Μαζί με το 2025 η Βουλγαρία αποχαιρέτησε το εθνικό της νόμισμα, το λέβα και η Ευρωπαϊκή Ενωση υποδέχτηκε το 21ο μέλος της ευρωζώνης, που «ανταγωνίζεται» αρνητικά την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της αγοραστικής δύναμης, εν μέσω αμφιβολιών για το εάν η ένταξη θα ενισχύσει την αξιοπιστία και την οικονομία της.
Οι περισσότεροι Βούλγαροι δεν έχουν πειστεί ότι η υιοθέτηση του ευρώ θα αποφέρει οφέλη στους ίδιους και στις επιχειρήσεις και ανησυχούν ότι θα προκαλέσει νέο κύμα αυξήσεων στις τιμές των προϊόντων, σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης. Η χώρα παραμένει χωρίς κυβέρνηση και εθνικό προϋπολογισμό, μετά την παραίτηση του φιλοδυτικού συνασπισμού, υπό το βάρος μαζικών διαμαρτυριών κατά των δημοσιονομικών σχεδίων της κυβέρνησης και των καταγγελιών για διαφθορά.
Το γειτονικό κράτος δεν έχει καταφέρει επίσης να επιβάλει αποτελεσματικά τη φορολογική συμμόρφωση. Καταγράφει το μεγαλύτερο ποσοστό παραοικονομίας στην Ε.Ε., που εκτιμάται από 31% ως 34% του ΑΕΠ, γεγονός που υποδηλώνει πως τα πραγματικά εισοδήματα (μέρους της κοινωνίας) είναι σημαντικά υψηλότερα από ό,τι δείχνουν οι επίσημες στατιστικές. Πλέον τα εισοδήματα των Βουλγάρων πλησιάζουν σιγά σιγά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, φτάνοντας περίπου το 66%, με τον μέσο ακαθάριστο μηνιαίο μισθό να κυμαίνεται στα 1.250 ευρώ και την οικονομία να σημειώνει αξιοσημείωτη ανάπτυξη.
Η χώρα παράλληλα έχει και ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στον κόσμο, στο 24% του ΑΕΠ, παρότι είναι το φτωχότερο κράτος μέλος της Ενωσης. Τα τελευταία χρόνια οι δημοσκοπήσεις αποτύπωναν σταθερά την αντίθεση ενός 55-60% του πληθυσμού στην ένταξη στην ευρωζώνη, κυρίως λόγω του φόβου του πληθωρισμού αλλά και λόγω φιλορωσικών αισθημάτων μέρους αυτού. Για ένα άλλο 35-40% η ένταξη θεωρείται λιγότερο ως οικονομικό ορόσημο και περισσότερο ως γεωπολιτικό εργαλείο σταθερότητας, που εξασφαλίζει τη θέση της Βουλγαρίας στην Ε.Ε., στη σκιά του ρωσο-ουκρανικού πολέμου.
Η φιλορωσική Αναγέννηση (Vazrazhdane), που υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με το κυβερνών κόμμα του Πούτιν Ενωμένη Ρωσία, εκμεταλλεύτηκε τον σκεπτικισμό για να κερδίσει έδαφος μέσω σειράς διαδηλώσεων κατά του ευρώ, το 2025. Ορισμένες φορές ξέσπασαν βίαια επεισόδια, ακόμα και συγκρούσεις ανάμεσα σε βουλευτές, ενώ το εθνικό κοινοβούλιο μπλόκαρε εκ νέου τον περασμένο Σεπτέμβρη δημοψήφισμα για την αναβολή της υιοθέτησης του ευρώ.
Φόβος λόγω Ελλάδας
Ειδικοί θεωρούν ότι η ένταξη στην ευρωζώνη δεν θα αλλάξει σημαντικά τα θεμέλια της βουλγαρικής οικονομίας, εκτός από τη μείωση του κόστους των συναλλαγών στην εξαγωγική οικονομία. Σχεδόν το 70% των εξαγωγών της έχουν προορισμό την Ε.Ε., σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής της χώρας.
Ο σκεπτικισμός των Βούλγαρων για το ευρώ ξεκίνησε με την οικονομική κρίση της Ελλάδας το 2009, σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή Ντιμίταρ Γκάνεφ, διευθυντή του βουλγαρικού πρακτορείου δημοσκοπήσεων Trend. Τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων του 2007 έδειχναν ότι η υποστήριξη για την υιοθέτηση του ευρώ στη Βουλγαρία ήταν σχεδόν ίση με το επίπεδο εμπιστοσύνης που υπάρχει στην υπόλοιπη Ε.Ε., πάνω από 60%. «Στη συνέχεια ήρθε η ελληνική κρίση και η συνεχής συζήτηση για το χρέος της ευρωζώνης», τόνισε.
Ο Πάρβαν Σιμέονοφ από το ινστιτούτο δημοσκοπήσεων Myara, δίνει και μια άλλη εξήγηση. «Ζούμε σε μια γηράσκουσα κοινωνία που είναι επιφυλακτική απέναντι στην αλλαγή». Ο πολιτικός αναλυτής αναφέρει ότι οι ηλικιωμένοι τείνουν να είναι λιγότερο αισιόδοξοι σε μια χώρα που «βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, με παράδοση ισορροπίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Συναισθηματικά κλίνουν προς τη Ρωσία. Η εμπιστοσύνη στην Ε.Ε. παραμένει υψηλή και η εμπιστοσύνη στη Γερμανία είναι ιδιαίτερα ισχυρή». Βρισκόμαστε μπροστά σε «μια επιστροφή στις συντηρητικές αξίες στη Δύση και η Βουλγαρία δεν αποτελεί εξαίρεση», λέει ο Σιμέονοφ, προσθέτοντας πως «ναι, υπάρχει τοξική προπαγάνδα, αλλά πολλοί κάνουν λάθος να ερμηνεύουν ως ρωσική επιρροή κάθε διαφωνία με τον κυρίαρχο λόγο της Ε.Ε.»
Την ίδια ώρα, ορισμένες από τις εννέα χώρες που έχουν υποβάλει αίτημα για ένταξη στην Ενωση βλέπουν τις πιθανότητές τους να απομακρύνονται, παρά την πρόοδο στην επίτευξη των προϋποθέσεων, ενώ άλλες είναι απίθανο να πάρουν έγκριση. Η Βόρεια Μακεδονία δεν βλέπει φως, παρά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, η Αγκυρα δεν δείχνει ενδιαφέρον να «ξεπαγώσει» τη διαδικασία και επωφελείται από τη συμμετοχή σε επιμέρους προγράμματα, το Βελιγράδι δεν συμμετείχε στην τελευταία σχετική σύνοδο και έχει σοβαρά ανοιχτά εσωτερικά και εξωτερικά μέτωπα. Η Ε.Ε. που κάποτε πριμοδοτούσε την υποψηφιότητα της Σερβίας λόγω και της σύγκρουσης με το Κόσοβο, ανεξάρτητα από το κατά πόσο καλύπτονταν κριτήρια ένταξης, τώρα κάνει το ίδιο με συνοπτικές διαδικασίες για την Ουκρανία.
Συνέντευξη: Γιάννης Γούναρης, διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός συνεργάτης Ινστιτούτου ΕΝΑ
Για τις τρέχουσες εξελίξεις στη γειτονιά μας συνομιλούμε με τον Γιάννη Γούναρη, επιστημονικό συνεργάτη του Ινστιτούτου ΕΝΑ και διδάκτορα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, του οποίου η ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητα εστιάζει στο θεσμικό πλαίσιο και στις καταστατικές δομές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
● Πώς βλέπετε την ενταξιακή διαδικασία της Ε.Ε., στην οποία το πιο πρόσφατο μέλος εντάχθηκε πριν από 13 χρόνια;
Δυστυχώς η διαδικασία αυτή, καλώς ή κακώς, έχει αποδυναμωθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Ολα επηρεάζονται από την ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή μας. Δηλαδή, από τη στιγμή που υπάρχει ένα ανοιχτό πολεμικό μέτωπο στην ανατολική πτέρυγα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είναι προφανές ότι θα επηρεαστούν όλα τα ρήγματα που υπάρχουν στην περιοχή, ειδικά στα Βαλκάνια. Οι πληγές δεν είμαι σίγουρος ότι έχουν κλείσει ακόμα.
Ειδικά σε εκείνους που ασχολούνται με τα ευρωπαϊκά θέματα και είναι θετικά διακείμενοι στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με κριτική ματιά στην εξέλιξη της πορείας της και στον γραφειοκρατικό, τεχνοκρατικό, μη δημοκρατικά νομιμοποιημένο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ενωση στις ημέρες μας, είναι ξεκάθαρο ότι δείχνει να έχει χάσει τον προσανατολισμό της και τον δρόμο της. Η αλλοπρόσαλλη ενταξιακή πολιτική της Ε.Ε. τον τελευταίο καιρό αποτελεί σύμπτωμα της απουσίας συντονισμού και στρατηγικής σκέψης. Η ενταξιακή διαδικασία ήταν πάντα ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία της Ενωσης για να επηρεάσει τον περίγυρό της. Τα τελευταία χρόνια από εργαλείο για την πρόοδο της ειρήνης, της δημοκρατίας και της ελευθερίας έχει μετατραπεί σε ακόμα έναν δυσεπίλυτο γρίφο.
Ενα ευρύτερο πρόβλημα όσον αφορά την ενταξιακή διαδικασία είναι ότι έχει αποκοπεί πλέον από τα περίφημα κριτήρια της Κοπεγχάγης, που ήταν όντως ένα πολύ ισχυρό κίνητρο για τις ενδιαφερόμενες προς ένταξη χώρες, ώστε να προχωρήσουν σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό τους, και έχει μετατραπεί πλέον σε μια διαδικασία με καθαρά πολιτικά κριτήρια, τα οποία όμως είναι ευμετάβλητα ανάλογα με τους πολιτικούς συσχετισμούς, την πολιτική συγκυρία και τη γεωπολιτική εικόνα.
● Πού αποδίδετε τις επιφυλάξεις στο εσωτερικό της Βουλγαρίας και άλλων χωρών για το ευρώ;
Η Δανία, που είχε εξασφαλίσει εξαρχής ένα opt out από τη νομική υποχρέωση ένταξης στην ευρωζώνη, δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα, όπως η Σουηδία, η Πολωνία και η Ουγγαρία, που δεν δείχνουν ιδιαίτερη προθυμία να βιαστούν για κάτι τέτοιο. Νομίζω ότι, πέρα από οικονομικούς παράγοντες, μία σημαντική παράμετρος είναι η απροθυμία τους να παραχωρήσουν ολοκληρωτικά τη νομισματική τους και κατ' επέκταση την οικονομική τους πολιτική στους υπερεθνικούς θεσμούς της Ε.Ε.
Η βασική επιφύλαξη όσον αφορά το αφήγημα ότι η ένταξη στην ευρωζώνη συνεπάγεται οικονομική ενδυνάμωση, προκύπτει από τα ίδια τα δεδομένα για τα κράτη - μέλη της ευρωζώνης, τα οποία εδώ και αρκετά χρόνια δεν έχουν καταφέρει να αναπτύξουν σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι οικονομολόγοι τείνουν να συμφωνήσουν ότι η ένταξη στη ζώνη του κοινού νομίσματος μπορεί να είναι δυνητικά ένα εργαλείο για την ενίσχυση της ανάπτυξης. Αλλά αν δεν υπάρχουν και άλλα στοιχεία που να ενισχύουν την πραγματική οικονομική παραγωγή, τη βιομηχανία και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Αυτό φαίνεται να προκύπτει και από τα οικονομικά δεδομένα των υπόλοιπων κρατών - μελών, ακόμα και της ίδιας της Γερμανίας.
Ολα αυτά ακούγονται γνώριμα σε εμάς τους Ελληνες, διότι είναι ερωτήματα που είχαν τεθεί πριν από 25 και πλέον χρόνια. Η ιστορική διαδρομή επιβεβαίωσε εκείνους που ήταν επιφυλακτικοί για το εάν η Ελλάδα ήταν έτοιμη να ενταχθεί στην ευρωζώνη με τους όρους που εντάχθηκε. Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει τώρα και για τη Βουλγαρία. Ελπίζει κανείς ότι η γειτονική χώρα θα έχει διδαχθεί από τα παθήματα τα δικά μας και άλλων κρατών και θα είναι πολύ πιο προσεκτική στην πορεία της εντός της ευρωζώνης.
● Πώς κρίνετε τον προβληματισμό για το εάν η στρατηγική της διεύρυνσης θα ενίσχυε την Ε.Ε. από οικονομική σκοπιά;
Είναι προφανές ότι τα λεγόμενα κονδύλια συνοχής όλο και περισσότερο θα μειώνονται, καθώς η Ε.Ε. αντιμετωπίζει οικονομική στενότητα αυτή τη στιγμή. Ειδικά στην περίπτωση της οικονομίας μιας μεγάλης χώρας, όπως η Ουκρανία, με τεράστια αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, που ήδη έχει ανάγκη από πολύ γενναίες ενέσεις επενδύσεων και κεφαλαίων για την αναδιοργάνωση και την ανασυγκρότησή της, οπωσδήποτε αυτά τα κεφάλαια θα πρέπει από κάπου να βρεθούν. Αυτό για τις χώρες που είναι ενταγμένες και ωφελημένες από τα κοινοτικά ταμεία και από την κοινή αγροτική πολιτική, όπως η χώρα μας και πολύ περισσότερο η Πολωνία, σημαίνει ότι θα έχουν σημαντικά μειωμένα μερίδια.
● Η Ουκρανία δεν ανταποκρίνεται αυτή τη στιγμή στα κριτήρια;
Χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Σερβία, είναι πολλά χρόνια υποψήφιες προς ένταξη και έχουν κατά κοινή ομολογία σημαντικές προόδους στη διαδικασία, η Μολδαβία και κυρίως η Ουκρανία δείχνουν να έχουν προβάδισμα για τις Βρυξέλλες λόγω του πολέμου με τη Ρωσία. Δεν αποκλείεται καθόλου ένα μέρος της ειρηνευτικής συμφωνίας, που ενδεχομένως και ελπίζουμε να οδηγήσει σε λήξη του πολέμου, είναι η άμεση ένταξη στην Ε.Ε. με διαδικασίες εξπρές. Αυτό προφανώς στο πλαίσιο της επίλυσης ενός πολύνεκρου και καταστροφικού πολέμου, δεν είναι κάτι που μπορεί κάποιος να απορρίψει.
Εάν το τίμημα για τη λήξη του πολέμου είναι η ένταξη, προφανώς πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Από την άλλη μεριά, εκτός από το στοιχείο της αδικίας ως προς τις υπόλοιπες χώρες, υπάρχει και το στοιχείο της αποδυνάμωσης των κριτήριων ένταξης μιας χώρας. Πλέον η ιδιότητα του υποψήφιου μέλους απαγκιστρώνεται από την ενταξιακή διαδικασία όπως την ξέραμε, την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στα επιμέρους κεφάλαια –μια μακρόχρονη, τεχνοκρατική αλλά και ουσιαστικά πολιτική διαδικασία για μεταρρυθμίσεις σε θεσμικό επίπεδο, σχετικά με τη Δικαιοσύνη, τους θεσμούς, τη δημοκρατία.
● Πώς θα είναι τα επόμενα βήματα και η λήψη αποφάσεων αν ενταχθούν κάποιες χώρες, με τον κίνδυνο εξωτερικών παρεμβάσεων να αυξάνεται;
Διαβάζουμε ότι ενδεχομένως χώρες, όπως η Αλβανία και το Μαυροβούνιο, θα ενταχθούν, αλλά δεν θα έχουν αμέσως το δικαίωμα βέτο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή τις ίδιες ελευθερίες με τα κράτη - μέλη. Ομως, στις ευρωπαϊκές συνθήκες δεν προβλέπεται η ιδιότητα του μέλους δεύτερης κατηγορίας. Η είσαι μέλος της Ε.Ε. και έχεις πλήρη δικαιώματα ή δεν είσαι μέλος και είσαι υπό ένταξη. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό δίλημμα της Ενωσης, διότι έχω την αίσθηση ότι αρκετοί στις Βρυξέλλες θα επιθυμούσαν να έχουν αυτές τις χώρες και εντός και εκτός. Αυτό δεν είναι τόσο απλό στην πράξη να γίνει.
Υπάρχει πάντα και αυτή η παράμετρος, και πολύ περισσότερο τώρα που έχει η Ευρωπαϊκή Ενωση στα ανατολικά της σύνορα δύο χώρες, τη Ρωσία και την Τουρκία, οι οποίες δεν έχουν κρύψει την επιθυμία τους να διεκδικήσουν πολύ σημαντικότερο ρόλο και πολύ σημαντικότερο μερίδιο ισχύος στο περιφερειακό και στο παγκόσμιο σύστημα.
Επομένως θα επιχειρήσουν με κάθε τρόπο να ενισχύσουν την επιρροή τους και εντός των ευρωπαϊκών κρατών, ιδίως εκείνων που θεωρούν ότι έχουν δεσμούς ιστορικούς και παραδοσιακούς. Να πούμε όμως με αφορμή αυτό, ότι ήδη πρακτικά ανάμεσα στην ιδιότητα του πλήρους μέλους και του υπό ένταξη ή του τρίτου κράτους έχουν διαμορφωθεί ενδιάμεσα στάδια.
Η ίδια η διαδικασία ένταξης σημαίνει ότι κλιμακωτά αυτές οι χώρες μπορούν να συμμετέχουν σε κάποια επιμέρους προγράμματα. Υπάρχουν τρόποι να γεφυρωθεί το κενό ανάμεσα στο τρίτο κράτος και στο πλήρως ενταγμένο κράτος. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ένα δίκτυο ευρωπαϊκής συνεργασίας όπου θα υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί ένταξης στο ευρωπαϊκό σχέδιο, και στο ενδιάμεσο στάδιο ένα φάσμα μέσα στο οποίο οι τρίτες χώρες θα μπορούσαν, ανάλογα με την προθυμία τους και με την ικανότητά τους, να εντάσσονται ή να απεντάσσονται σε διαφορετικά σχέδια.
● Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Pulse, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Krasen Nikolov (Mediapool - Βουλγαρία) και Lola García-Ajofrín (El Confidencial - Ισπανία).



Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας