Η βασική δικαιολογία που προέβαλε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου για την επίθεση στο Ιράν ήταν το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και ο κίνδυνος από αυτό για τη χώρα του. Η «καραμέλα» αυτή αναπαράγεται εδώ και χρόνια από το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τους υπόλοιπους συμμάχους τους στη Δύση και προβάλλεται ευρέως από τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης σε ΗΠΑ, Ευρώπη και υπόλοιπο κόσμο, χωρίς κάποιον αντίλογο.
Η πραγματικότητα ωστόσο είναι ότι η Τεχεράνη δεν διαθέτει, ούτε πρόκειται –όπως διαβεβαιώσαν πρόσφατα οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ– να αποκτήσει σύντομα πυρηνικά όπλα. Τέτοιου είδους όπλα διαθέτουν μόνο 9 χώρες στον κόσμο, μεταξύ των οποίων το Ισραήλ και οι ΗΠΑ. Μια ανάλυση που δόθηκε πριν από λίγες ημέρες στη δημοσιότητα από τη βραβευμένη με Νόμπελ Διεθνή Εκστρατεία για την Κατάργηση των Πυρηνικών Οπλων (ICAN) αναδεικνύει το μέγεθος της υποκρισίας. Η έκθεση υποδεικνύει ότι αυτοί που κόπτονται για την ανάπτυξη του πυρηνικού οπλοστασίου τού Ιράν όχι μόνο διαθέτουν τα εν λόγω όπλα μαζικής καταστροφής αλλά αυξάνουν τα τελευταία χρόνια ραγδαία τις δαπάνες τους γι’ αυτά.
Οι 9 χώρες που κατέχουν πυρηνικά οπλοστάσια –ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ινδία, Πακιστάν, Ισραήλ και Βόρεια Κορέα– δαπάνησαν συνολικά πέρυσι για τα ατομικά τους οπλοστάσια 102 δισ. δολάρια, 9,9 δισεκατομμύρια περισσότερα απ’ ό,τι το 2023. Εξ αυτών, οι ΗΠΑ είχαν μακράν τόσο το μεγαλύτερο μερίδιο στο σύνολο των δαπανών όσο και τη μεγαλύτερη αύξηση δαπανών.
Η υπερδύναμη ξόδεψε συνολικά πέρυσι για το πυρηνικό οπλοστάσιό της 56,8 δισ. δολάρια, περισσότερα από όσα ξόδεψαν όλες μαζί οι υπόλοιπες 8 χώρες, και 5,3 δισ. δολάρια περισσότερα απ’ όσα είχε δαπανήσει το 2023. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε δαπάνες 107.772 δολαρίων ανά λεπτό και είναι 74πλάσιο της περσινής συνεισφοράς των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Εθνη.
Επισιτιστική ανασφάλεια
Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να έχουν σώσει, σύμφωνα με την έκθεση, τις ζωές 365 εκατομμυρίων ανθρώπων που ταλανίζονται από ακραία επισιτιστική ανασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που βρίσκονταν στα πρόθυρα του λιμού. Οι ΗΠΑ –η μοναδική χώρα του κόσμου που έχει κάνει μέχρι στιγμής χρήση αυτών των όπλων– κατέχουν σήμερα 5.277 πυρηνικές κεφαλές, η εκρηκτική ισχύς των οποίων ισοδυναμεί –σύμφωνα με το Nuclear Ban Monitor– με 59.644 βόμβες ανάλογες αυτής που έριξαν πριν από 80 χρόνια στη Χιροσίμα.
Το Ισραήλ, παρ’ ότι το ίδιο δεν επιβεβαιώνει την κατοχή πυρηνικού οπλοστασίου, κατέχει, σύμφωνα με την έκθεση της ICAN, 50 πυρηνικές κεφαλές τις οποίες είναι σε θέση να εκτοξεύσει με πυραύλους από την ξηρά, από υποβρύχια και από αεροσκάφη. Η συνολική εκρηκτική ισχύς του ισραηλινού πυρηνικού οπλοστασίου ισοδυναμεί με 165 βόμβες αντίστοιχες αυτής που έπεσε στη Χιροσίμα. Το Τελ Αβίβ φέρεται ότι δαπάνησε πέρυσι 1,1 δισ. δολάρια (2.110 δολάρια ανά λεπτό) για την ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου του.
Τεράστια κέρδη
Η δαπάνη αυτή είναι 63 φορές όσο το ποσό που το Ισραήλ συνεισφέρει στα Ηνωμένα Εθνη. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να σώσουν τις ζωές 7 εκατομμυρίων ανθρώπων που αντιμετωπίζουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια. Μέρος αυτών των χρημάτων καρπώνεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η θυγατρική της γερμανικής Thyssenkrupp, Howaldtswerke-Deutsche Werft, που έχει αναλάβει την κατασκευή υποβρυχίων με πυρηνική ισχύ.
Η εν λόγω εταιρεία δεν είναι η μόνη που κερδίζει από τα όπλα μαζικής καταστροφής. Η ανάλυση αποκαλύπτει ότι τουλάχιστον 26 εταιρείες εμπλέκονται και κερδίζουν από την ανάπτυξη και τη διατήρηση των πυρηνικών όπλων μέσω πολυετών συμβάσεων με κυβερνήσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται κολοσσοί της παγκόσμιας βιομηχανίας οπλικών συστημάτων, όπως οι Airbus, Amentum, Bancock Int., BAE Systems, Bechtel, Boeing, BWX Technologies, Draper, Fluor, General Dynamics, Honeywell Int., Huntington Ingalls Industries, L3 Harris, Leidos, Leonardo, Lockheed Martin, Northrop Grumman, Peraton, Rolls Royce, RTΧ, Safran, Thales. Οι εταιρείες αυτές κατέγραψαν πέρυσι από τα πυρηνικά όπλα κέρδη τουλάχιστον 43,5 δισ. δολαρίων. Απολαμβάνουν μακροχρόνιες κρατικές συμβάσεις αξίας τουλάχιστον 463 δισ. δολαρίων και πέρυσι κέρδισαν νέα συμβόλαια συνολικής αξίας 20 δισ. δολαρίων.
Για την απόκτηση των πλουσιοπάροχων συμβάσεων και την προώθηση των συμφερόντων τους ξοδεύουν κάθε χρονιά τεράστια ποσά για λόμπινγκ.
Στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, τις χώρες που πέρυσι αύξησαν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πυρηνική δύναμη της Δύσης τις δαπάνες τους για πυρηνικά όπλα, οι εταιρείες παραγωγής των όπλων μαζικής καταστροφής φέρεται να ξόδεψαν, τη χρονιά που πέρασε, για επιρροή πάνω από 128 εκατ. δολάρια, ενώ ενδεικτικό της διείσδυσής τους στα κέντρα λήψης των αποφάσεων είναι το γεγονός ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο οι εκπρόσωποί τους είχαν 196 συναντήσεις με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης. Εξ αυτών, οι 18 ήταν μάλιστα με το γραφείο του πρωθυπουργού.
Η ICAN προειδοποιεί ότι «με δύο μεγάλους πολέμους σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, όπου εμπλέκονται κράτη με πυρηνικά όπλα, καθώς και την κλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν και στην Κορεατική Χερσόνησο, ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα είναι μεγαλύτερος από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και πιθανότατα όσο ποτέ πριν στο παρελθόν».
Υπενθυμίζει δε προς άφρονες... καουμπόιδες και πολεμοκάπηλους ότι η πλειονότητα της υφηλίου, συνολικά 98 χώρες, έχει υπογράψει, επικυρώσει ή προσχωρήσει» στη Συνθήκη για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Οπλων (TPNW).



Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.
Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.
Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.
Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.
Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας