Τι ζητούν οι Τσούσηδες απ’ τη Μακεδονία;

geloiografia-fantasma.jpg

Η ρωσική απειλή πάνω από την Ευρώπη. Βρετανική γελοιογραφία του 1877

«Του πανσλαβισμού η ψώρα / Μακεδόνας δεν μολύνει / ουδέ τους απομακρύνει / από τον ελληνισμόν»

(αθηναϊκό εμβατήριο του 1877)

Το ’χει φαίνεται η μοίρα του Μακεδονικού να πορεύεται από συλλαλητήριο σε συλλαλητήριο.

Τη διαπίστωση αυτή δεν υπαγορεύουν μόνο οι πρόσφατες λαοσυνάξεις, που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να μιμηθούν τις παλλαϊκές κινητοποιήσεις του 1992.

Πριν από 141 ολόκληρα χρόνια, όταν η μοίρα της επίμαχης περιοχής (οθωμανικής, τότε, επαρχίας) είχε για πρώτη φορά τεθεί στην ημερήσια διάταξη της ευρωπαϊκής διπλωματίας, η Αθήνα μετατράπηκε σε θέατρο διαφορετικών, διαμετρικά αντίθετων δημόσιων εκδηλώσεων από τα μέλη της εδώ μακεδονικής παροικίας.

Παντελώς ξεχασμένες σήμερα, οι κινητοποιήσεις εκείνες της 18ης Ιανουαρίου 1877 έχουν ωστόσο πολλά να μας πουν για τις απαρχές του ζητήματος, για την παραδοσιακή διαπλοκή του με την αθηναϊκή πολιτική ζωή αλλά και για τους κοινωνικούς παράγοντες που επικαθόρισαν ιστορικά την περίφημη «ρευστότητα» των μακεδονικών ταυτοτήτων.

Η Ανατολή στις φλόγες

Ο κόμης Ιγνάτιεφ Ο κόμης Ιγνάτιεφ |

Αφορμή για τις εκδηλώσεις έδωσε η τετραήμερη διαμονή στην Αθήνα του περαστικού Ρώσου πρεσβευτή στην οθωμανική πρωτεύουσα, στρατηγού -μετέπειτα κόμη- Νικολάι Πάβλοβιτς Ιγνάτιεφ (16-19/1/1877).

Κατευθυνόμενος προς την πατρίδα του για διαβουλεύσεις μετά την αποτυχία της πρεσβευτικής διάσκεψης της Κωνσταντινούπολης για το Ανατολικό Ζήτημα, ο Ιγνάτιεφ αποτελούσε ήδη για την ελληνική κοινή γνώμη το σύμβολο του πανσλαβισμού – σε μια εποχή που τα εγχώρια μεγαλοϊδεατικά οράματα έβλεπαν ως βασικούς αντιπάλους στην Ανατολή όχι πια Ελληνες και Οθωμανούς, αλλά «ελληνισμό» και «σλαβισμό».

Από την άλλη, μια σειρά εξεγέρσεις των βαλκανικών σλαβικών λαών έθεταν για πρώτη φορά ζήτημα αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού σε όλη την περιοχή, δημιουργώντας τις υλικές προϋποθέσεις για επέκταση (και) του Ελληνικού Βασιλείου:

Τον Ιούλιο του 1875 επαναστάτησαν οι Σέρβοι της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

Τον Απρίλιο του 1876 ξέσπασε ένοπλη εξέγερση στην κεντρική Βουλγαρία. Οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού που συνόδευσαν την καταστολή της ξεσήκωσαν την κοινή γνώμη, όχι μόνο στην ομόδοξη Ρωσία αλλά και στη μακρινή Αγγλία. Κάποιες ενέργειες σλαβικών ανταρτοομάδων στον μακεδονικό χώρο απαντήθηκαν μ’ ένα κύμα «προληπτικής» καταστολής, που περιελάμβανε λεηλασίες χριστιανικών χωριών, βιασμούς και κακοποιήσεις από ένοπλα μουσουλμανικά στίφη.

Τον Μάιο του 1876, ένα ασήμαντο μικροεπεισόδιο στη Θεσσαλονίκη κατέληξε σε σφαγή από τον μουσουλμανικό όχλο των εκεί προξένων της Γαλλίας και της Γερμανίας, Μουλέν και Αμποτ.

Τον Ιούνιο του 1876, Σερβία και Μαυροβούνιο κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μολονότι από το φθινόπωρο η ήττα τους στα πεδία των μαχών ήταν προφανής, τέθηκε πλέον ζήτημα ρωσικής επέμβασης για την αποτροπή ολοκληρωτικής συντριβής τους. Τον Φεβρουάριο του 1877 θα υπογραφεί τελικά ανακωχή, με επιστροφή στο προπολεμικό καθεστώς.

Τον Δεκέμβριο του 1876 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη διάσκεψη των πρεσβευτών (και άλλων αξιωματούχων) των Μεγάλων Δυνάμεων για την εξεύρεση λύσης στην κρίση. Τελική πρότασή τους ήταν η δημιουργία αυτόνομης Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και δύο Βουλγαριών (Ανατολικής-Δυτικής) εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τελευταία θα περιελάμβανε τη σημερινή δυτική Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ, τη σημερινή νότια Σερβία και, ως νοτιοδυτικό άκρο, τις περιοχές Φλώρινας-Καστοριάς-Πτολεμαΐδας. Η πρόταση απορρίφθηκε από την Πύλη, με επιχείρημα την προσχηματική παραχώρηση του πρώτου οθωμανικού Συντάγματος (23/12/1876), η εφαρμογή του οποίου ανεστάλη ωστόσο ύστερα από έναν μήνα (5/2/1877).

Επίσημη φωτογραφία από την πρεσβευτική διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (Δεκέμβριος 1876). Τρίτος από δεξιά μεταξύ των καθιστών ο Ιγνάτιεφ, δεύτερος από δεξιά μεταξύ των ορθίων ο Σόλσμπερι Επίσημη φωτογραφία από την πρεσβευτική διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (Δεκέμβριος 1876). Τρίτος από δεξιά μεταξύ των καθιστών ο Ιγνάτιεφ, δεύτερος από δεξιά μεταξύ των ορθίων ο Σόλσμπερι |

Απέναντι σ’ αυτές τις κατακλυσμιαίες εξελίξεις, η στάση της επίσημης Ελλάδας πρόδιδε μια βαθιά αμηχανία.

Μετά το τέλος της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης (1866-69), την αυτοτελή εθνοθρησκευτική θεσμική συγκρότηση των Βουλγάρων της Αυτοκρατορίας (1870) και την κήρυξη της Βουλγαρικής Εξαρχίας από το Πατριαρχείο ως «σχισματικής» (1872), δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνιστούσε πλέον η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως εγγύηση κατά της σλαβικής πρωτοκαθεδρίας.

Στην πιο προχωρημένη εκδοχή του, που προωθούσαν οι πανίσχυροι Ελληνες τραπεζίτες της Πόλης, τον «ελληνοθωμανισμό», το δόγμα αυτό κατέληγε να θεωρεί το οθωμανικό κράτος (κι όχι το μικροσκοπικό αθηναϊκό βασίλειο) σαν την κατεξοχήν ελληνική εθνική εστία, όπου «οι μεν Τούρκοι άρχουν πολιτικώς, ημείς δε κοινωνικώς».

Τη στιγμή της επίσκεψης του Ιγνάτιεφ, στην ίδια την Ελλάδα η φιλοθωμανική νέα στρατηγική εκφραζόταν κυρίως από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης – τόσο τους παραδοσιακούς Βούλγαρη, Ζαΐμη και Δεληγιώργη, όσο και τους εκσυγχρονιστές του Τρικούπη, που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα των μεγαλοαστών της ομογένειας.

Η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου σχοινοβατούσε, αντίθετα, μεταξύ αυτής της «ρεαλιστικής» πολιτικής και των απελευθερωτικών οραμάτων μιας επαναστατικής σύμπραξης με τους εξεγερμένους Σλάβους της Βαλκανικής.

Επίσημα τηρούσε στάση ουδετερότητας, διατηρούσε όμως υπόγειους διαύλους επικοινωνίας με το φιλορωσικό αλυτρωτικό δίκτυο του Λεωνίδα Βούλγαρη.

Γιος ενός σλαβόφωνου χιλίαρχου του 1821 από το Μάλες της σημερινής ΠΓΔΜ και μιας Ελληνίδας από τη Σπάρτη, ο τελευταίος αποτελούσε τον ύστατο (και σημαντικότερο) εκφραστή μιας παμβαλκανικής αντίληψης που αντιμετώπιζε έθνη και κυβερνήσεις ως ισότιμους δυνητικούς συνομιλητές στον αγώνα για την κοινή απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό.

Παρά την εμβληματική παρουσία του στις εξελίξεις της εποχής, η πολιτική ήττα του σχεδίου του οδήγησε ακόμη και σε ολοκληρωτική διαγραφή του από την κατοπινή εθνική μνήμη.

Οι διαβουλεύσεις

Η Αθήνα της δεκαετίας του 1870. Στην πλατεία Συντάγματος διακρίνονται τα ξενοδοχεία «Αγγλία» (αριστερά) και «Μεγάλη Βρεταννία» (απέναντι) Η Αθήνα της δεκαετίας του 1870. Στην πλατεία Συντάγματος διακρίνονται τα ξενοδοχεία «Αγγλία» (αριστερά) και «Μεγάλη Βρεταννία» (απέναντι) |

Ο Ιγνάτιεφ έφτασε στην Αθήνα το βράδυ της 16ης Ιανουαρίου και κατέλυσε στο «Ξενοδοχείον της Αγγλίας», στην αρχή της Ερμού· στο «Μεγάλη Βρεταννία» έμενε πάλι, από την προηγούμενη μέρα, ο Αγγλος συνάδελφός του, σερ Χένρι Ελιοτ, περαστικός κι αυτός από την ελληνική πρωτεύουσα για διαβουλεύσεις στο Λονδίνο.

Στα ογκώδη απομνημονεύματά του, ο Ιγνάτιεφ μνημονεύει συνοπτικά το πέρασμά του από την Αθήνα: «Ηθελα», γράφει, «να καταλάβω τις πραγματικές διαθέσεις των Ελλήνων σε περίπτωση [ρωσοτουρκικού] πολέμου και να τους αποδείξω πως, υπερασπιζόμενοι τους Βουλγάρους, καθόλου δεν λογαριάζαμε να θυσιάσουμε τα δικά τους συμφέροντα, αλλά επιθυμούσαμε μόνο αμερόληπτα να ικανοποιήσουμε τις δυο ομόθρησκές μας εθνότητες» (Игнатиев 1986, σ. 213).

Το πρωί της 17ης Ιανουαρίου συναντήθηκε με τον βασιλιά Γεώργιο («Μέλλον», 18/1) και το απόγευμα παρακάθισε οικογενειακά σε δείπνο στη ρωσική πρεσβεία, μαζί με τον Ελληνα πρωθυπουργό Κουμουνδούρο και τον (σλαβόφοβο) υπουργό Εξωτερικών, Αλέξανδρο Κοντόσταυλο· τις επόμενες ώρες, στη συζήτηση θα κληθούν και οι πολιτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης («Εφημερίς», 19/1).

Σύμφωνα τόσο με τα απομνημονεύματά του (σ. 522-523) όσο και με διπλωματικές πηγές της εποχής, ο Ιγνάτιεφ προέτρεψε για ελληνική συμμετοχή στον επικείμενο πόλεμο, υποσχόμενος την προσάρτηση κάθε περιοχής όπου θα υψωνόταν από τακτικά ή άτακτα στρατεύματα η ελληνική σημαία.

Το διάβημά του έπεσε ωστόσο στο κενό, ύστερα από αντίθετη παρέμβαση του Βρετανού υπουργού Ινδιών, μαρκησίου Σόλσμπερι, στον βασιλιά τις επόμενες μέρες (Κωφός, 2001, σ. 82-83).

Το διάβημα των «Τσούσηδων»

Τις διαβουλεύσεις του Ρώσου διπλωμάτη με τους Ελληνες πολιτικούς αρχηγούς ακολούθησαν, την επομένη, οι δημόσιες εκδηλώσεις λαϊκής διπλωματίας από τους Μακεδόνες της Αθήνας.

Εκδηλώσεις που, αν μη τι άλλο, αποκάλυψαν τον βαθύ κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό διχασμό αυτών των τελευταίων.

Η πρώτη κίνηση σημειώθηκε το απόγευμα της 18ης Ιανουαρίου. Τη λεπτομερέστερη περιγραφή αντλούμε από την απροκάλυπτα εχθρική «Εφημερίδα» (19/1), τα γραφεία της οποίας στεγάζονταν δίπλα στο ξενοδοχείο του Ιγνάτιεφ: «Είδομεν», γράφει, «πεντήκοντα περίπου τσούσιδες, δηλαδή μακεδόνας βουλγαροφώνους, ων τινες όμως είνε έλληνες τα φρονήματα, άλλοι δε βούλγαροι, πάντες δ’ αμφίβολοι τας διαθέσεις και απαίδευτοι. Πεντήκοντα εξ εκείνων οίτινες επαγγέλλονται εν Αθήναις τους κτίστας, συσσωρευθέντας και αναμένοντας. Ερωτήσαντες εμάθομεν ότι υπέβαλον δι’ επιτροπής των, ανελθούσης ήδη εις το ξενοδοχείον, αναφοράν προς τον ρώσον στρατηγόν, τον πολυμήχανον διπλωμάτην».

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το περιεχόμενό της, οι συγκεντρωμένοι προφασίστηκαν άγνοια.

Ενα πιο αποστασιοποιημένο ρεπορτάζ κάνει πάλι λόγο για «περί τους 100 κτίστας και ξυλουργούς εκ Μακεδονίας», οι οποίοι ζητωκραύγαζαν ταυτόχρονα «υπέρ του Εθνους, του Βασιλέως, της Μακεδονίας και των άλλων δούλων επαρχιών και υπέρ του κ. Ιγνατιέφ».

Παραθέτει δε μετάφραση της αναφοράς τους, που «εκ μέρους των Μακεδόνων» υπέγραφε ο Ζήσης Ρούκας, οικοδόμος από το Κόσινετς (νυν Ιεροπηγή) της Καστοριάς.

Μολονότι «γεγραμμένη βουλγαριστί», δεν απέκλινε από τους κοινούς τόπους του πατροπαράδοτου ελληνικού αλυτρωτισμού: υπενθύμιζε πως «όχι μόνον οι Σλαύοι, αλλά και όλαι αι άλλαι υπόδουλοι επαρχίαι υπό την Τουρκίαν υποφέρουσι πανδείνους κακώσεις υπό της φοβεράς μάστιγος της Τουρκίας» και καλούσε την «κραταιά» Ρωσία «να θεωρήση και νυν εν ίση μοίρα πάντες τους δεδουλωμένους λαούς» της Αυτοκρατορίας. Ο Ιγνάτιεφ παρέλαβε το έγγραφο και, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σύστησε στους επιδότες «ντα μάλτσετι», δηλαδή «να σιωπήσουν» («Στοά», 19/1).

Το προσωνύμιο «τσούσηδες» «τσιούσηδες», «τσούστιδες» ή «κιούσηδες», που χρησιμοποιείται πάνω από 20 φορές στα ρεπορτάζ της εχθρικής «Εφημερίδος» μέσα σ’ ένα διήμερο (19-20/1) για να περιγράψει την επίμαχη ομάδα των σλαβόφωνων οικοδόμων, παρέπεμπε σαφώς στη μητρική τους γλώσσα και κατά πάσα πιθανότητα αποτελούσε παραφθορά της σλαβικής λέξης «τσούζντι» (чужди), δηλαδή «ξένοι».

Στο ελληνικό λεξιλόγιο της εποχής είχε σαφώς περιφρονητική χροιά, όπως πιστοποιεί το δίστιχο του Σουρή για τις πρώτες δημοτικές εκλογές το 1883 στην άρτι απελευθερωμένη Θεσσαλία και Αρτα: «Ολοι αρχή θα θέλουνε / όλοι θα κάνουν κόμμα / θα γίνουν υποψήφιοι / κι οι Τσούσηδες ακόμα».

Λαμβάνοντας υπόψη τις μετέπειτα εξελίξεις, αξιοσημείωτος είναι επίσης ο αυτοπροσδιορισμός «Μακεδόνες» που χρησιμοποιούν όχι μόνο οι συντάκτες του επίμαχου κειμένου αλλά και ο ανώνυμος «Τσούσης» που «ανακρίθηκε» από τους δημοσιογράφους στα γραφεία της σλαβοφάγας «Εφημερίδος» (19/1, σ. 5).

Παρά την εμφανή πρόθεση γελοιοποίησής του, η καταγραμμένη στιχομυθία αποτυπώνει κυρίως την αμηχανία ενός λαϊκού ανθρώπου που «γυρεύει κάτι για την πατρίδα του», αρνούμενος να δεχτεί τον χωρισμό των συντοπιτών του σε δύο ανταγωνιστικά εθνικά στρατόπεδα:

«– Τι είσθε εσείς;
– Μακεδόνες.
– Τι Μακεδόνες;
– Αμ ξέρω και ’γώ;
– Βρε, έλληνες είσθε ή βούλγαροι;
– Αμ ξέρω κ’ εγώ;»

Το συλλαλητήριο των «αξιοτίμων»

Αποτύπωση των αντίπαλων επιχειρημάτων σε δημοφιλείς χάρτες της εποχής.
↳Αποτύπωση των αντίπαλων επιχειρημάτων σε δημοφιλείς χάρτες της εποχής. Ο ρωσικός, που προοριζόταν για τη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης, απεικόνιζε μόνο την κατά τόπους αναλογία χριστιανών-μουσουλμάνων (πάνω αριστερά). Για τους εθνολογικούς συσχετισμούς, στη διάσκεψη χρησιμοποιήθηκε έτσι ο πρόσφατος γερμανικός του Κίπερτ (πάνω δεξιά). Η ελληνική προπαγάνδα ανταπάντησε με τον «εθνολογικό» του Στάνφορντ (1877) και τον «εθνοκρατικό» του Κίπερτ (1878) (κάτω), απεικονίσεις αλυτρωτικών ονείρων που ήδη αποτελούσαν παρελθόν

Η δεύτερη κινητοποίηση προέκυψε ως απάντηση στην προηγούμενη. Από τις εφημερίδες των ημερών περιγράφεται ως μαζικότερη, πιο άνετη και με σαφώς διαφορετική κοινωνική σύνθεση.

Νωρίς το απόγευμα της ίδιας μέρας, μας πληροφορεί η «Εφημερίς» (19/1), στα γραφεία του Μακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας «συνήλθον διακόσιοι περίπου μακεδόνες, μεταξύ των οποίων φοιτηταί, λόγιοι, έμποροι, πάντες αξιότιμοι άνδρες, εις ους εγένετο γνωστόν ότι οι άθλιοι εκείνοι τσούσιδες ως μακεδόνες εξεδήλωσαν διά της αναφοράς τα σλαυικά των φρονήματα προς τον Ιγνάτιεφ. Απεφάσισαν δε να συνταχθή διαμαρτύρησις κατά των γενομένων, συγχρόνως δε να μεταβώσιν εν σώματι εις την οικίαν του κ. πρωθυπουργού και να δηλώσωσι προς αυτόν τα δέοντα».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα υπόλοιπα ρεπορτάζ, επιδοκιμαστικά στο σύνολό τους για τη δυναμική απάντηση των «λογίων» στο «τσουσικόν κίνημα»: για «τους ενταύθα Μακεδόνας πάσης τάξεως» -δίχως συγκεκριμένο αριθμό- κάνουν λόγο το «Μέλλον» (20/1) και η «Ημέρα» (21/1), για «πολυπληθείς Μακεδόνας, λογίους ως επί το πλείστον άνδρας», η «Στοά» (19/1), για «Μακεδόνας σπουδαστάς του πανεπιστημίου και των γυμνασίων και επιτηδευματίας» η «Παλιγγενεσία» (19/1).

Οι διαδηλωτές κατευθύνθηκαν αρχικά στο σπίτι του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, που απουσίαζε· τον εντόπισαν να παρακολουθεί κάποια θεατρική παράσταση, του υπέβαλαν ψήφισμα διαμαρτυρίας και «παρεκάλεσαν αυτόν να δώση τας δεούσας εξηγήσεις όπου δει».

Παρήλασαν κατόπιν στο Σύνταγμα μέσω της Ερμού, τιμώντας «διά ζητωκραυγών τας πρεσβείας όλας πλην της ρωσικής», και διαλύθηκαν φωνάζοντας συνθήματα «υπέρ της Μακεδονίας και των δικαιωμάτων αυτής ως χώρας ελληνικής».

Εξω από το ξενοδοχείο του Ιγνάτιεφ τραγουδήθηκε, τέλος, από «τους νεωτέρους» ένα (ήδη «γνωστόν», κατά την «Εφημερίδα») «πατριωτικόν άσμα»:

«Του πανσλαβισμού η ψώρα / Μακεδόνας δεν μολύνει / ουδέ τους απομακρύνει / από τον ελληνισμόν. /
Είμαι Ελλην όχι Σλαύος / ξεύρω την καταγωγήν μου / κι η ελληνική ψυχή μου / ελευθέρα πάντα ζη».

Με μια απλή αντικατάσταση του «πανσλαβισμού» από τον «βουλγαρισμό», το ίδιο τραγούδι θα αναγορευτεί τις επόμενες δεκαετίες στο κατεξοχήν εμβατήριο του ελληνομακεδονισμού.

Στα ψιλά του Τύπου καταγράφονται, πάντως, κάποιες επαμφοτερίζουσες παρουσίες: «Ο δικηγόρος κ. Κς τι ήθελε χθες με τους Τσούσιδες; Και πάλιν την εσπέραν χθες τι ήθελεν ο αυτός δικηγόρος κ. Κς με τους Μακεδόνας;», καρφώνει λ.χ. σε σχόλιό της κάποιον παράγοντα του χώρου η «Εφημερίς» (19/1, σ. 5).

Η αντιπαράθεση

Στα δημοσιεύματα των ημερών, η ταξική ματιά κυριαρχεί: όλα τα δημοσιεύματα τονίζουν, λιγότερο ή περισσότερο περιφρονητικά, την εργατική ιδιότητα και αγραμματοσύνη των χειροκροτητών του Ιγνάτιεφ, σε αντιδιαστολή προς την κοινωνική επιφάνεια των αντιπάλων τους.

Η «Εφημερίς» ειρωνεύεται μάλιστα τη δυσκολία των πρώτων να κατανοήσουν κάποιες δημοσιογραφικές ερωτήσεις, σχολιάζει δε καυστικά τη δημόσια εικόνα τους: «συναγμένοι έναντι του ξενοδοχείου, υπό τον κτιζόμενον νυν οίκον του κ. Ψιακή, εφαίνοντο ως αν είχον αφήσει το έργον της τοιχοποιΐας και επερίμενον να τους πληρώση το ημερομίσθιον ο κ. Ιγνάτιεφ».

Ανάλογα επιχειρήματα επιστρατεύουν και οι διαδηλωτές του Μακεδονικού Συλλόγου στο δικό τους ψήφισμα.

«Ουδείς ευ φρονών θέλει ποτέ φαντασθή», διακηρύσσουν, «ότι η πολυπληθής παροικία των ενταύθα Μακεδόνων», η «αριθμούσα πολλούς πεπαιδευμένους άνδρας», μπορούσε να αντιπροσωπευθεί «υπό δεκάδος χονδροκεφάλων ανθρώπων» και δη «αμφιβόλου καταγωγής», που αδυνατούν «να συλλάβωσι εν τη στενή και βαναύσω κεφαλήν αυτών την ιδέαν της πατρίδος και το μεγαλείον του ελληνισμού», ανθρώπους με τους οποίους «ουδέν κοινόν θέλουσι να έχωσιν οι Μακεδόνες».

Σημειωτέον ότι στο ελληνικό λεξιλόγιο της εποχής η λέξη «χονδροκέφαλος» αποτελούσε τη χαρακτηριστικότερη ρατσιστική βρισιά σε βάρος ειδικά των Βουλγάρων.

Σαφώς μειοψηφική στον δημόσιο λόγο, η άλλη πλευρά του νομίσματος αποτυπώνεται σε δύο επιστολές του επικεφαλής των «Τσούσηδων», Ζήση Ρούκα, που δημοσιεύτηκαν στη σχετικά ψύχραιμη «Στοά» (20 & 21/1).

Στην κατηγορία περί ανθελληνισμού, ο τελευταίος αντιτάσσει την επονείδιστη σύμπραξη του Μακεδονικού Συλλόγου με τους Οθωμανούς.

Σύμπραξη όχι μόνο συμβολική (αποστολή αναφοράς στη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης, όπου «έλεγαν μετά στόμφου ότι ημείς καλά περνώμεν με τους Τούρκους»), αλλά και στο επίπεδο του κοινού χαφιεδισμού:

«Οι διαδώσαντες ότι ημείς θεωρούμεν την Μακεδονίαν ως Βουλγαρίαν εισίν τινές αυτοκαλούμενοι αντιπρόσωποι της Μακεδονίας οίτινες το παρελθόν θέρος, ότε μετέβησαν εις την ιδιαιτέραν των πατρίδαν συμπατριώτες μας φέροντες αρκετά χρήματα ιδικά των και άλλων, ειδοποίησαν τον διοικητήν Θεσσαλονίκης ότι ούτοι θα υποκινήσωσιν επανάστασιν· και συλλαβώσα αυτούς η διοίκησις εφυλάκισε και εβασάνισεν επί 9 μήνας».

Το καταγγελλόμενο συμβάν ήταν αληθινό και αφορούσε την κοινή ελληνοθωμανική καταστολή ενός πραγματικού επαναστατικού δικτύου, κατά τα πρώτα βήματα της συγκρότησής του.

Σύμφωνα με έκθεση του προξένου Βιτωλίων, Πέτρου Λογοθέτη, προς τον υπ.Εξ. Κοντόσταυλο (αρ. 246 της 1/7/1876), έξι σλαβόφωνοι Καστοριανοί οικοδόμοι που κατέφτασαν τον Ιούνιο του 1876 από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη «ίνα εξεγείρωσιν υπό σλαβικήν σημαίαν εις επανάστασιν την περί Καστορίαν ύπαιθρον χώραν», καταδόθηκαν από τους Ελληνες διπλωμάτες στις οθωμανικές αρχές.

Ως επικεφαλής της ομάδας θεωρούνταν κάποιος Λάζαρος Ρούκας, «ορμώμενος εκ της αυτής πατρίδος» – συγγενής ή συγχωριανός, κατά πάσα πιθανότητα, του Ζήση.

Σύμφωνα πάλι με τον απολογισμό του Λεωνίδα Βούλγαρη, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα μετά το τέλος της Ανατολικής Κρίσης, οι έξι «ελληνοβούλγαροι» (δύο από τους οποίους «απέθανον εν ταις φυλακαίς εκ της ταλαιπωρίας») καταδόθηκαν με τηλεγράφημα από παράγοντες της Αθήνας που θέλησαν να εξυπηρετήσουν τα εθνικά συμφέροντα «διά της προς την αγγλικήν πολιτικήν αφοσιώσεώς τους» («Αποκαλυφθήτω αλήθεια», Αθήνησι 1878, σ. 89-90).

Το ίδιο βιβλίο μας πληροφορεί επίσης πως η στοχοποίηση του Ζήση Ρούκα από τον Τύπο οδήγησε τελικά σε απόπειρα δολοφονίας του (σ. 126).

Στις επιστολές του, πάντως, αυτός ο τελευταίος δεν αντέστρεψε μόνο την κατηγορία περί αντεθνικής δράσης.

Ανταπέδωσε στα ίσα την ταξική περιφρόνηση των κατηγόρων του, καταθέτοντας ταυτόχρονα τη δική του εκδοχή μακεδονικού πατριωτισμού -επικεντρωμένη στην απελευθερωτική επαγγελία και στην καταγγελία του εθνικού διαχωρισμού των Μακεδόνων ως εξωγενούς πρακτικής, ταυτισμένης με την υποταγή στην οθωμανική εξουσία.

Κατήγοροι του ίδιου και των «πατριωτών» του, υποστηρίζει, είναι κάποιοι «εκ των ενταύθα εντρυφόντων και εν τοις καφενείοις και θεάτροις καταναλισκόντων την ημέραν αυτών, οίτινες ουδόλως πάσχουσι και έρχονται να θέσωσι τον δαυλόν της διχονοίας, διαιρούντες την Μακεδονίαν εις Ελληνας και Βουλγάρους, ενώ οι καθαροί Μακεδόνες είναι γνήσιοι Ελληνες, Ελληνες οίτινες δεν δύνανται εν ουδεμία περιπτώσει να συνταυτισθώσι με τους βεβηλώσαντας παν ιερόν αυτών και σφαγιάσαντας τους προπάτοράς των και αυτήν την ύπαρξιν της ποτέ ενδόξου Μακεδονίας, και οι οποίοι ουδέποτε θ’ ανεχθώσι να συνταυτισθή το σύμβολον των χριστιανών μετά της ημισελήνου εις σημαίαν».

Η αποχώρηση

Το επεισόδιο έκλεισε με την αναχώρηση του Ιγνάτιεφ από τον Πειραιά, το μεσημέρι της 19ης Ιανουαρίου.

Πληροφορούμενοι πως «εγίνετο ενέργεια όπως ο ρώσος διπλωμάτης προπεμφθή διά διαδηλώσεως των τσούσιδων», αποκαλύπτει η «Εφημερίς» της επομένης, «οι ευ φρονούντες των Μακεδόνων, οι πολλοί τουτέστιν», σκέφτηκαν αρχικά να οργανώσουν νέα αντισλαβική διαδήλωση.

«Ινα μη φανή ότι προσωπικώς διάκεινται κατά του Ιγνάτιεφ» και θιγούν τα εθνικά συμφέροντα, αποφάσισαν όμως τελικά να πατάξουν αντ’ αυτού τον εσωτερικό εχθρό: «να προβώσι κατ’ αυτών των τσούσιδων και να τους εμποδίσωσι και διά της βίας ακόμη από πάσης διαδηλώσεως αντικειμένης εις τα αισθήματα των γνησίων τέκνων της Μακεδονίας».

Τελικά δεν χρειάστηκε να γίνει ούτε αυτό: το υβριδικό εθνικό παρακράτος παραχώρησε τη θέση του στο καθαυτό κράτος, «της αστυνομίας εγκαίρως προσκληθείσης και αναγκασθείσης να προλάβη παν των τσούσιδων κίνημα».

Μολονότι οι τελευταίοι «αθρόοι έσπευσαν εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου», όσοι περίμεναν τον Ρώσο διπλωμάτη στην προκυμαία του Πειραιά «δεν ήσαν τσούσιδες αλλά γνήσιοι Μακεδόνες, οίτινες είχον παρακολουθήσει κατοπτεύοντες τα πάντα».

Τα ευκόλως εννοούμενα απλώς υπονοούνται.

 

«Πουτάνα Ελλάδα, Κερατάδες Υπουργοί»

Στο Ιστορικό Αρχείο του ΥΠΕΞ (φ. 1878/ΑΑΚ/Θ) φυλάσσεται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον τεκμήριο: η απειλητική επιστολή ενός Μακεδόνα οπλαρχηγού, γνωστού μόνο με το βαφτιστικό του όνομα (ή ψευδώνυμο), προς τον μητροπολίτη Μογλενών  [= Φλώρινας] Γερμανό.

Είναι γραμμένη σε λαϊκή ελληνική γλώσσα της εποχής και συντάκτης της υπήρξε μάλλον κάποιος από τους δεκάδες «Τσούσηδες» της Αθήνας που, μετά το ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1877, στρατολογήθηκαν σε ένοπλα ελληνικά σώματα ενόψει πιθανής δράσης στις αλύτρωτες επαρχίες.

Επηρεασμένος από την τραγελαφική κατάληξη του εγχειρήματος και την εγκατάλειψη των ανταρτών από το ελληνικό κράτος, έχει αλλάξει πλέον εθνικό στρατόπεδο και ζητά με ανορθόδοξο τρόπο τα οφειλόμενα.

Η σταδιακή αλλαγή του ύφους της επιστολής, η κλιμάκωση των απαιτήσεων του αποστολέα από ένα εύλογο αρχικά επίπεδο σε εντελώς παράλογα μεγέθη, το πέρασμα από την ψύχραιμη αυτοπαρουσίαση σ’ ένα ανεξέλεγκτο ξέσπασμα τροφοδοτημένο από τα πρόσφατα βιώματα, οι ελληνικότατες βρισιές, ο μακεδονικός αυτοπροσδιορισμός (διακριτικά διαπλεκόμενος με τον βουλγαρικό) σε αντιδιαστολή προς την ελληνικότητα καθιστούν το ντοκουμέντο κυριολεκτικά μοναδικό.

Είναι δε το μοναδικό έγγραφο μακεδονικής προέλευσης του φακέλου που δεν δημοσιεύτηκε στη σχετική συλλογή του ΙΜΧΑ (Ευάγγελος Κωφός, «Η επανάστασις της Μακεδονίας κατά το 1878», Θεσ/νίκη, 1969).

Η επιστολή του «Μακεδόνα βοεβόδα Λάζαρ» ήταν συνημμένη σε αναφορά του προξένου Βιτωλίων Πέτρου Λογοθέτη προς το Υπ.Εξ. (Εν Βιτωλίοις, 11/6/1878, αρ. 183), μαζί με συνοδευτική επιστολή του μητροπολίτη (6/7/1878).

Ο τελευταίος, που σύμφωνα με τον πρόξενο «κατελήφθη εκ πανικού, εκλαμβάνων τη σκιάν ως σώμα», διευκρινίζει ότι τρομοκρατήθηκε από «τον τρόπον» που έφτασε στα χέρια του η επιστολή, το πρωτότυπο της οποίας παρέδωσε στην οθωμανική διοίκηση.

Ο πρόξενος δεν πιστεύει στην ύπαρξη της επίμαχης «βουλγαροσλαβικής συμμορίας», καθώς οι έρευνες του στρατού δεν εντόπισαν το παραμικρό.

Θεωρεί το έγγραφο «πλάσμα εσχάτης χυδαιολογίας ατόμων ανηκόντων εις την υποστάθμην της βουλγαρικής κοινωνίας», διευκρινίζει δε ότι παρόμοια επιστολή, «συνωδευμένη συγχρόνως δι’ ενός φυσιγγίου», είχε δεχτεί και ο καϊμακάμης της Φλώρινας.

Σε κάθε περίπτωση, η αξία του τεκμηρίου ως δείγμα λόγου παραμένει αμείωτη.

Για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, υποσημειώνουμε ότι Καραπατάκης λεγόταν ένας γνωστός κλεφτοκαπετάνιος του Ολύμπου· «Νεγουστιανός» θα πει Ναουσαίος· ο δε Δημητράκης Σούτσος, γιος του δημάρχου Αθηναίων Σκαρλάτου Σούτσου, ήταν επικεφαλής ενός σώματος 200 εθελοντών που επέδραμαν τον Φεβρουάριο του 1878 στη Θεσσαλία.

Εν Βουνώ Ιαλιά τη 30 Μαΐου 1878

Τιμιώτατε Αγιε Δέσποτα Μητροπολίτα της Φλώρινας προσκυνούμεν σε με όλους τους συντρόφους μου.
Σας πληροφορούμαι το καθέκαστόν μοι από δέκα πέντε Ιανουαρίου ήμην επαναστάτης άγνωστος της Θεσσαλίας μέχρι του Αγίου Γεωργίου με τον Σούτζιον Σκαρλάτον Υιός του Δημητράκη· από εκείνον τον καιρόν ως εδώ είμαι με Ρωσσική διαταγή επαναστάτης της Μακεδονίας.
Λοιπόν σας γράφω και σας ομολογώ άμα το παρόν μου γράμμα λάβης να μου στείλης με τον επιφέροντα το όνομά μου 100 οκάδας ψωμί, 50 οκάδ. ρίζη, 25 οκάδ. ρώμη, 20 φορέματα διά είκοσι λεβέντες Μακεδόνες.
Τα φορέματα με ταις φουστανέλαις τους και με τζαρούχια τελατένια, το ερχόμενον Σάββατον το βράδι εις του παππά το σπήτι να τα στείλλης το δίχως άλλο το ογλιγορώτερον, η δε, το ψωμί, το ρύζη, το ρώμη, τετράδι βράδι εις το σπήτι του ιερέως να τα φέρης και εγώ απ’ εκεί τα λαμβάνω, έτερον σας γράφω και 1.000 λίραις οθωμανικαίς διά 200 λεβέντας Μακεδόνας δι’ έξοδα, διότι έχω να λάβω 13 μήνας μισθόν από την ελληνικήν Κυβέρνησιν. Και η Αγιοσύνη Σας κάμετε καλά με την ελληνικήν Κυβέρνησιν.
Διότι Ελληνας με τον Ελληνα συμφωνούν η δε Ελληνας και Μακεδών δεν συμφωνούν και τα όσα σου γράφω θέλεις από εαυτού Σου, θέλεις από τους Ελληνας τα συνάζεις, ειδέ από Μακεδόναν γνήσιον Βούλγαρον να μη σας γελάση ο νους Σας και πάρει ούτε οβολόν, αν μάθω πως πήρες οβολόν, έπειτα έχω δύναμιν με τούτο θέλημα να μπω μέσα εις την πόλιν ταύτην, από το παλάτιόν Σου να σε βγάλω έξω και να σε γδάρω και την προβιά σου και να σου την γεμήσω άχειρον.
Διατί θα πης θα σε κάμω τούτο: διότι πουτάνα Ελλάδα, Κερατάδες Υπουργοί επήραν τον κόσμον στον λαιμόν και γύμνωσαν την πτώχειαν, και έβγαλαν τους ορφανούς έξω να πολεμήσουν με τους Αγαρηνούς.
Το λοιπόν ολίγον σας γράφω και πολύ να καταλάβης. Θα κάμω μίαν ανδρείαν εις έναν Ελληνα Αρχιερέα διά να γνωρισθώ και ακουσθώ εις όλην την οικουμένην και πάλιν σας λέγω τα όσα σας γράφω να μην τα βάλης υποκάτω εις το προσκεφάλι σου διότι έχω στο χέρι το λιθάρι και την καρηδιάν, διότι έχω απόφασιν να χαθούμε όλοι οι σύντροφοι δι’ έναν έπαινον να γνωρισθούν οι Μακεδόνες με τους Ελληνας τους ψεύτηδας.
Ταις λίραις, ένα κιοστέκη και ένα χαϊμαλή εντός δέκα ημερών να τα ετοιμάσης, το κιοστέκη να είναι στο στήθος πλάκα από δράμια 300, το χαϊμαλή δράμια 150 με όλην την τάξιν, στο χαϊμαλή να γραφθή «Λάζαρ Βόηδα Μακεδόνας».
Ταύτα σας τα γράφω και καθώς γνωρίζεις κάμε, ταύτα και υγίαινε προσκυνώ Σας.

Ο οπλαρχηγός
Αδελφός Καραμπατάκη
Νεγουστιανός

 Διαβάστε
 
▶ Н.П. Игнатиев, Записки 1875-1878 (Σόφια 1986, εκδ. Издателство на Отечествения Фронт). Τα ογκώδη απομνημονεύματα του Ιγνάτιεφ από τη μεγάλη Ανατολική Κρίση. Η επίσκεψή του στην Αθήνα καταλαμβάνει ελάχιστες σειρές, δίχως την παραμικρή αναφορά στην υποδοχή του από τη μακεδονική παροικία της ελληνικής πρωτεύουσας.
 
▶ Λεωνίδας Βούλγαρης, Αποκαλυφθήτω αλήθεια. Απάντησις προς τον κύριον Θεόδωρον Δηλιγιάννην, υπουργόν επί των Εξωτερικών της Ελλάδος (Αθήνησι 1878). Απολογισμός του κατεξοχήν εκφραστή ενός παμβαλκανικού αντιοθωμανικού αλυτρωτισμού, για τα πεπραγμένα του στη διάρκεια της Ανατολικής Κρίσης. Σποραδικές αλλά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις ενέργειες των Μακεδόνων της Αθήνας.
 
▶ Тане Пеев, «Българска легия в Гърция през 1877 г. (извадки от моите спомени)» (περ. Македонски Преглед, τχ. ΙΙΙ/4, 1927, σ. 27-44). Αναμνήσεις ενός εθελοντή της «λεγεώνας» του Βούλγαρη, που κατέφυγε στην Αθήνα τον Μάιο του 1877, ενδιαφέρουσες κυρίως για την περιγραφή των άτυπων δικτύων εθνοτικής αλληλεγγύης που λειτουργούσαν τότε στην Αθήνα μεταξύ των σλαβόφωνων μεταναστών, στη βάση της γλωσσικής κοινότητας (σ. 30-32). Εξόφθαλμα υπερβολική όμως εξιστόρηση των γεγονότων του Ιανουαρίου, βασισμένη στις αφηγήσεις αυτοπτών συντρόφων του κι έντονα επηρεασμένη από τις μετέπειτα εξελίξεις: «εντυπωσιακή υποδοχή» του Ιγνάτιεφ από «μερικές χιλιάδες Βουλγάρους», «τρεις μνημειώδεις μέρες» εκδηλώσεων κ.ο.κ. Ισχυρισμός, αποδιδόμενος στον ίδιο τον Βούλγαρη, πως «οι Αθηναίοι για πρώτη φορά έγιναν μάρτυρες τέτοιου βουλγαροσλαβικού οίστρου στην έκφραση των πατριωτικών φρονημάτων των Καστοριανών μας».
 
▶ Ευάγγελος Κωφός, Η Ελλάδα και το Ανατολικό ζήτημα, 1875-1881 (Αθήνα 2001, Εκδοτική Αθηνών). Εθνικά ορθή αλλά εμπεριστατωμένη εξιστόρηση της ελληνικής εμπλοκής στη μεγάλη Ανατολική Κρίση. Σύντομη αναφορά στην επίσκεψη Ιγνάτιεφ και την αντιφατική υποδοχή του από τους Μακεδόνες της Αθήνας (σ. 82-83). Η «μικρή διαδήλωση» της ομάδας Ρούκα αποδίδεται στον Λεωνίδα Βούλγαρη.
 
▶ Σπύρος Καράβας, «Η Μεγάλη Βουλγαρία και η “Μικρά Ιδέα”», στο συλλογικό Εν Ετει 1878 και 1922 (Αθήνα 2008, εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, σ. 11-81). Ανατομία του ελληνικού αλυτρωτισμού κατά την εποχή της Ανατολικής Κρίσης, βασισμένη σε εξαντλητική διασταύρωση εφημερίδων και αρχειακού υλικού. Η απελευθέρωση των ελληνικών πληθυσμών της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Νότιας Μακεδονίας, θύμα του ανταγωνιστικού οράματος μιας ελληνικής Βαλκανικής, η υλοποίηση του οποίου απαιτούσε να μείνουν «προς το παρόν» αδιαίρετα τα ελληνικά irredenta.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας