 και FO 286/1460/351).

Για τη σχετική πληροφόρηση του πρέσβη, αποκαλυπτική είναι η ενδοϋπηρεσιακή έκθεση του υφισταμένου του Σ.Γ. Γουέινραϊτ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που παρακολούθησε από κοντά τα γεγονότα:

«Στο τέλος της λειτουργίας, ένα τμήμα του πλήθους άρχισε να φωνάζει να πάνε όλοι στην Πλατεία Συντάγματος, και για ένα διάστημα φάνηκε πως η αστυνομία θα το επέτρεπε. Οταν όμως το μεγάλο πλήθος έφτασε στη διασταύρωση Συγγρού και Αμαλίας, συνάντησε μια μεγάλη δύναμη αστυνομικών να τους κλείνει την παραπέρα πορεία. Ρίχτηκε σημαντικός αριθμός από πέτρες και η αστυνομία ανταπέδωσε επελαύνοντας και διαλύοντας μ’ επιτυχία το πλήθος. Επεισόδια μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών συνεχίστηκαν για κάμποσο χρόνο σε διάφορα σημεία του κέντρου της Αθήνας […]. Υπάρχουν πληροφορίες πως οδοφράγματα στήθηκαν δίπλα στο ζυθοποιείο Φιξ και πως έπεσε ένας πυροβολισμός από την αστυνομία. Δεν τις έχω επιβεβαιώσει.

Αξίζει ενδεχομένως να έχουμε υπόψη ότι στην Ελλάδα, όπως και στη Βρετανία, απαιτείται άδεια για πορείες και διαδηλώσεις· απ’ όσο γνωρίζω, τέτοια αίτηση δεν είχε κατατεθεί για χθες. Η αστυνομία είχε θεωρητικά δίκιο, ως εκ τούτου, ν’ αρνηθεί να επιτρέψει στους διαδηλωτές να προχωρήσουν» (FO 286/1460/350A).

Η αρνητική πρόσληψη των επεισοδίων αποτυπώνεται και στον απολογισμό του διπλωμάτη Τζον Μάρτιν, η κατανόηση του οποίου για την άρνηση των παλιών πολιτικών να συμμετάσχουν στις εκλογές του Μαρκεζίνη είχε εκνευρίσει, όπως είδαμε το προηγούμενο Σάββατο, τους προϊσταμένους του στο Λονδίνο. «Η εγγενής σημασία της διαδήλωσης δεν ήταν μεγάλη και, όπως μου επισήμανε ο δεύτερος σύμβουλος της γαλλικής πρεσβείας, στο Παρίσι θα περνούσε σχεδόν απαρατήρητη», διαβάζουμε σε έκθεσή του προς το Τμήμα Νότιας Ευρώπης του Φόρεϊν Οφις (8/11/1973, FCO 9/1712/63). «Υπήρξε, παρ’ όλα αυτά, πιο βίαιη υπόθεση απ’ ό,τι οι φοιτητικές κινητοποιήσεις νωρίτερα φέτος κι από καλή τύχη μάλλον παρά από καλή διαχείριση δεν υπήρξαν σοβαροί τραυματισμοί. […] Οι αστυνομικοί δεν φαίνεται να υπήρξαν υπέρμετρα βάναυσοι, αλλά μπορούν πολύ πιο δίκαια να επικριθούν για την τακτική τους. Δεν φαίνεται να ήταν προετοιμασμένοι για φασαρίες, κάποιοι δε απ’ αυτούς πανικοβλήθηκαν εμφανώς από τις πέτρες που έπεφταν και οπισθοχώρησαν».

Λίγο παρακάτω, ο ίδιος εκτιμά πως «ένα μέρος των βιαιοτήτων ήταν προσχεδιασμένο. Υπάρχουν λ.χ. αρκετές πληροφορίες διά διαδηλωτές που ξεκίνησαν για το μνημόσυνο οπλισμένοι με σακούλες με φρούτα ή με πέτρες στην τσέπη. Αλλα πολεμοφόδια ήταν διαθέσιμα σε τριγύρω γιαπιά (και στα υπολείμματα του ναού του Ολυμπίου Διός). Κάμποσοι έμπειροι παρατηρητές σχολίασαν επίσης πως είχαν την εντύπωση ότι κομμουνιστικά στοιχεία ήταν επί το έργον. […] Σύμφωνα με πληροφορία αστυνομικών πηγών, αντιαμερικανική προπαγάνδα που διανεμήθηκε στη διαδήλωση είχε τυπωθεί στη Γαλλία και την Ιταλία».

Τελική εκτίμηση του Βρετανού διπλωμάτη ήταν πως «η διαδήλωση δεν απείλησε επ’ ουδενί την κυβέρνηση. Δεν φαίνεται να δημιούργησε το είδος εκείνο της μαζικής συμπάθειας που ξεσήκωσε η αντιμετώπιση των φοιτητών και δεν προήγαγε την εικόνα της αντιπολίτευσης. Την ίδια στιγμή δεν βελτίωσε καθόλου τις προοπτικές των εκλογών, που επηρεάζονται επίσης από την επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση. Ο Μαρκεζίνης στις προγραμματικές δηλώσεις του της 8ης Οκτωβρίου έκανε λόγο για “θερμό χειμώνα” και μπορεί αυτό να βγει απολύτως αληθινό. Φαίνεται πιθανό η κυβέρνηση ν’ αντιμετωπίσει κι άλλες διαδηλώσεις αυτού του είδους», οπότε «θα χρειαστεί αρκετή επιδεξιότητα για να κρατηθούν υπό έλεγχο και ν’ αποφευχθεί η δημιουργία μαρτύρων».

«Η ύπαρξη συνωμοσίας δεν επαρκεί για να εξηγήσει το εύρος των ταραχών» | Πρέσβης Κριστιάν ντε Μαρζερί προς γαλλικό Υπ.Εξ., Αθήνα 23.11.1973

Λιγότερο εχθρικός προς το αντιδικτατορικό κίνημα, ο Γάλλος πρέσβης Κριστιάν ντε Μαρζερί θα τονίσει από την πλευρά του στους προϊσταμένους του πως η διαδήλωση της 4ης Νοεμβρίου υπήρξε «αξιομνημόνευτη λιγότερο για το μέγεθός της (10.000 άτομα) και περισσότερο για το γεγονός πως υπήρξε η πρώτη καθαρά πολιτική διαδήλωση μετά τη μεγαλειώδη κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου τον Νοέμβριο του 1968». Το πιο ενδιαφέρον σημείο της έκθεσής του αφορά ωστόσο την προσπάθειά του να διαγνώσει το υποκείμενο της εκτροπής μιας μετριοπαθούς πολιτικής εκδήλωσης, όπως ήταν το μνημόσυνο του Παπανδρέου, σε δυναμική αναμέτρηση με το καθεστώς: «Από ποιους προήλθε αυτή η διαδήλωση; Αποκλείεται τα μετριοπαθή παλιά κόμματα να ήταν οι υποκινητές. […] Οι κομμουνιστές πρέπει επίσης ν’ απαλλαγούν από κάθε ευθύνη γιατί, αν είχαν δώσει εντολή, οι διαδηλωτές θα ήταν πολύ περισσότεροι και πλαισιωμένοι από υπηρεσία περιφρούρησης. Η υπόθεση μιας αστυνομικής προβοκάτσιας είναι απίθανη, μολονότι δημοσιογράφοι πίστεψαν πως αναγνώρισαν μεταξύ των διαδηλωτών άτομα της ακροδεξιάς φιλικά προς το καθεστώς. […] Η ηλικία των συμμετεχόντων και η φύση των συνθημάτων τους μας επιτρέπουν ωστόσο να συμπεράνουμε πως οι διαδηλωτές ήταν ουσιαστικά νεαροί που ανήκουν σε ομάδες της ακροαριστεράς οι οποίες κηρύσσονται υπέρ του Ανδρέα Παπανδρέου, γιου του τέως πρωθυπουργού, οι αντιαμερικανικές θέσεις του οποίου είναι αρκετά γνωστές» (12/11/1973, Νο.819/EU).

Το συλλαλητήριο της 4ης Νοεμβρίου στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων της επομένης, αντιπολιτευόμενων και χουντικών, και στον κινηματογραφικό φακό του Κώστα Ζηρίνη
Το συλλαλητήριο της 4ης Νοεμβρίου στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων της επομένης, αντιπολιτευόμενων και χουντικών, και στον κινηματογραφικό φακό του Κώστα Ζηρίνη
Το συλλαλητήριο της 4ης Νοεμβρίου στον κινηματογραφικό φακό του Κώστα Ζηρίνη
«ΚΙΝΟ 1973»

Το ίδιο ακριβώς ερώτημα απασχολούσε και την αμερικανική πρεσβεία. Η βασική έκθεση της τελευταίας για τα γεγονότα (Νο.768 της 5/11/1973) παραμένει μέχρι σήμερα απροσπέλαστη στους ερευνητές, όπως και η συνακόλουθη υπηρεσιακή αλληλογραφία. Το μόνο σχετικό έγγραφο που εντοπίστηκε αφορά το «μνημόνιο συνομιλίας» του συμβούλου Ρόμπερτ Μπράντιν με τον κεντρώο -τότε- πολιτικό Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, την επομένη των επεισοδίων (Box 23/POL 15-1/9). Σύμφωνα με τον Αμερικανό διπλωμάτη, ο τελευταίος τού «είπε ότι στο νεκροταφείο ήταν κάπου 5.000 άνθρωποι, το 10% περίπου των οποίων ήταν νεαροί ακτιβιστές. Δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν είχαν ξεσηκωθεί, αν όχι οργανωθεί, από οπαδούς του Ανδρέα Παπανδρέου. Οταν τον ρώτησα αν η διαδήλωση του θύμισε την κατάσταση του 1965, απάντησε πως η κατάσταση το 1965 δεν ήταν τόσο κακή όσο χαρακτηρίστηκε κατόπιν από δεξιούς και συντηρητικούς. Παραδέχθηκε, πάντως, πως αυτό το είδος διαδηλώσεων μπορούσε να φοβίσει τους συντηρητικούς, ιδίως αξιωματικούς του στρατού».

Από παιδί κι από ταξίαρχο…

Ακολούθησε ένα δεκαήμερο καταιγιστικών εξελίξεων, με επίκεντρο τη δίκη των 17 διαδηλωτών. Η τελευταία πραγματοποιήθηκε στα τότε δικαστήρια της οδού Πανεπιστημίου και, όπως σημειώνει στις 15 Νοεμβρίου σε έκθεσή του ο Γάλλος πρέσβης, «πρόσφερε την ευκαιρία συγκέντρωσης γύρω από το δικαστήριο εκατοντάδων φοιτητών που διαδήλωναν την εχθρότητά τους προς το καθεστώς. Η αναταραχή συνεχίστηκε μετά τη δίκη και μάλιστα αναπτύχθηκε. Τη 14η Νοεμβρίου, πολλές χιλιάδες φοιτητές διαδήλωσαν γύρω από το Πολυτεχνείο απαιτώντας πανεπιστημιακές ελευθερίες και φωνάζοντας “κάτω η χούντα”, “ΕΣΑ βασανιστές” κι “έξω οι Αμερικάνοι”. Ακούστηκαν επίσης κραυγές εχθρικές προς τον κ. Παπαδόπουλο και τη σύζυγό του Δέσποινα, που κατηγορείται για εμπόριο επιρροής. Η αστυνομία απέφυγε ν’ αντιδράσει».

Αυτή η αρχική ανοχή θα προκαλέσει εκ των υστέρων πολλές απορίες, τροφοδοτώντας ποικίλα συνωμοτικά σενάρια. Οπως έχουμε εξηγήσει παλιότερα στη στήλη του «Ιού», ανατρέχοντας στις διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές, η επιλογή εκείνη υπαγορεύθηκε πρωτίστως από την επιθυμία του δικτάτορα ν’ αποφύγει κλιμάκωση των αντιδράσεων, που θα υπονόμευε το μακροπρόθεσμο σχέδιό του να παραμείνει στην εξουσία μια ακόμη δεκαπενταετία ως ηγέτης μιας ψευδοκοινοβουλευτικής Δεξιάς πλήρως αποδεκτής από τη διεθνή κοινότητα («Οι εξεγερμένοι του 1973 έξω από τα κάγκελα», «Εφ.Συν.», 17/11/2012).

Μια ελαφρά διαφορετική ερμηνεία, στην ίδια πάντως κατεύθυνση, έδωσε στις παραμονές της εξέγερσης ο ταξίαρχος Παττακός, μιλώντας κατ’ ιδίαν με τον Βρετανό πρέσβη. «Καθώς ο Παπαδόπουλος είναι αποδεδειγμένα τακτικιστής», διαβάζουμε στην υπηρεσιακή καταγραφή της συνομιλίας τους (7/11), «θα επιτρέψει πιθανόν να πραγματοποιηθούν διαδηλώσεις και κάποιες βιαιότητες στο κέντρο της Αθήνας, προκειμένου το κοινό να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα» (FO 286/1460/358). Ο δικτάτορας δεν υποτίμησε δηλαδή απλά τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά έπεσε τελικά στη δική του παγίδα.

Οι μπάχαλοι του Αντρέα

Τα διαθέσιμα έγγραφα γι’ αυτή καθαυτή την εξέγερση του Πολυτεχνείου είναι αρκετά, κάθε άλλο όμως παρά πλήρη. Απουσιάζει λ.χ. οποιαδήποτε αναφορά, τηλεγράφημα ή έκθεση της αμερικανικής και της βρετανικής πρεσβείας πριν από το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, όταν είχε πλέον εκκενωθεί το ΕΜΠ και κηρυχθεί ο στρατιωτικός νόμος. Από τα γαλλικά αρχεία διαθέτουμε πάλι τις συνοπτικές σχετικές εκθέσεις του πρέσβη στις 15/11 (Νο.840EU) και 16/11 (No.841EU), μαζί με μια σειρά κρυπτογραφικά τηλεγραφήματά του των επόμενων ημερών. Καθώς ο συνολικός όγκος αυτού του υλικού ξεπερνά κατά πολύ τις διαστάσεις ενός δημοσιογραφικού άρθρου, θα περιοριστούμε εδώ στις συνολικές αποτιμήσεις των γεγονότων που συντάχθηκαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην αιματηρή καταστολή της εξέγερσης και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη (25/11).

Η πρώτη αμερικανική αποτίμηση που διαθέτουμε προέρχεται από το πρωί της 17ης Νοεμβρίου και αφορά την ενημέρωση του Ελληνικού Γραφείου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ από τον πρέσβη του στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα (Box 23/POL 13-2). Ο τελευταίος, διαβάζουμε στη σχετική καταγραφή, «πιστεύει πως οι στρατιωτικοί αντέδρασαν υπερβολικά, κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο σε πανεθνική κλίμακα, ενώ η μόνη περιοχή που είχε σοβαρά προβλήματα ήταν η Αθήνα, μολονότι υπήρξαν διαδηλώσεις στην Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη. Επισήμανε πως η ελληνική κυβέρνηση δεν κατέφυγε στη βία μέχρις ότου οι διαδηλωτές “εκτραχύνθηκαν πολύ”. Βλέπει τις εξελίξεις ως μια προσπάθεια στοιχείων της άκρας αριστεράς και δεξιάς να διακόψουν τη διαδικασία πολιτικής εξομάλυνσης. Επισήμανε πως ανάμεσα στα συνθήματα των διαδηλωτών υπήρχαν πολλά που θύμιζαν τα κομμουνιστικά συνθήματα της δεκαετίας του ’40». Από τη στιγμή όμως που «ο Παπαδόπουλος εξέδωσε μια σύντομη μετριοπαθή δήλωση με την οποία δεν έκλεισε την πόρτα στην πρόοδο προς την αποκατάσταση πολιτικής ομαλότητας», ο ίδιος «ελπίζει πως ο Παπαδόπουλος κι ο Μαρκεζίνης θα συνεχίσουν την πορεία προς την αποκατάσταση της πολιτικής κανονικότητας. […] Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα γεγονότα του τελευταίου διημέρου θα πάνε πίσω την πρόοδο σε κάποιο βαθμό». Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, τέλος, η εξήγηση του πρέσβη για τους λόγους που υπαγόρευαν την αναγκαιότητα μιας τέτοιας μετάβασης: «Οι διαδηλώσεις υπογράμμισαν την ανάγκη κυβέρνησης η οποία θ’ απολαμβάνει λαϊκή εντολή, όταν απαιτηθούν αυστηρά μέτρα».

Στην Ουάσινγκτον, τα στελέχη του Ελληνικού Γραφείου ενδιαφέρονταν όμως πρωτίστως ν’ ανακαλύψουν τους πρωταίτιους της εξέγερσης – ή, εν πάση περιπτώσει, να υποδείξουν κάποιους ως τέτοιους. Το διαπιστώνουμε από την εξαιρετικά εύγλωττη συνομιλία του επικεφαλής του Γραφείου, Τζον Ντέι, με τον Ρόμπερτ Μπράντιν της εδώ πρεσβείας, στις 19 Νοεμβρίου:

Ντέι: «Χρειαζόμαστε κάποιο σχόλιο για το ποιος είναι πίσω από τους φοιτητές».
Μπράντιν: «Δύσκολο να το πει κανείς».
Ντέι: «Δεχόμαστε πίεση να έχουμε κάτι».
Μπράντιν: «Σας στέλνουμε κάτι τώρα».

Στη συζήτηση παρεμβαίνει η πολιτική σύμβουλος Ελίζαμπεθ Μπράουν: «εκανα ένα γρήγορο το Σάββατο. Ο Τζακ (Κόλινς) έχει κατιτί παραπάνω. Αρκετά ειλικρινά, σχετικά με την έκταση των εξωγενών στοιχείων που ανακατεύτηκαν και το ποιοι ακριβώς ήταν, δεν είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να είμαστε συγκεκριμένοι».

Ντέι: «Οτιδήποτε σ’ αυτή τη λογική θα βοηθούσε».
Μπράουν: «Εχουμε στην αναφορά κατάστασης κάποιες λεπτομέρειες για τους εργάτες και την ανάμιξή τους» (Box 19 / ADMIN Memos to the Files 1973).

Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς περιείχε η επίμαχη αναφορά. Στην τελική έκθεση που συνέταξε την ίδια μέρα ο Ντέι ως «Προκαταρκτική εκτίμηση της φοιτητικής εξέγερσης στην Ελλάδα» (Box 23 / POL 13-2, Student-Youth Groups 1973, §2), ο βασικός εχθρός συγκεκριμενοποιείται πάντως – στο μέτρο φυσικά του δυνατού και με μια γερή δόση απλών υποθέσεων εργασίας:

«Κρίνοντας από τη φύση των συνθημάτων και σχόλια από την πρεσβεία και την Υπηρεσία [=τη CIA], πιστεύουμε πως οπαδοί του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξαν ένα μείζον στοιχείο πίσω από τους φοιτητές. Οι φίλα προκείμενοι στον Παπανδρέου ήταν ιδιαίτερα ορατοί, τόσο ως ταραχοποιοί όσο και ως συμμετέχοντες. Στην τελευταία συνέντευξή του, που δημοσιεύθηκε στο “Βήμα” λίγες μόνο μέρες προτού οι φοιτητές αρχίσουν να συγκεντρώνονται, ο Παπανδρέου κατήγγειλε όλους όσοι σκέφτονται να συμμετάσχουν στις εκλογές του 1974 κι επί της ουσίας κάλεσε σε ανατροπή του καθεστώτος από λαϊκές δυνάμεις. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία και τον στρατό ήταν καθαρά εναρμονισμένες με το κάλεσμα του Παπανδρέου σε επανάσταση.

Πολλοί συντηρητικοί Ελληνες κι ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος έκαναν λόγο για “αναρχικές” και “μαοϊκές” τάσεις μεταξύ των διαδηλωτών. Μολονότι φαίνεται πιθανό τέτοια στοιχεία ν’ αναμίχθηκαν στα πρόσφατα γεγονότα, το σχετικό βάρος τους δεν είναι καθόλου σαφές. Υπάρχει επίσης υποψία πως ακροδεξιά στοιχεία, τα οποία έβλεπαν με δυσμένεια το πείραμα Μαρκεζίνη, ήλπισαν να τορπιλίσουν τα σχέδια για εκλογές επιδιώκοντας να ενθαρρύνουν τη βία κατά της αστυνομίας και του στρατού.

Αμφιβάλλουμε αν μέλη του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος έπαιξαν, ως οργάνωση, μείζονα ρόλο στις ταραχές του Σαββατοκύριακου. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, η ηγεσία της ισχυρότερης πτέρυγας του ΚΚΕ έχει γενικά αποφύγει οποιεσδήποτε πράξεις βίας, η δε πειθαρχία που ασκεί πάνω στα κομματικά μέλη υπήρξε αρκετά σφιχτή».

Οι συζητήσιμες αυτές εκτιμήσεις δεν εμπόδισαν, πάντως, μια πασιφανή διαπίστωση: «Ενα γεγονός είναι σαφές: οι φοιτητικές διαδηλώσεις αντανακλούν ένα ευρύ φάσμα της πολιτικής γνώμης, περιλαμβάνοντας γιους και κόρες μετριοπαθών και συντηρητικών γονέων. Απ’ αυτή την άποψη, είναι κάτι παρόμοιο με τους φοιτητές που διαμαρτύρονταν πριν από μερικά χρόνια στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ».

Αλήτες - ανεύθυνοι - πολιτικοί

Στη δική του απολογιστική έκθεση (20.11.1973, Νο.398, FCO 9/1712/73), ο Βρετανός πρέσβης επικεντρώνει αντίθετα τα πυρά του κυρίως στους αστούς πολιτικούς, ο μικροκομματισμός των οποίων τίναξε στον αέρα τα σχέδια συντεταγμένης μετάβασης των Παπαδόπουλου-Μαρκεζίνη. Η περιγραφή του για τα γεγονότα αντανακλά τη ρευστότητα των ημερών αλλά και τα αντικειμενικά όρια της πληροφόρησης των οικείων υπηρεσιών όσον αφορά τις εσωτερικές λειτουργίες του κινήματος:

«Οταν ξεκίνησαν οι βιαιότητες αργά στις 16 Νοεμβρίου, ήταν επικεντρωμένες γύρω από το Πολυτεχνείο και η πλειοψηφία των διαδηλωτών ήταν φοιτητές. Μαζί τους ενώθηκαν νωρίς τη 17η Νοεμβρίου άλλα, ενδεχομένως πιο σκληροτράχηλα, εξωτερικά στοιχεία με πιο ακραίες πολιτικές απόψεις, τα οποία περιγράφονται από την κυβέρνηση ως “αναρχικοί”. Πιστεύεται πως υπήρξε διάσπαση μεταξύ των φοιτητών, με τους πιο μαχητικούς να ευνοούν μια έξοδο από το Πολυτεχνείο και τη γύρω περιοχή, την κατάληψη δημόσιων κτιρίων, κοινή δράση φοιτητών κι εργατών κοκ. Αυτή η άποψη επικράτησε και η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε και κατέστη πιο βίαιη. Η αστυνομία ήταν απ’ ό,τι φαίνεται ανίκανη να ελέγξει την κατάσταση. Κλήθηκε ο στρατός κι επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος.

Δεν είναι σαφές τι ρόλο –και αν– διαδραμάτισε η τέως κοινοβουλευτική αντιπολίτευση στην οργάνωση των διαδηλώσεων ή σε ποιο βαθμό ήταν υπεύθυνη για την κατεύθυνση που πήραν αυτές. Ενθάρρυναν ωστόσο ανοιχτά τους φοιτητές, γνωρίζοντας καλά πως αυτό μπορούσε να οδηγήσει σε βιαιότητες, κατ’ ιδίαν δε διεκδικούν εύσημα για ό,τι συνέβη. Χρησιμοποίησαν τους φοιτητές ακολουθώντας συνειδητά μια πολιτική που προσπαθούσε να προκαλέσει την κυβέρνηση σε κατασταλτικές ενέργειες που θα έθεταν τέρμα στο πρόγραμμα του Μαρκεζίνη. Πήραν σε μεγάλο βαθμό αυτό που ήθελαν και τώρα πρέπει, όπως είπε ο πρόεδρος [Παπαδόπουλος], να πάρουν την ευθύνη των ενεργειών τους».

Πολυτεχνείο, βράδυ της 16ης Νοεμβρίου 1973 | ΑΡΧΕΙΟ Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Την καταδίκη των πολιτικών που δεν στάθηκαν στο ύψος που θα ήθελε η πρεσβεία ακολουθεί μια εξίσου επικριτική τεχνική αποτίμηση της καταστολής: «Οι επιχειρήσεις για την αποκατάσταση της τάξης δεν υπήρξαν αντικείμενο ιδιαίτερα επιδέξιου χειρισμού. Το ηθικό του στρατού επί του πεδίου ήταν καλό και τα στρατεύματα που χρησιμοποιήθηκαν –πολλοί απ’ αυτούς νεαροί κληρωτοί– δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις των ταραξιών να ενωθούν με τα “αδέρφια τους”. Σε γενικές όμως γραμμές, η φρουρά της Αθήνας αποδείχθηκε εκπληκτικά κακοδιοικούμενη, κακά εκπαιδευμένη κι ακατάλληλη για καταστολή ταραχών. Αν είχε τέτοια στοιχειώδη βοηθήματα όπως τηλεβόες και φραγμούς από συρματοπλέγματα, δεν τα χρησιμοποίησε. Στάλθηκαν τανκς εκεί που το πεζικό θα ήταν πιο κατάλληλο. Υπήρξαν ένα σωρό πυρά αδιακρίτως, τα οποία προκάλεσαν πανικό και θύματα μεταξύ αθώων παρισταμένων. Αν οι αρχές είχαν δράσει αποτελεσματικά κι αποφασιστικά από την αρχή, θα είχε υπάρξει ίσως λιγότερη αιματοχυσία».

Το ζουμί της έκθεσης Χούπερ βρίσκεται ωστόσο στην προσπάθεια του πρέσβη ν’ αποτρέψει προκαταβολικά οποιαδήποτε καταδίκη του καθεστώτος, παρά το λουτρό αίματος που μόλις είχε αυτό διαπράξει: «Στις ερχόμενες εβδομάδες θα δεχτούμε πιθανόν ισχυρή πίεση, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς, να καταδικάσουμε τις ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης. Πιστεύω πως δεν θα θεωρηθεί πως εγκρίνω τα ατοπήματα και τις βαναυσότητες που έχουν αναμφίβολα συμβεί αν πω πως ελπίζω αυτή η πίεση να αποκρουστεί. Οσο το πείραμα Μαρκεζίνη φαίνεται να έχει μια πιθανότητα επιτυχίας, θα ήταν ατυχές να δώσουμε την εντύπωση πως το έχουμε ξεγράψει· είναι δε σημαντικό ν’ αποφύγουμε κάθε υπαινιγμό πως δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η συμπεριφορά της αντιπολίτευσης τις τελευταίες εβδομάδες ήταν σ’ έναν βαθμό ανεύθυνη. Κάποιο σχόλιο θα πρέπει αναμφίβολα να γίνει. Ελπίζω όμως πως μπορούμε να παραμείνουμε στη γραμμή ότι λυπούμαστε πολύ για τις συμπλοκές στην Αθήνα· ότι μας στενοχωρεί κάθε οπισθοδρόμηση ως προς τη συντεταγμένη αποκατάσταση του δημοκρατικού βίου στην Ελλάδα· και πως αποβλέπουμε στη δημιουργία συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτή η διαδικασία θα μπορέσει να προχωρήσει».

Διά της εις άτοπον απαγωγής

Συνταγμένος στις 23 Νοεμβρίου και σαφώς λιγότερο εχθρικός απέναντι στην εξέγερση από εκείνους των Αγγλοσαξόνων συναδέλφων του, ο επτασέλιδος πυκνογραμμένος απολογισμός του Γάλλου πρέσβη (Νο.15/DA-EU) διαπερνιέται κι αυτός από τις δικές του αντιφάσεις. Η περιγραφή των γεγονότων χαρακτηρίζεται εδώ από μια έκδηλη συμπάθεια προς τους διαδηλωτές, ενίοτε μετριασμένη από σποραδικές επικριτικές διατυπώσεις· σε κάποια σημεία μάλιστα, η καταστολή της αποτυπώνεται με σχεδόν λυρικούς τόνους: «Κι άλλες συμπλοκές με μεμονωμένες ομάδες (μαζικές κινήσεις είναι αδύνατες ενάντια στα τανκς) σημειώνονται την Κυριακή 18 και τη Δευτέρα 19. Ο επίσημος απολογισμός που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα αναφέρει 9 νεκρούς. Ο γονατισμένος πληθυσμός αδειάζει τα καταστήματα για να φτιάξει αποθέματα ζωτικών αγαθών, περιποιείται τους τραυματίες και κλαίει τους νεκρούς του. Ελικόπτερα περνούν ξυστά από τις στέγες κι ακούμε τον βρυχηθμό των αρμάτων, σποραδικές ριπές αυτόματων όπλων και τις σειρήνες των ασθενοφόρων».

Την ίδια συμπάθεια αποπνέει και η αριθμητική αποτίμηση αυτής της καταστολής, αρκετά ακριβής αν λάβουμε υπόψη τις πρακτικές δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος στις συνθήκες των ημερών: «Από απόσταση μιας εβδομάδας και αποτιμώντας τις ενδείξεις που έδωσαν οι καλύτερα πληροφορημένες πηγές, ο απολογισμός αυτών των τραγικών ημερών φαίνεται να ανέρχεται σε μια τριανταριά νεκρούς. Οσο για τους τραυματίες, είναι πολλές εκατοντάδες, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να έχουμε έναν αριθμό έστω και κατά προσέγγιση, λόγω του αριθμού όσων μεταφέρθηκαν στα σπίτια τους για ν’ αποφευχθεί η εγγραφή τους στους αστυνομικούς φακέλους. Οσο για τον αριθμό των συλλήψεων, οι επίσημοι αριθμοί κάνουν λόγο για περίπου 800 άτομα, φαίνεται όμως πως ο πραγματικός αριθμός είναι της τάξης των 1.500».

Από κει και πέρα, η προσπάθεια του πρέσβη να διαγνώσει –κι αυτός– ποιοι ακριβώς υπήρξαν οι καθοδηγητές του αντιδικτατορικού ξεσπάσματος, μοιραία ακολουθεί την ίδια διαδρομή με τις αντίστοιχες απόπειρες των Αμερικανών ομολόγων του – και παρόμοια, λίγο-πολύ, συμπεράσματα:

«Υπάρχει όντως συνωμοσία ή πρόκειται για αυθόρμητη έκρηξη ύστερα από έξι χρόνια δικτατορίας; Βεβαίως, το κίνημα ήταν πολιτικό. Σε ποια χώρα οι φοιτητές ικανοποιούνται με συντεχνιακές διεκδικήσεις; Η ύπαρξη όμως συνωμοσίας δεν επαρκεί για να εξηγήσει το εύρος των ταραχών. Παράλληλα προς ένα κίνημα αυθόρμητο σε μεγάλο βαθμό, υπήρξε μια οργανωμένη δράση. Οργανωμένη από ποιον; Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Αν προχωρήσουμε διά της εις άτοπον απαγωγής, φαίνεται πως οι παλιοί πολιτικοί δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το ν’ ακολουθήσουν το κίνημα στενοχωρημένοι από τα μαρξιστικά συνθήματα, τις αναφορές στον Αλιέντε και τις κραυγές τις εχθρικές προς το ΝΑΤΟ. Είναι ίσως συνεργοί, όπως λέει η κυβέρνηση, το κίνημα όμως δεν ξεκίνησε πιθανά απ’ αυτούς, παρ’ όλο που το ισχυρίζονται, κάτι που στοίχισε στους κ.κ. Μαύρο, Κανελλόπουλο και Ζίγδη να τεθούν στις 20 Νοεμβρίου σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Είναι αμφίβολο αν οι κομμουνιστικές οργανώσεις έδωσαν το σύνθημα για να ξεσπάσουν οι ταραχές. Το κόμμα του εσωτερικού διάκειται, φαίνεται, ευνοϊκά προς τη λύση Μαρκεζίνη, ελπίζοντας έτσι ν’ αποκτήσει έναντι της συμμετοχής του στις εκλογές την αναγνώριση της δραστηριότητάς του, έστω και κάτω από έναν τίτλο διαφορετικό από εκείνον του κομμουνιστικού κόμματος.

Ξέρουμε ότι μέσα στο Πολυτεχνείο υπήρχαν αναρχικοί και μαοϊκοί, οι ίδιοι οι φοιτητές το αναγνώρισαν δημόσια, ήταν όμως λίγοι και η δράση τους δεν φαίνεται να υπήρξε καθοριστική. Απεναντίας, υπήρχαν πάνω από 400 εργάτες, οι οποίοι έπαιξαν έναν κάποιο ρόλο στην οργάνωση των ταραχών. Είχαν συστήσει ακόμη και μια “Εργατική Επιτροπή”, που είχε τον δικό της ραδιοσταθμό και η οποία λειτουργούσε παράλληλα προς τη “Φοιτητική Επιτροπή”, όχι πάντα σε αρμονία μαζί της. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή της εφημερίδας “Le Monde” στην Αθήνα, αυτοί οι εργάτες αποτελούσαν στοιχεία της “βάσης” του κομμουνιστικού κόμματος, που έδρασε δίχως εντολές του κόμματος. Μπορούμε ωστόσο να σκεφθούμε πως “αριστεριστές” οι οποίοι ανήκουν στο Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου έπαιξαν εξίσου έναν ρόλο στην οργάνωση των ταραχών. Ο κ. Παπανδρέου είναι όντως ο μοναδικός Ελληνας πολιτικός που κηρύσσει ανοιχτά, από το εξωτερικό, μια βίαιη αντίσταση στο τωρινό καθεστώς. Εκτιμά στην πραγματικότητα πως η βία του δρόμου είναι το μόνο μέσο για να φύγει ο κ. Παπαδόπουλος.

Εν κατακλείδι, η κυβερνητική θεωρία της συνωμοσίας δεν είναι ιδιαίτερα πειστική. Οι ταραξίες δεν είχαν όπλα –“για ν’ αμυνθούμε, δεν έχουμε παρά μόνο τα στήθη μας”, έλεγαν οι πολιορκημένοι του Πολυτεχνείου. Οι προκηρύξεις τους ήταν κατά κανόνα γραμμένες στο χέρι, με μαρκαδόρο. Ο συντονισμός των φοιτητών και του εργατικού κόσμου ήταν αυτοσχέδιος και οι εκκλήσεις του ραδιοσταθμού του Πολυτεχνείου για γενική απεργία δεν βρήκαν απήχηση παρά μόνο στους ηθοποιούς της πρωτεύουσας. Η επαρχία δεν ακολούθησε το κίνημα περισσότερο απ’ ό,τι ο εργατικός κόσμος. Οι φοιτητές της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας δεν διαδήλωσαν παρά από αλληλεγγύη, αλλά δεν φαίνεται η ενέργειά τους να είχε οργανωθεί εκ των προτέρων. Η μη επέκταση του επαναστατικού κινήματος στη χώρα δεν πρέπει παρ’ όλα αυτά να μας κάνει να υποτιμήσουμε το ψυχολογικό σοκ που προκλήθηκε από τις ταραχές της Αθήνας».

Μόνιμος ανταποκριτής της «Le Monde» στην Αθήνα ήταν από το 1946 ο Μαρκ Μαρσό (κατά κόσμον Μαρσέλ Πομπάνζ), μια σκοτεινή φυσιογνωμία με ενεργό φασιστικό παρελθόν επί Μεσοπολέμου και γερμανικής Κατοχής, που από τον προθάλαμο (αλλά όχι και το σκαμνί) του γαλλικού δικαστηρίου δωσιλόγων βρέθηκε ξαφνικά στην Ελλάδα ως δημοσιογράφος, «δερβέναγας του ΔΟΛ στα αθλητικά», τρόφιμος των μυστικών κονδυλίων του καραμανλικού παρακράτους και υμνητής κατόπιν της χούντας· η περίπτωσή του μας έχει απασχολήσει αναλυτικά αλλού, οπότε δεν χρειάζεται να επεκταθούμε εδώ (βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «“Το είπε ο κύριος Μαρσώ”: ένας ξεχασμένος απολογητής της χούντας στο γαλλικό Τύπο», περ. Τα Ιστορικά, τχ. 70, 2019, σελ.195-208). Η επίκληση από τον πρέσβη της (ανακριβούς) μαρτυρίας του, για ζητήματα που ήταν μάλλον απίθανο να έχουν εξομολογηθεί οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι σ’ έναν σεσημασμένο συνεργάτη του καθεστώτος, νομιμοποιεί ερωτήματα που είναι αδύνατο ν’ απαντηθούν προς το παρόν με βάση το περιεχόμενο των διαθέσιμων φακέλων.

Το τρομερό δίλημμα

Αντανακλώντας όλες αυτές τις αντιφάσεις, που δεν αποκλείεται να προέκυψαν κι από τη σύνθεση διαφορετικών εσωτερικών αναφορών στην τελική έκθεση του πρέσβη, το κλείσιμο αυτής της τελευταίας θα συνοψίσει με τον πιο διαυγή τρόπο τα διλήμματα που αντιμετώπιζε όχι μόνο η δικτατορία αλλά και οι οπαδοί μιας ήπιας μετεξέλιξής της σ’ ένα πιο εμφανίσιμο καθεστώς:

«Στην απειρία των διαδηλωτών αντιστοιχούσε άλλωστε εκείνη της αστυνομίας που, υπερβολικά συνηθισμένη να τη φοβούνται και να τη σέβονται, δεν διαθέτει εξοπλισμό που θα της επέτρεπε να τα βγάλει πέρα με διαδηλωτές δίχως τη χρήση πυροβόλων όπλων. Ο εκδημοκρατισμός προϋποθέτει όχι μόνο ανοχή των διαδηλώσεων, αλλά και να μπορεί κανείς ν’ αποφύγει την εκτροπή τους σε ταραχές δίχως να καλέσει τα τανκς. Τι θα συμβεί όταν τα τανκς δεχτούν επιθέσεις με φιάλες βενζίνης ή κοκτέιλ μολότοφ; Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται μετά τα γεγονότα που, αν τρομοκράτησαν τη μεσαία τάξη, ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα των επαναστατικών στοιχείων, που για πρώτη φορά μετά το πραξικόπημα του 1967 ένιωσαν ξαφνικά τη δύναμη που αντιπροσώπευαν. Αυτός ο φόβος κι αυτή η αποφασιστικότητα δεν ευνοούν μια ελεύθερη πολιτική ζωή, είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς. Αν η τωρινή ένταση εξακολουθήσει, δεν βλέπουμε πώς η φιλελευθεροποίηση που ανακοίνωσε ο κ. Μαρκεζίνης θα μπορούσε να τεθεί πραγματικά σε λειτουργία και να εκβάλει σ’ αυτές τις εκλογές που θέλει “αδιάβλητες”. Η αδιατάρακτη εξέλιξη από ένα αυταρχικό καθεστώς προς την άσκηση της δημοκρατίας ήταν πάντα δύσκολη, αν όχι ένα στοίχημα. Οι φασαρίες της Αθήνας ήρθαν να προσφέρουν μια ακόμη απόδειξη επ’ αυτού. Σήμερα περισσότερο από χθες, ο πρωθυπουργός βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τρομερό δίλημμα: φιλελευθεροποίηση σημαίνει ρίσκο μιας καινούργιας έκρηξης· οργάνωση εκλογών με διατήρηση ενός αυταρχικού πλαισίου σημαίνει άρση κάθε αξιοπιστίας αυτής της ετυμηγορίας και κατάληξη σε τίποτα περισσότερο από μια απλή μεταμφίεση του στρατιωτικού καθεστώτος».

Δίλημμα που λύθηκε με τον γνωστό τρόπο το πρωί της 25ης Νοεμβρίου και ξανά, προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση, στις 23 Ιουλίου 1974.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«Θερμός χειμώνας» μέσα στον Νοέμβρη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας