Το βιβλίο μού το χάρισε η Μαριάννα. Ο τίτλος του «Πολυτεχνείο 1973 – Το αίμα το αδικαίωτο ποτέ δεν ησυχάζει», σε επιμέλεια και κείμενα του Ιερώνυμου Λύκαρη και επίμετρο της Μαριάννας Τζιαντζή, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Το άφησα μέρες πάνω στο γραφείο μου. Το έβλεπα να στέκει εκεί, δίπλα μου, με την ένθετη κόκκινη ταινία στο εξώφυλλό του να γράφει: «Εξέγερση του Πολυτεχνείου 50 χρόνια».
Δίσταζα να το ανοίξω, να το ξεφυλλίσω, όπως κάνουμε πάντα όταν πιάνουμε στα χέρια μας ένα νέο βιβλίο και θέλουμε να το περιεργαστούμε. Σαν κάτι απροσδιόριστο να με εμπόδιζε, σαν να αρνιόμουνα να γυρίσω πίσω σε κείνες τις μέρες που συντάραξαν τη χώρα μας και καθόρισαν μια για πάντα τη γενιά μας. Φανταζόμουνα τι περιείχε, το καταλάβαινες από τον τίτλο του. Ενα βιβλίο μνήμης για εκείνους και εκείνες που δολοφονήθηκαν τις συγκλονιστικές μέρες του Νοέμβρη, για τους άγνωστους/ες που τραυματίστηκαν, βασανίστηκαν, μακελεύτηκαν, κυνηγήθηκαν. Σαν να έσταζε αίμα, πόνο και δάκρυα.
Αρχισα σιγά σιγά να το διαβάζω. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες με πήρε μαζί του, όπως κάνουν πάντα τα πολύ καλά βιβλία. Που ρουφάς τη μια σελίδα μετά την άλλη και συνεχίζεις ασταμάτητα, χωρίς να μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Είναι μια «επιστροφή» όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του που σε μεταφέρει νοερά σε εκείνες τις μέρες, στην εξέγερση του Πολυτεχνείου που αποτέλεσε την κορύφωση του αντιδικτατορικού αγώνα. Την κατάληψη του συγκροτήματος Πατησίων από τους φοιτητές που ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα συγκέντρωνε, σαν τεράστιος μαγνήτης, χιλιάδες μαθητές, καλλιτέχνες, εργάτες, αγρότες. Μια επιστροφή στις συγκλονιστικές εκείνες μέρες που ξεχείλισε η Αθήνα από έναν κόσμο που διαδήλωνε στους δρόμους και δίψαγε για ελευθερία, δικαιοσύνη, εθνική ανεξαρτησία. Τρεις μέρες που πλημμύρισαν με φως και ελπίδα τη σκοτεινιά με την οποία είχε σκεπάσει τη χώρα η χούντα των συνταγματαρχών.
Εστιάζει -ως φόρο αιώνιας τιμής- στους άντρες και στις γυναίκες που σκοτώθηκαν, όπως πάντοτε οφείλουν να κάνουν οι ζωντανοί προς αυτούς που δεν βρίσκονται ανάμεσά τους, γιατί το αίμα δεν πρέπει να μένει αδικαίωτο. Αναφέρεται όμως και στους εκατοντάδες τραυματίες που πυροβολήθηκαν «στο ψαχνό» όπως φώναζε ο αιμοσταγής δολοφόνος συνταγματάρχης Ντερτιλής στους στρατιώτες του. Σελίδα τη σελίδα, μισό αιώνα μετά, ακολουθείς τα πρόσωπα, σαν να περπατάς μαζί τους, στους ίδιους δρόμους, δίπλα από τα ίδια κτίρια, εκείνη τη μέρα, την ώρα, το συγκεκριμένο σημείο στο οποίο βρίσκονταν και βάναυσα πυροβολήθηκαν. Σημεία της Αθήνας που μάτωσαν και δεν πρέπει ποτέ να τα σκεπάσει η λήθη.
Καταγράφει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια την ιστορία κάθε προσώπου ξεχωριστά, παραθέτει στοιχεία που δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει. Που κλείνουν μια για πάντα το στόμα όλων εκείνων που πασχίζουν μάταια -ακόμη και σήμερα- να αναθεωρήσουν την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας, να βεβηλώσουν τη μνήμη των νεκρών. Γιατί μόνον έτσι, μ’ αυτόν τον μεθοδικό τρόπο, την υποδειγματική τεκμηρίωση, καταγράφεται η αλήθεια για την απίστευτη βαρβαρότητα και τα εγκλήματα της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας.
Στη σελίδα 29 αναφέρεται μια λεπτομέρεια: οι αστυνομικοί δεν πυροβολούσαν από το ξενοδοχείο Ακροπόλ, όπως λανθασμένα νόμιζαν όσοι τραυματίστηκαν τότε, αλλά από την ταράτσα του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως που βρισκόταν ακριβώς δίπλα. Μια μικρή ιστορία ανάμεσα στις τόσες άλλες: Ηταν 20 χρόνων, τριτοετής σπουδαστής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Παρασκευή βράδυ, γύρω στις 8.00. Ακούστηκε ότι κάποιοι αστυνομικοί προσπαθούσαν να μπουν μέσα στο κτίριο της Καλών Τεχνών από τα παράθυρα της οδού Τοσίτσα. Ετρεξε μαζί μ’ έναν φίλο του να ελέγξει τη γωνιακή αίθουσα επί της Πατησίων και Τοσίτσα. Σκαρφάλωσε στο παράθυρο, στηρίχτηκε στο μηχάνημα του air condition κι έβγαλε το κεφάλι του να δει έξω στον δρόμο. Μόλις γύρισε για να μπει μέσα, μία σφαίρα, που ρίχτηκε από ψηλά και αριστερά του, καρφώθηκε στο μηχάνημα. Είχε κι εκείνος την εντύπωση ότι τον πυροβόλησαν από το Ακροπόλ. Χρόνια μετά, κάθε φορά που περνούσε απ’ έξω, σήκωνε τα μάτια κι έβλεπε την τρύπα που είχε αφήσει η σφαίρα στην κάτω αριστερή γωνία του air condition. Στεκόταν λίγα λεπτά και συλλογιζόταν πόσο τυχερός στάθηκε στη ζωή του εκείνο το βράδυ, στις 16 Νοέμβρη του ’73. Αλλοι όμως δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο εκείνος κι εκείνη την ώρα που έβλεπε την τρύπα, τους έφερνε στο μυαλό του κι ας μην τους είχε συναντήσει ποτέ στη ζωή του.
Οπως γράφει η Μαριάννα Τζιαντζή στο επίμετρο: «Η αλήθεια είναι μεν συγκεκριμένη, αλλά χρειάζεται πείσμα, κόπος, μέθοδος και ανιδιοτέλεια για να τινάξουμε τη σκόνη που τη σκεπάζει». Πράγματι, το βιβλίο τινάζει τη σκόνη του καιρού (και όχι μόνο) που επικάθισε πάνω στις αμέτρητες και εν πολλοίς άγνωστες προσωπικές ιστορίες, οι οποίες όλες μαζί συνθέτουν τα γεγονότα εκείνων των ημερών. Τα μικρά αυτά σιωπηλά θραύσματα που βάζοντάς τα κανείς το ένα πλάι στο άλλο συμπληρώνει τη συνολική εικόνα του άγριου φονικού, τον Νοέμβρη του 1973. Για να παραμένει πάντοτε ζωντανή, στο πέρασμα του χρόνου, η μνήμη των νεκρών.
*Αρχιτέκτων-ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας