Ζε σουί Μήτσορα

mitsora2.jpg

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης

Τη γνώρισα το 1982, σ’ ένα διαμέρισμα της Σπευσίππου, στραμμένο στον εαυτό του. Ηταν τότε μαζί με τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Είχαμε πάει με τον Ικαρο Μπαμπασάκη να πάρουμε συνέντευξη και στους δυο τους για ένα χάι τεκ περιοδικό, ονόματι «Phenomenon».

Η Μαρία ξεμπέρδεψε μ’ ένα χειρόγραφο σημείωμα. Θυμάμαι την αρχή του: «Μη με ρωτάτε απαντήσεις, όλοι αυτό κάνουν».

Και πιο κάτω: «Δεν κρύβω τα γραφτά μου στα συρτάρια, δεν είμαι ο Εξηνταβελόνης που ράβει τις χρυσές λίρες στο στρώμα του».

Από τότε την έβλεπα περιστασιακά, στο Κολωνάκι κυρίως, χωρίς να της μιλήσω ποτέ.

Ημουνα η φωτογραφική μηχανή που κατέγραφε τα περάσματά της.

Θυμάμαι όλες τις φορές, μία μία. Την τελευταία που τη φωτογράφισα με το βλέμμα, την είδα να στέκεται γωνία Πλουτάρχου και Σπευσίππου.

Κυριακή μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, με στενό λεοπάρ. Εμεινα ακίνητος στη Χάριτος.

Την είδα να κάνει στροφή και να φεύγει. Σκέφτηκα ότι δεν ιδρώνει ποτέ και θα πηγαίνει στον Καλυβιώτη για κουμπιά.

Δεν την έχω ζήσει καθόλου. Την έχω φανταστεί πολύ. 

Η φωτογράφιση ήταν τουλάχιστον περιπετειώδης. Τρεις ώρες ψάχναμε να βρούμε τα καμένα τρόλεϊ στον Βοτανικό.

Κόβαμε βόλτες γύρω από ένα ροζ μπονμπόν εκκλησάκι. Ανεβοκατεβαίναμε την Αγίας Αννης.

Ρωτούσε ο Βασίλης παντού για τα τρόλεϊ. Τα είχαν μαζέψει εκείνο το πρωί.

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης

Καταλήξαμε σε μια κατεστραμμένη μονοκατοικία. Φωτογραφηθήκαμε μαζί.

Της είπα ότι θα γυρίσω την εισαγωγή και αντί για τα καμένα τρόλεϊ θα τη ρωτήσω για την ερειπωμένη έπαυλη.

Σιγά μην το κάνω. Σιγά μη μας κάνει η πραγματικότητα ό,τι θέλει αυτή.

Αρα, εσείς θα μας βλέπετε στον σκουπιδότοπο, ενώ εγώ τη ρωτάω: 

● Τα καμένα τρόλεϊ που σε πάνε; 

- Ετσι όπως είναι στη σειρά και σκουριασμένα, θέλησα να τα ζωντανέψουμε και να τα κάνουμε σαν την κιβωτό του Νώε, με ζώα και τέτοια.

Θυμάμαι και μια φράση, νομίζω του Αλά ή του Λεφέβρ ή όποιου άλλου χωράει στη βιβλιογραφία της αμνησίας μου.

Περιέγραφαν τα ψεύτικα ζώα και λέγανε ότι έχουν «ουράνια δεκανίκια». Αυτό μου άρεσε πολύ.

Αυτά έχουν χάσει τα ουράνια δεκανίκια τους και κατά κάποιο τρόπο θα τους δώσουμε κάτι πιο επίγειο και θα τα ζωντανέψουμε με τρόπο λούτρινο. 

● Ο τίτλος της κουβέντας μας πώς σου φαίνεται; 

Αχ, μια αναπνοή με χωρίζει πάντα από αυτή τη γυναίκα. Ζε νε σουί πα Μαρία Μήτσορα. 

● Εχω την εντύπωση πως οι λέξεις για σένα είναι ένα φετίχ όπως και τα κοσμήματα και τα αντικείμενα που μαζεύεις στο σπίτι σου. Μόνο που εσύ το φετίχ των λέξεων το σπας και μένεις με τη λέξη ωμή, καθαρή. Τι μένει στη σελίδα σπάζοντάς το; 

Μακάρι να το έκανα αυτό και να έμενε. Εγώ όμως πάλι θα πω για το βιβλίο σου. Είναι λίγα τα βιβλία που πιστεύω ότι ο άλλος τα έχει προσέξει λέξη προς λέξη. Το «Δάσος» το έχω διαβάσει και με θαμπώνει πάντοτε. 

● Σ’ αρέσει να σπας το καρυδότσουφλο της λέξης; 

Μ’ αρέσει να ταξιδεύω στο καρυδότσουφλο της λέξης. Και κατεβαίνω το μεγάλο ποτάμι των μεταμορφώσεων μέσα σ’ ένα καρυδότσουφλο από λέξεις. 

● Εχω την εντύπωση ότι ζεις αποκλειστικά στην πραγματικότητα της γραφής και δραπετεύεις από αυτή με τα ταξίδια σου στον πλανήτη. 

Κοίταξε, πάντα ήθελα να είμαι escape artist, όπως ο Χουντίνι που τον έδεναν και δραπέτευε την τελευταία στιγμή.

Οπότε από αυτή την άποψη πάντα με ενδιέφερε η διαφυγή από την πραγματικότητα.

Οχι ότι έχω τόσο κακή σχέση με την πραγματικότητα, αλλά γιατί από μικρή μπορούσα να κοιτάζω για ώρες ένα τοίχο, μια θέα. 

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης

● Επιβεβαίωσέ μου κάτι: μου έχει μεταφερθεί μια εικόνα σου από τη δεκαετία του ’70, όπου πήγαινες στο Μarché Aux Puces στο Παρίσι, καθόσουνα κάτω στο πεζοδρόμιο με τη φίλη σου τη Βίκυ Ποταμιάνου. Φοράγατε φορέματα του Μεσοπολέμου, είχατε βάψει τα μάτια σας με μαύρους κύκλους, και παριστάνατε τις Τσιγγάνες ρίχνοντας τα ταρό στους Αμερικανούς τουρίστες χωρίς να έχετε ιδέα. Ισχύει; 

Ισχύει, αλλά σε άλλη παραλλαγή. Η Βίκυ φορούσε και μαδημένες γούνες και τα ωραιότερα παπούτσια του κόσμου, κάτι τουλίπες που αγκαλιάζανε τους αστραγάλους της.

Σε Γιαπωνέζους τα λέγαμε τα ταρό και είχαμε δημιουργήσει και μια μικρή μόδα: τους κάναμε να θέλουν ν’ ακούνε τη μοίρα τους σε γλώσσα ακατάληπτη, όπως είναι άλλωστε και το σωστό. 

● Βλέπεις τον εαυτό σου σαν φαρσέρ; 

Πάρα πολύ. Η αλήθεια είναι ότι μόνο το παιχνίδι μ’ ενδιαφέρει. Δεν μπορώ να πάρω τα πράγματα στα σοβαρά. 

● Τι σε εξιτάρει σε αυτό; 

Οι ανατροπές. 

● Των λέξεων; Των ρόλων; 

Βεβαίως. Να σου πω και για τον νεαρό μεταφραστή, τον Jacob Moe, με τα όμορφα μάτια, που μετέφρασε τα τελευταία μου διηγήματα για το Πανεπιστήμιο του Γέιλ;

Παιχνίδι ήτανε κι αυτό. Και πρόκληση να φέρω τον εαυτό μου να καταλάβει πως το πέρασμα από τη γραφή στη μετάφραση είναι διασταυρούμενα πυρά.

Και οι δυο μας την αντιμετωπίσαμε έτσι. Εκείνος είναι πολύ νέος, μόλις 26 χρόνων και πιο ψύχραιμος από μένα που τον πυροβολούσα με αλλεπάλληλες εκδοχές όταν έπρεπε ν’ αλλάξει κάτι δραστικά.

Ηταν τόσες οι πιθανότητες που του υπαγόρευα συνέχεια αλλαγές, όλες τους ανατρεπτικές, τη μια μετά την άλλη.

Τα τελευταία χρόνια διαβάζω σχεδόν μόνο βιβλία στα Αγγλικά κι έχω γίνει συλλέκτρια λέξεων.

Ο Τζέικομπ με κοίταζε σοβαρά κι έβαζε τάξη στο χάος. Διαφορετικά δεν θα τελειώναμε ποτέ.

Μέσα από τη μετάφραση κατάλαβα πολλά λάθη μου, τα είδα κυριολεκτικά με ξένο μάτι. 

● Πες μου για την εποχή του Πάλι. Και για τον Γιώργο Μακρή. 

Ημασταν μια παρέα, δεν ξέρω τι είχε συμβεί με τον Μακρή, αλλά ήταν μια εποχή που δεν έβλεπε τους φίλους του.

Εβλεπε κάτι αλητήριους όπως ήμασταν τότε εγώ κι ο Πουλικάκος.

Παραδίπλα ο Κουτρουμπούσης και ο Δενέγρης, άνθρωποι που περπατούσαμε γρήγορα.

Τον θυμάμαι που κούτσαινε. Εγώ πάλι να περπατάω πιο γρήγορα απ’ όλους.

Ο Μακρής ήταν τότε 45, εγώ 19, κι ενώ του μιλούσα τρεις μήνες στον πληθυντικό, δεν νομίζω πως ήμουνα σε θέση να τον εκτιμήσω.

Εβλεπα το πηγάδι των γνώσεών του και φοβόμουν μην πέσω μέσα.

Αλλά εκείνος ήταν άνετος κι έλεγε «δεν ντρέπεστε; Να περπατάτε πιο αργά».

Και αυτοκτόνησε στο σπίτι μιας φίλης μου και ξέρω ότι έκανε και πρόβες πριν πέσει από το φωταγωγό. 

● Στην «Περίληψη του Κόσμου» αφιερώνεις το βιβλίο σε εφτά φίλους σου, που έφυγαν με την έλλειψη. 

Σ’ αυτούς που έζησαν με την έλλειψη. 

●  Οι οποίοι ήταν όλοι τους πεθαμένοι. Οπως η Λίλη Παπαδάκη, ας πούμε, που πήγε από όβερ ντόουζ στο Αμστερνταμ, αρχές του 1970. 

Πολλοί άνθρωποι ζούνε με την έλλειψη. Εγώ έχω πάντοτε αυτή την αίσθηση. 

● Η έλλειψη αφορά κυρίως τα ναρκωτικά; 

Οχι. Πρώτα απ’ όλα να σου πω κάτι: ποτέ δεν έχω αισθανθεί ότι έχω βρει το σπίτι μου.

Ας αρχίσουμε από κει. Ούτε εδώ. Είναι το δεύτερο που έχω βάλει όνομα στο κουδούνι.

Θυμάμαι ότι το είχα πει στον Χρήστο μια φορά και μου είχε πει «αχ, τι ωραίο είναι αυτό που λες», αλλά εγώ το είχα πει με έναν φοβερό πόνο εκείνη την ώρα.

«Ωχ, θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου, αλλά δεν ξέρω πού είναι.»

Κάτι άλλο είναι που το υπόσχονται λίγο οι λέξεις. 

● Και το ζεις με την έλλειψη; 

Φυσικά και ζω με την έλλειψη. Οπότε δεν είναι μόνο αυτοί που έχουν πεθάνει, δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτούς.

Είναι αφιερωμένο σε όσους αισθάνονται ότι ζουν λείποντάς τους κάτι.

Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αισθάνονται έτσι; Κι εκεί είναι που ή θα κάνεις το κέντημα ή δεν θα το κάνεις. 

● Πάνω στη μαύρη τρύπα; 

Δεν είναι απαραίτητα μαύρη. Σου δίνει την ευκαιρία να φτιάξεις πράγματα.

Μπορεί και να σε καταπιεί, όπως λες. Αλλά πάντως σου δίνει κι ευκαιρίες.

Γι’ αυτό είναι και ο χαρακτήρας μας, γι’ αυτό είναι και η μοίρα μας και γι’ αυτό έχει και σημασία το παιχνίδι.

Μπορείς να παίξεις ακόμα και μ’ αυτό. Μπορείς να παίξεις και με ακόμα πιο οδυνηρά πράγματα. 

● Το πέρασμα του Βακαλόπουλου από τη ζωή σου; Ηταν φαρσέρ κι αυτός; 

Σ’ αυτό μοιάζαμε πάρα πολύ. 

● Η Μαριτίνα μού έλεγε πως όταν διάβασε το «Αννα να ένα άλλο», είπε «Α, είναι ωραίο, θα γράψω ένα κι εγώ». 

Το είχε αυτό. Για μένα ήταν εξαιρετικός δημοσιογράφος, κριτικός τρομερός. 

● Και συγγραφέας «Της Γραμμής του ορίζοντος». 

Υπέροχο βιβλίο, με είχε συγκινήσει. Είχαμε χωρίσει και ιδωθήκαμε, αλλά ήταν λίγο πριν από το τέλος του.

«Η γραμμή του ορίζοντος» με είχε ξαφνιάσει με το βάρος της. Οταν του το είπα, τον είδα για πρώτη φορά να δακρύζει, ενώ πίστευα ότι το χάρισμα των δακρύων το είχε χάσει από νωρίς.

Γι’ αυτά τα πράγματα μου μιλούσε τότε. Για την Κυψέλη και το ζαχαροπλαστείο «Συστηματικό».

Πολύ πιο πριν, όταν έκανε τις χημειοθεραπείες του στο Παρίσι μού έστειλε ένα γράμμα όπου μου έγραφε «Η Ρέα μού είπε πως σ’ έχω ερωτευτεί.» 

● Η Ρέα Φραντζή, η γυναίκα της Γραμμής του Ορίζοντος; 

Ακριβώς. Καταλαβαίνεις πως υπήρχε στο μυαλό του από νωρίς.

Ενδιαμέσως είχαμε πάει διακοπές στη Σκόπελο κι εκεί έγραφε το δεύτερο βιβλίο του. Είχα βρει ένα δώμα.

Οι ξενοδόχοι κρέμαγαν τα ασπρόρουχα και μου θύμιζαν το «Στάχτες και Διαμάντια» του Βάιντα, όπου έπαιζε ο Σιμπούλσκι, που τον πυροβολούν μέσα σε σεντόνια, τρώει τις σφαίρες στο στομάχι, πιάνει το αίμα του και το μυρίζει.

Κι εγώ αισθανόμουν ότι παίζω σ’ εκείνη την ταινία. Ο Χρήστος έπαιζε σε άλλη.

Αλλά εμένα όλο αυτό με κούραζε. Μπορεί, αποφεύγοντας το γεγονός της αρρώστιας του, να μην ήθελε να εμβαθύνει στα πράγματα.

Κάτι που το ανέτρεψε στο τέλος. 

● Ο Φασουλής έλεγε ότι το φεγγάρι που ήσασταν μαζί, μοιάζατε σαν δίδυμοι. 

Το ξέρεις ότι έχω εκπαιδεύσει το Χρήστο να γίνει δανδής και γόης με τις γυναίκες; Τον περνούσα και δέκα χρόνια.

Είχε βέβαια ερωτευτεί αρκετές φορές στη σύντομη ζωή του.

Του έλεγα «παίξε το χαρτί της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης, αφού αυτό είσαι».

Ενας από τους έρωτές του ήμουν κι εγώ, και πιστεύω ότι με διάλεξε όταν έμαθε πως είχε 50/50 πιθανότητες να ζήσει.

Ισως να διαισθάνθηκε μια οικειότητα που είχα με τον Αδη και τα μονοπάτια του. Εγώ τον ερωτεύτηκα πιστεύοντας ότι θα τον βοηθούσα να ξεφύγει.

Και κάποια στιγμή θυμάμαι να του λέω πράγματα όπως «το να ερωτευτείς έναν άσχετο είναι σαν να σκοτώνεις έναν αθώο».

Πάντως, ακόμα και όταν χωρίσαμε είχαμε μια μυστική σχέση, ερχόταν πάντα και τον κούρευα. 

● Η σχέση σας πώς ήτανε; 

Μου έδινε την αίσθηση του ανάλαφρου. Αλλά από ένα σημείο και μετά, αυτό το ανάλαφρο άρχισε να μου προσθέτει βάρος.

Ο Χρήστος ήταν και εξαιρετικά ετοιμόλογος και θυμάμαι πως ένιωθα να κινδυνεύω να γίνω βραδύγλωσση, σαν τον αδερφό μου. 

● Αρα δεν έγινες η μαμά του; 

Ποτέ δεν ήμουνα μητέρα κανενός. Μόνο μερικών γάτων. Κι αυτού του αρκούδου που βλέπεις. Είναι ο Μάιμος και δεν είναι.

Τον πρώτο Μάιμο τον ξέχασα σ’ ένα λεωφορείο που χάθηκε στο βάθος της Συγγρού, όταν ήμουν μικρή, τεσσάρων ή πέντε χρόνων.

Στα δεκάξι μου, ένας κύριος πολύ μεγάλος, σχεδόν αρχαίος μου είχε φανεί, μου πρότεινε να με πληρώσει για να του ποζάρω γυμνή, σε μια γκαρσονιέρα της Καλλιδρομίου.

Στον τοίχο είχε έναν πίνακα του Γουναρόπουλου. Ο ίδιος δεν ήταν ζωγράφος, αλλά αρχιτέκτονας και φίλος του Σεφέρη.

Με τα χρήματα που μου έδωσε πήρα τον δεύτερο Μάιμο.

Τη στιγμή που είδα τον πρώτο να χάνεται από τη ζωή μου, ένιωσα να φυτρώνει στη θέση του κάτι που αργότερα θα το ονόμαζα έλλειψη.

Υποθέτω ότι χρειάστηκε και η σχετικά σκληρή διαπραγμάτευση (ήμουν ακόμα πολύ ντροπαλή) με τα όρια της αθωότητας, για να ανακτήσω την αφοσίωσή μου στο αρκουδάκι μου.

Κι αυτά επειδή με ρώτησες πιο πριν για την έλλειψη. 

● Είχες γάτες από πάντα. Μου είχες πει τότε που σε γνώρισα ότι οι γάτες σέρνονται στα πατώματα σαν τον Τζέιμς Ντιν. 

- Ελα, δεν το θυμάμαι. Τρελαίνομαι γι’ αυτές. Αλλά αυτός που βλέπεις είναι νεραϊδόγατος, δεν είναι Τζέιμς Ντιν.

Μετά περνάνε σε άλλη διάσταση οι γάτες, το ξέρεις;

Τις ψάχνεις παντού, δεν υπάρχουν πουθενά, μέχρι και τα συρτάρια ανοίγεις, δεν υπάρχουν πουθενά και ξαφνικά εκεί που λες ότι θα τρελαθείς εμφανίζονται με την ουρά ψηλά μπροστά στα μάτια σου. 

● Οπως ο Τζέιμς Ντιν. 

Ο Τζέιμς Ντιν είχε έναν τρόπο να τρίβεται στις πόρτες.

Αυτός και ο Ζεράρ Φιλίπ. Γι’ αυτό όταν σου είπα ότι τα διαστήματα που δεν είχα γάτες υπήρχαν άντρες που έκαναν τις γάτες. 

● Αυτό θέλω να μου το εξηγήσεις. 

Το είχα πει και στην Ελεωνόρα και είχε μείνει άφωνη και το διηγιόταν.

Ετρεμα τη Φυσική στο σχολείο, είχαμε κι ένα θηρίο που έμπαινε στην τάξη κι έλεγε «εσύ, εσύ κι εσύ».

Και σε μια εκδρομή, την τελευταία χρονιά, στην επιστροφή, προσπεράσαμε με το σχολικό πούλμαν, τρία τροχαία, πτώματα σπαρμένα, είχαν αρχίσει να γίνονται οι μαθήτριες κουρέλι.

Τις έβαλα λοιπόν ν’ αρχίσουν να τραγουδάνε «Η ψυχή μας παίρνει δύναμη κι αέρα ν’ ανεβούμε πιο ψηλά πάνω στα ελληνικά τα βουνά».

Γιατί διασχίζαμε κάτι βουνά γυρίζοντας από την Κέρκυρα.

Οταν συνήλθαν αυτές, κι αυτός, ο φυσικός, το θηρίο, για να μ’ ευχαριστήσει, επειδή κατάλαβε ότι ελέγχθηκε ο πανικός, έρχεται και μου λέει «θεοπάλαβη, τι θέλεις να κάνω για σένα;».

Και γυρίζω και του λέω, τον τρέμανε όλοι, του λέω λοιπόν «κάντε μου τη γάτα».

Βουβάθηκε και γύρισε στη θέση του. Αλλά τη γάτα δεν την έκανε. 

● Λοιπόν, Ελεωνόρα Σταθοπούλου, φίλη μας κοινή και συγγραφέας. Πες μου κάτι για τα βιβλία της. Πώς σε βάζουν στον κόσμο της; 

Πρώτα απ’ όλα η Ελεωνόρα έχει πάρα πολύ δυνατά θέματα. Τη συλλογή με τα διηγήματά της «Καλό Αίμα, Κακό Αίμα» τη θαυμάζω πολύ.

Εκείνη με στριμώχνει συνέχεια με τη σκληρότητα της κρίσης της, κι αυτό το δέχομαι μόνο από κάποιον τόσο ενθουσιώδη και δοτικό όσο εκείνη.

Πολλές φορές, όταν της διαβάζω τις πρώτες μου σελίδες μου λέει «ναι, αλλά το θέμα ποιο είναι;».

Ευτυχώς που υπήρξε και ο Μπαρτ που μας έσωσε λέγοντας ότι οι παρεκκλίσεις από το θέμα είναι το κυρίως θέμα.

Αλλά αυτή «βρε, ποιο είναι το θέμα και άσ’ τα αυτά».

Της οφείλω πάντα ότι μου ξαναέδειξε τον δρόμο προς τη θάλασσα.

Μ’ έκανε να ερωτευτώ τη φύση, αρχίζοντας από τα μικρά φυτά που ξεμυτίζουν ξαφνικά μέσα από τις χαραμάδες.

Ισως τώρα να σου λέω και την εικόνα που έχω φτιάξει και για τα άλλα 2-3 βιβλία της Ελεωνόρας, «Εκείνος» και το «Εις Ελευθερίαν». 

● Υπάρχει ένα θέμα πίστης πολύ ζωντανό στην Ελεωνόρα… 

Ναι, υπάρχει. Καμία σχέση με εκκλησίες… 

● Αλλά πηγαίνει μαγικές αγιογραφίες στα μοναστήρια. 

Σε κάτι έρημα, στην Παλαιοχώρα στην Αίγινα. 

● Και στη Λέρο, τις έχω δει. Ξαναπάμε όμως σε σένα. Ζω με τα διηγήματά σου και τις νουβέλες σου. Θα σου δώσω σκόρπιες φράσεις σου, οι οποίες είναι όλες κοφτερές, δεν γράφεις με το στιλό, γράφεις με το σπασμένο ξυραφάκι καρφωμένο στο μύγδαλο του κουφέτου. Είναι ο τρόπος σου αυτός; 

Που λένε οι Αγγλοι «αν το ’χεις μέσα σου, άσ’ το να βγει».

Φυσικά, αυτός είναι ο τρόπος μου, δεν μπορώ αλλιώς, αλλά να σου πω τη γνώμη μου, πάντα το λέω, εγώ δεν έχω γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο που να είναι εξαιρετικό.

Νομίζω ότι έχω γράψει εξαιρετικές παραγράφους. Να πούμε και την αλήθεια. 

Μαρία Μήτσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης

● Εχεις πει πως για μια λέξη πέφτεις στα γόνατα. Τι γίνεται τη στιγμή που τη βρίσκεις; 

Κι έτσι αρχίζει και το τελευταίο μου βιβλίο. «Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;»

Με ερωτηματικό. Αναρωτιέμαι. 

● Αλλά έχεις γράψει και το «Με λένε λέξη». Αρα υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία αναζήτησης της σωστής λέξης. Την έψαχνε μανιωδώς ο Φλομπέρ. 

Με κουράζει ο Φλομπέρ, τρομερά. Αν και θα άλλαζα το όνομά μου, που δεν μου αρέσει, και θα το έκανα Εμμα.

Μου αρέσουν τρομερά τα διηγήματά του. 

● Πες μου τι γίνεται τη στιγμή που βρίσκεις τη λέξη που ζητάς. 

Είναι σαν να έχεις αγοράσει το πακετάκι των life savers. Τις θυμάσαι τις παλιές καραμέλες;

Από το περίπτερο, σαν να το ήξερες, και ξαφνικά βάζεις το χέρι σου στην τσέπη και είναι εκεί.

Και έχεις σωθεί, για λίγο όμως. Γιατί αν δεν συνεχίσεις να ακροβατείς, τι γίνεται;

Δεν γίνεται να σώζεται και μόνιμα. 

● Από την «Αννα, να ένα άλλο» ζω με φράσεις σου. Στο «Σε πήρε κάποιος Αντώνης» γράφεις: «Ησουν καλύτερη από αυτό που προσπάθησες να γίνεις»

Με σκότωσες τώρα. Αυτό μου το είχε πει ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας και είχε απόλυτο δίκιο. 

● Βάλε τόπο και χρόνο σ’ αυτή την ατάκα, έστω και ψεύτικους… 

Αυτός μου το είπε στην πραγματικότητα. Είναι μερικοί άνθρωποι μου είχαν πει μερικές φράσεις που με είχαν σημαδέψει πολύ.

Αυτή ήταν φράση του Καλιφατίδη. Ηταν ο πρώτος μου έρωτας και είχε απόλυτο δίκιο.

Και ο Θεοφιλόπουλος έλεγε «μην ξεχνάς ότι εννέα στους δέκα πεθαίνουν από αμνησία». 

● Στο φινάλε της «Σκόρπιας Δύναμης» οι οθόνες των τηλεοράσεων βάφονται με αίμα. Τα συνεργεία κινηματογραφούν την κοπέλα που κόβει τις φλέβες της από μια πολυκατοικία με γραφεία στο Σύνταγμα. Μοιάζει με προφητεία αυτού που συμβαίνει σήμερα. 

- Είναι και το τέλος ενός κεφαλαίου που λέγεται «10 μέρες μέσα σε ένα κόκκινο φουστάνι».

Ετσι περνάει τις τελευταίες 10 μέρες στη ζωή της. 

● Λες και προέβλεψες ένα μέλλον… 

Σ’ ένα άλλο βιβλίο φαντάζομαι λίγο το μέλλον. «Στο καλός καιρός/μετακίνηση».

Στην ερωτική ευτυχία που βρίσκουν οι ήρωες στο τέλος. Ξεσπάνε στην πόλη φοβερές εκρήξεις.

Είναι όλοι με κάτι γκαζάκια. Εκρήξεις και ελλείψεις, δεν ανάβει κανείς καλοριφέρ.

Και ξαφνικά γίνεται μια γιορτή που τα περιλαμβάνει όλα, και την κρίση και την κατάντια, ελπίζω και κάτι από γιορτή.

Κάτι που λέει ότι «χάνεται και ένα ολόκληρο πάρκο κάποια στιγμή στο νταβαντούρι»

● Πες μου για την κίτρινη σκόνη από την Αφρική που έρχεται στην Αθήνα και την καλύπτει. 

Δεν είναι παράξενο; 

● Τι σου κάνει; 

Μου φαίνεται ότι ήδη έχει αρχίσει και μετακομίζει και η ίδια η Αφρική εδώ. 

Μ’ αρέσει η σκόνη της Αφρικής. Δεν λένε ότι οι επόμενοι πόλεμοι θα γίνονται για το νερό;

Σε πενήντα χρόνια θα είναι έρημος και η Ελλάδα. Καλά, έχω μία ιδιαίτερη σχέση με τη σκόνη, όπως και οι πρόγονοί μας. Μ’ αρέσει πολύ.

Το μόνο πράγμα στο οποίο έχω πραγματικά υποκλιθεί είναι σε σκόνες πραγμάτων, όσο και να σου φαίνεται περίεργο. 

● Η Γλυκερία Μπασδέκη, στη δική μας συνάντηση, σου είχε απευθύνει την ερώτηση «Μαρία, θα με πάρεις μαζί σου μια νύχτα στο ξενοδοχείο των δυτών;» 

Τι κάνει τώρα αυτή η κοπέλα; Αν την πάρω στο ξενοδοχείο των δυτών;

Αυτό είναι δύσκολο, γιατί το ξενοδοχείο λειτουργεί μέρα παρά μέρα.

Τις άλλες μέρες είναι η ψυχιατρική κλινική Λυμπέρη, η παλιά.

Οπότε εξαρτάται από το αν πέσουμε τις μέρες που είναι ξενοδοχείο των δυτών ή αν θα είναι η μέρα που ξαναγίνεται ψυχιατρική κλινική.

Αν είναι έτοιμη να το ρισκάρει, να το δοκιμάσουμε. 

● Είναι νόμισμα η γραφή; 

Πιθανότατα ναι. Νομίζω ότι αυτά που γράφει κανείς πρέπει να τα δημοσιεύει.

Είναι τρέλα να μένουν στα συρτάρια, πρέπει να φεύγουν. 

● Να φεύγουν για να απελευθερώνονται; 

Ακριβώς, και να μπαίνουν ή να μην μπαίνουν στις «Ζωές των Αλλων».

Τον είχα σκεφτεί αυτό τον τίτλο και τον ήθελα, αλλά τον πρόλαβε ο Γερμανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ο Florian Henckel von Donnersmarck.

Εμεινα όταν τον είδα. 

● Κάθε πρωί ξυπνάω με τη φράση σου «ο ουρανός είχε ένα μεξικανικό μπλε». Δεν θέλησα ποτέ να ψάξω τι είδους μπλε ήταν αυτό. Δώσε μου σ’ αυτή τη φράση τόπο και χρόνο και πρόσωπο, αλλά τα θέλω σαν αίνιγμα. 

Δεν είναι αίνιγμα. Είναι η μέρα της κηδείας του πατέρα μου, του Κυριάκου, όπως λένε και τον δίδυμό σου. 

● Ξυπνάς με χρώματα το πρωί; 

Οχι καλέ, χάλια ξυπνάω. Μέχρι να συνέλθω περνάει ώρα. 

● Εγώ λέω ότι επιστρέφω από άλλο πλανήτη στη Γη. 

Κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει και κάποιος που έχει πει ότι «η Γη είναι η κόλαση ενός άλλου πλανήτη», οπότε δεν ξέρουμε πού επιστρέφουμε, κατάλαβες; 

Μαρία Μητσορα © Βασίλης Μαθιουδάκης

● Λοιπόν, πάμε να μιλήσουμε για τις ουσίες, γιατί λατρεύω τον τρόπο σου που είναι απόλυτα αντι-ηθικολογικός σε σχέση με τη χρήση των ναρκωτικών στη γραφή. Αντίστοιχος με τον τρόπο του Λόουρι, όπου το αλκοόλ υπαγόρευσε το «Κάτω από το ηφαίστειο». Εμένα μ’ έφτασες στο αναγνωστικό μου όριο με το «Ο Ηλιος Δύω». Με έκλεισε για πάντα στο γυάλινο τέλος του. Το υπαγόρευσε η σκόνη; 

Βεβαίως. Εντελώς. Είναι πολύ ισχυρό αντικαταθλιπτικό.

Αυτή η περίοδος της ζωής μου θα μπορούσε να έχει τίτλο «Οι Αγνωστοι στις Πλατείες».

Δυστυχώς, για κάποιο λόγο ακατανόητο και σε μένα, έχω υποκλιθεί μονάχα μπροστά σε μια σκόνη.

Ακόμα κι όταν τέλειωσε η σχέση μου μαζί της. Τέλειωσε και μου έμεινε για αρκετό καιρό η βασανιστική επιθυμία να γίνω κι εγώ και να παραμείνω σκόνη.

Πολύ σιγά, άρχισε πάλι η ζωή να πονάει, αλλά και να με κάνει να ξεκαρδίζομαι και στα γέλια.

Πολύ αργά σηκώθηκα από τα γόνατα και βγήκα έξω και ανακάλυψα πάλι το Παιχνίδι, τη Φύση, ακόμα και την Πλήξη που μου ενέπνευσε μια τρυφερότητα. 

● Και σηματοδοτείς τη στροφή με το «Καλός καιρός/μετακίνηση». 

Εντελώς, γιατί είναι πάρα πολύ βαρύς «Ο Ηλιος Δύω».

Βέβαια είναι αυτό που του έχω αδυναμία κι εγώ. Ξέρεις πώς το έγραψα;

Είχα αποφασίσει ότι βαριόμουνα να ξαναγράψω, το είχα αφήσει στην άκρη και κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι τα 2/3 του βιβλίου ήταν έτοιμα από σημειώσεις που έπαιρνα μέσα στη νύχτα χωρίς να το καταλάβω.

Χρειάστηκε απλά να πάρω 5 διαφορετικά τετράδια και να βάλω τα κομμάτια του κάθε ήρωα σε μια σειρά. 

● Αυτό το γυάλινο τέλος τι είναι; Στο οποίο κλείνεται και ο αναγνώστης και αισθάνεται αιώνια εκτεθειμένος στα βλέμματα των άλλων. Εγώ αυτό έγινα. 

Σημαίνει πως η ηρωίδα πεθαίνει και παρασέρνει τον ήρωα και σένα και μένα και όποιον μπει στον πύργο να μείνει στο φως του «Ηλιου Δύω».

Στον «Καλό καιρό/μετακίνηση» θα μπορούσα να είχα σταματήσει και να γράφω. 

● Το πρώτο σου διήγημα, στο οποίο εγώ υποκλίθηκα, είναι το «Σε πήρε κάποιος Αντώνης». 

Αυτός ήταν ο Καλιφατίδης, αυτόν είχα κλειδώσει στο υπόγειο του πατρικού μου στη Νέα Σμύρνη, γι’ αυτόν το έγραψα. 

● Εχω ζήσει με το «Με λένε λέξη» και με τον τίτλο και με το περιεχόμενο. Ο συγγραφέας ανοίγει δωμάτια για να ζήσει ο αναγνώστης; Δημιουργεί αυτόνομους κόσμους; 

Ναι, και για τους αναγνώστες και για τον εαυτό μου το κάνω.

Είναι μια πρόσκληση για να παίζω ρόλους στο γράψιμο.

Με ένα βιβλίο στήνω ένα ολόκληρο ντεκόρ για να μπει κι ο άλλος να παίξει ρόλους όπως κι εσύ, όπως κι εγώ. 

● Εχεις πρεσβυωπία; 

- Ε, καλά. Γιατί το λες αυτό;

Εκανα την επέμβαση και υποτίθεται ότι βλέπω, αλλά τώρα τελευταία κατάλαβα ότι δεν βλέπω και πολύ καλά από το δεξί μάτι. 

● Εμένα τα πρεσβυωπικά γυαλιά με κάνουν να βλέπω καλύτερα προς τα πίσω. 

Εγώ είχα υπερμετρωπία που είναι το ίδιο με την πρεσβυωπία, απλώς την αποκτάς νέος.

Είχα βάλει γυαλιά από 20 χρόνων, άρα από τότε κοίταζα το παρελθόν. 

● Εφτιαξα τον μύθο μου για σένα από τη φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του «Αννα να ένα άλλο». Αυτή η φωτογραφία μού άνοιξε την πόρτα που μ’ έβαλε στον κόσμο σου. Ο Τζούμας σε λέει θηλυκό Μικ Τζάγκερ. Η σχέση σου με τις φωτογραφίες ποια είναι; 

- Μικρή ήμουν πολύ φωτογενής. Η αλήθεια είναι ότι του έμοιαζα απερίγραπτα.

Μου τον είχε δείξει μια φίλη μου σ’ ένα live, βαμμένο, και έχω πάθει σοκ από την ομοιότητα. 

● Τον έχεις γνωρίσει; 

Οχι, τον έχω πατήσει. Σε μια μποέμικη μπουτίκ στο Λονδίνο, κατά λάθος.

Ηταν εκεί με τη Marianne Faithfull, κι εγώ με μια Αμερικανίδα φίλη μου, τη Λέσλι, που μου είχε δανείσει ένα μεγάλο πράσινο βελούδινο καπέλο.

Την ακούω να με φωνάζει από το δοκιμαστήριο.

Πηγαίνοντας πατάω έναν άνθρωπο. Γυρίζω και βλέπω ότι έχω πατήσει τον Μικ Τζάγκερ.

Εγώ όμως δεν ήμουν ποτέ γκρούπι λόγω χαρακτήρα. Η Λέσλι ήταν.

Ηθελε να της δώσω το καπέλο και να τη δει ο Τζάγκερ. Εμένα με είχε ήδη δει. 

● Είναι ένας στίχος του Σάκη Σερέφα που λέει «Σας βλέπω ή με φαντάζεστε, κυρία;». Τους φαντάζεσαι τους φίλους σου; 

Εχω πάντα φανταστικούς διαλόγους με ανθρώπους, κυρίως το πρωί μέχρι να συνέλθω. 

● Με τους πεθαμένους; 

Με τους πεθαμένους, με τους ζωντανούς, με τα πάντα.

Και παραλλαγές πραγματικών διαλόγων. 

● Ισχύει η φαντασίωσή μου; Πηγαίνεις στον Καλυβιώτη για κουμπιά; 

Υπάρχει ολόκληρος δρόμος για κουμπιά. Η Περικλέους, που αλλάζει τρία ονόματα, ήταν πάντα για μένα ο δρόμος για τα κουμπιά, τα υφάσματα, τις τρέσες και τέτοια.

Θα μου άρεσε να σχεδιάζω ρούχα, μεταμφιέσεις, γιατί μπορεί να είναι πιο ξεκούραστος ο τρόπος, πιο άμεσος με τα χρώματα.

Ηθελα να πω και μια άλλη φράση που με έχει σημαδέψει βέβαια, αλλά είχε δίκιο ο άνθρωπος.

Ο πατέρας μου, όταν ήμουν μικρή, δεν είχε καλή γνώμη για μένα.

Πίστευε ότι η κομψότητα είναι να μην φαίνεται πως κάποιος αλλάζει ρούχα.

Τα αλλόκοτα που φορούσα τα θεωρούσε μεγάλη κακογουστιά κι έλεγε: «Η Μαρία είναι για το θεαθήναι».

Αλήθεια είναι αυτό, αλλά ο πατέρας μου δεν είχε χιούμορ. Ισως να το πήρε ο δίδυμος αδερφός του, δεν θυμάμαι.

Εμένα μου άρεσε να στήνω τον εαυτό μου σαν θέαμα. Να τον σκηνοθετώ.

● Μαρία, θα βλεπόμαστε σ’ ένα παρελθόν με ανοιχτό τέλος εμείς οι δύο; 

- Θα βλεπόμαστε σίγουρα.

*συγγραφέας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας