Το «τέλος της ιστορίας» και η «σύγκρουση των πολιτισμών»

fukuyama.jpg

Η διαλεκτική σχέση στο έργο του Fukuyama και του Huntington

Η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989 είχε ως άμεση ιδεολογική συνέπεια την θριαμβευτική αναγγελία του «τέλους της ιστορίας». Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Francis Fukuyama, με το διάσημο βιβλίο του “The End of History and the Last Man” (Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος), έσπευσε να αντικαταστήσει τον (ιστορικά χρεοκοπημένο, κατά τη γνώμη του) μαρξικό (ή ορθότερα μαρξιστικό) οικονομικό ντετερμινισμό με μια καινούρια νομοτέλεια. 

Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, κατά τον Fukuyama, πλέον είχε αναδειχθεί αδιαμφισβήτητος νικητής στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και ιδεολογικό πεδίο σε αυτή την ιδιότυπη «μάχη των πολιτευμάτων». Ο Fukuyama προχώρησε τότε στη μεγαλόπνοη πρόβλεψη περί εξάλειψης των δομικών συγκρούσεων στην κατοπινή ιστορία της ανθρωπότητας. 

Η θέση του Fukuyama, όσο προκλητική ή καινοφανής κι αν μοιάζει εκ πρώτης όψεως, βρίσκεται σε λογική και ιδεολογική αλληλουχία με την ιστορική πορεία του (νεο)φιλελευθερισμού μες στον 20ό αιώνα. Ο ιδελογικός μέντορας του νεοφιλελευθερισμού, Hayek, στο περίφημο έργο του «The road to serfdom» (Ο δρόμος προς τη δουλεία) φιλοδοξεί να αποδομήσει τον κρατικό παρεμβατισμό και τη σοσιαλιστική διευθέτηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής με το επιχείρημα ότι οδηγούν νομοτελειακά σε ολοκληρωτισμό, σε δαιμονοποίηση του «άλλου» και σε «πόλεμο όλων εναντίον όλων».

Ο Fukuyama πίστεψε αλαζονικά ότι η ριζική υποβάθμιση του παρεμβατικού κράτους πρόνοιας και η πλήρης εξάλειψη κοινωνικοοικονομικών μοντέλων σοσιαλιστικού μετασχηματισμού θα συνεπαγόταν με μαθηματική ακρίβεια την άρση όλων των (ιδεολογικά ενοχλητικών και πρακτικά ανύπαρκτων για τους θιασώτες του φιλελεύθερου καπιταλισμού) εστιών ταξικής σύγκρουσης.

Πράγματι, το τέλος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μεταπολεμικής κεϋνσιανής διευθέτησης (του «ρυθμιζόμενου καπιταλισμού»), καθώς δεν υπήρχε πλέον το αντίπαλο δέος εκείνο που να θέτει τον καπιταλισμό υπό την πίεση του κράτους πρόνοιας, των κοινωνικών παροχών και της πλήρους απασχόλησης.

Παράλληλα, η κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων σοβιετικού τύπου ήταν η επισφράγιση του κοινού τόπου ότι η ισότητα δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα (ή κατά μείζονα λόγο ανταγωνιστικά) προς την ελευθερία και τη δημοκρατία.

Ωστόσο, παρά τις προαναφερόμενες παραδοχές και εκτιμήσεις, ο αναγγελόμενος θρίαμβος της φιλελεύθερης καπιταλιστικής δημοκρατίας ως τελικής μορφής πολιτειακού και οικονομικού μοντέλου αποδείχθηκε μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια μια φούσκα πιο μεγάλη κι από τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα της Lehman Brothers.

Η απορρύθμιση της αγοράς κεφαλαίων αδυνατεί να οικοδομήσει μια παγκόσμια κοινότητα συμφερόντων, καθώς οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κυρίαρχων παικτών του καπιταλιστικού οικοδομήματος είναι αφύσικο να εκλείψουν. Διαχρονικά, το εμπόριο, το κυνήγι του κέρδους και η ατομική ιδιοκτησία ως βάση του κυρίαρχου κοινωνικοοικονομικού μοντέλου όχι απλώς δεν επαρκούν για να ενώσουν με ισχυρούς πολιτικούς και κοινωνικούς δεσμούς τους λαούς της οικουμένης, αλλά, αντίθετα, αποτελούν δομικό παράγοντα πρόκλησης πολεμικών συρράξεων.

Κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του ιδεολογήματος περί «τέλους της ιστορίας», οι συνεχιζόμενες (εμφύλιες και ιμπεριαλιστικές) πολεμικές συγκρούσεις αποδίδονταν αποκλειστικά σε «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» εναντίον παραφρόνων δικτατόρων και ολοκληρωτικών-αυταρχικών καθεστώτων, προκειμένου να μεταλαμπαδευθούν οι θεμελιώδεις αξίες της φιλελεύθερης Δύσης στις θεσμικά-πολιτισμικά υπανάπτυκτες και οικονομικά καθυστερημένες πολιτικές κοινωνίες 

Μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη («της μέρας που άλλαξε τον κόσμο»), οι απολογητές της δοξασίας του Fukuyama αντιλήφθηκαν ότι το μονοπώλιο της φιλελεύθερης, καπιταλιστικής δημοκρατίας δεν κατάφερε να επιφέρει (ή να επιβάλει) ειρήνευση στην οικουμένη. Τότε, ενεργοποιήθηκε η (φαινομενικά αντιφατική, αλλά πλήρως αλληλοσυμπληρωματική) αφήγηση της «σύγκρουσης των πολιτισμών».

Η θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών» (clash of civilizations) διατυπώθηκε από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Samuel Huntington και φιλοδοξούσε να εισφέρει στην ιστορία της σκέψης μια διαφορετική ανάγνωση της φύσης των πολεμικών συγκρούσεων. Συγκεκριμένα, παρουσίαζε τον πόλεμο ως φαινόμενο εντελώς ανεξάρτητο κι αποκομμένο από τις διεργασίες στο πλαίσιο της υποδομής (τις σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής εντός ορισμένης κοινωνίας). Σύμφωνα με την αντίληψη του Huntington, οι ένοπλες συρράξεις απηχούν συγκρούσεις αποκλειστικά και μόνο στο πεδίο του εποικοδομήματος (πολιτισμικά στοιχεία, κοινωνικές πρακτικές, ήθη-έθιμα και ,το κυριότερο, θρησκεία).

Με ιδεολογικό υπόβαθρο την (συντηρητική και άκρως ανταγωνιστική) θεώρηση του κόσμου από τον Huntington, νομιμοποιήθηκαν στη συνείδηση των υπερμάχων του φιλελεύθερου καπιταλισμού οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις («σοκ και δέος») του George W. Bush σε Αφγανιστάν (2001) και Ιράκ (2003).

Έτσι, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, παρά τη μοναχική πορεία του και την δίχως αντίπαλο ηγεμονία του, πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να επιστρατεύσει ένα καινούριο μανιχαϊστικό δίπολο. Με αφορμή τον ισλαμικό φονταμενταλισμό της Αλ Κάιντα (και σήμερα τον επεκτατικό ισλαμοφασισμό των τζιχαντιστών), οι Η.Π.Α (και οι δορυφόροι τους) έχτισαν ένα διχαστικό βάθρο νομιμοποίησης του ανένδοτου αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Δυτικός ορθολογισμός εναντίον ανατολίτικου ανορθολογισμού. Δημοκρατία εναντίον αυταρχισμού.

Δυτικός τρόπος ζωής εναντίον κιτς οριενταλισμού. Ανοιχτή κοινωνία εναντίον κρατικού πατερναλισμού. Εκκοσμίκευση εναντίον θεοκρατίας. «Εμείς” και οι “άλλοι”». 

Πρόκειται για μια άκρως επικίνδυνη γενίκευση με έντονο άρωμα ολοκληρωτισμού. Πόσο φιλελεύθερη μπορεί να θεωρηθεί, εξάλλου, μια αντίληψη που θυσιάζει την υπέρτατη (για τον πολιτικό φιλελευθερισμό) αρχή της (προσωπικής και συλλογικής) αυτονομίας στο βωμό της αυτοπροστασίας μιας ομογενοποιημένης κοινωνίας, της δημιουργίας ενός κλωνοποιημένου μοντέλου, “του μέσου δυτικού ανθρώπου”;

Και τότε ξαφνικά έσκασε η φούσκα της Lehman Brothers, ο θεμέλιος λίθος της πλαστής ευημερίας, του ανίερου κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ κρατών (εκτεθειμένων στην ασταθή βούληση των αγορών) και παθητικών, ιδιοτελών πολιτικών υποκειμένων.

Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, ο (οικονομικός) φιλελευθερισμός, για να διατηρήσει την ηγεμονική του θέση, επιστράτευσε και μια νέα κοινωνική διαίρεση, ακόμα και ανάμεσα στα μέλη της ίδιας (δυτικής) κοινωνίας. 

Ανάμεσα στους ρεαλιστές και τους ουτοπιστές. Ανάμεσα στους εκφραστές της κοινής λογικής και τους θιασώτες του παραλόγου. Ανάμεσα στην πολιτική υπευθυνότητα και τον ανέξοδο (εθνο)λαϊκισμό. Ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και το συντηρητισμό. Ανάμεσα στην υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και την απειλή ενός (αριστεροδεξιού) ολοκληρωτισμού. Ανάμεσα στη λογική του μικρότερου κακού (There Is No Alternative) και στην αφέλεια ότι “οι σκλάβοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε παρά μόνα τα δεσμά τους”.

Όταν επέρχεται κρίση απονομιμοποίησης της αστικοδημοκρατικής διευθέτησης και κρίση υπερσυσσώρευσης του καπιταλιστικού μοντέλου, οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις στους κόλπους της κοινωνίας των πολιτών. Τότε, όσοι θεωρούν πως εκφράζουν μονοπωλιακά την αστική δημοκρατία, το κράτος δικαίου και το Διαφωτισμό ενεργοποιούν τα συντηρητικά αντανακλαστικά της “μικροαστικής θάλασσας” (πολύ εύστοχος όρος από το διεισδυτικό βιβλίο “Από την κλεπτοκρατία στη χρεοκρατία” του Σταύρου Λυγερού). 

Παράλληλα, υπονομεύουν, απαξιώνουν και συκοφαντούν τη δράση των κοινωνικών κινημάτων, εξαντλώντας το δημοκρατικό πλαίσιο στην από τα πάνω τεχνοκρατική διακυβέρνηση (π.χ Σύνοδοι Κορυφής). Μέσω της αυτοαναφορικής “θεωρίας των δύο άκρων”, περιορίζουν ασφυκτικά τον ζωτικό χώρο της δημοκρατικής διαβούλευσης μονάχα σε όσους πολιτικούς σχηματισμούς αποδέχονται τη διαχείριση του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού συστήματος. Έτσι, εξορίζεται a priori από το συνεργατικό κοινωνικό παίγνιο (fair play) κάθε διαφορετική φωνή και ισοπεδώνεται αφοριστικά είτε εκκινεί από ένα προοδευτικό-ριζοσπαστικό είτε από ένα οπισθοδρομικό-σκοταδιστικό μετερίζι, με το επιχείρημα ότι κατατείνει εξίσου στην ανατροπή του κυρίαρχου status quo.

Συμπερασματικά, ο οικονομικός φιλελευθερισμός (χωρίς ισότητα ευκαιριών), προκειμένου να εξασφαλίσει σε μακρόπνοο χρονικό ορίζοντα την αποδοχή (acceptance) ή συνήθεια υπακοής (habit of obedience) των κυριαρχούμενων πληθυσμιακών ομάδων, έχει αδήριτη ανάγκη τη συνύπαρξη με τον κοινωνικό συντηρητισμό και τη μετα-δημοκρατική πολιτική διεύθυνση (τεχνοκρατικός, διακυβερνητικός ελιτισμός).

Απέναντι στη μαρξιστική διαλεκτική («ιστορικός υλισμός») αντιτάσσει τη διαλεκτική του homo economicus («τέλος της ιστορίας») και του δυτικού ανθρώπου («σύγκρουση των πολιτισμών»), ώστε να εξασφαλίσει την πολυπόθητη ιδεολογική ηγεμονία. Η ανάκτηση της ανοιχτής κοινωνίας και της καθολικής δημοκρατικής διαβούλευσης προϋποθέτει, από μέρους μας, μια νέα μορφή διαλεκτικής σύνθεσης, ανάμεσα στον Marx και τον Keynes. 

Οφείλουμε να αξιοποιήσουμε τη διαχρονικότητα της «πάλης των τάξεων» (Marx), για να διεκδικήσουμε σε πρώτη φάση ένα πιο βιώσιμο, ταξικά μεροληπτικό (υπέρ των ασθενέστερων στρωμάτων), αστικοδημοκρατικό μοντέλο (Keynes)

 Απαιτείται άμεσα η σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου με ατομικά δικαιώματα, πολιτικές ελευθερίες, ισότητα ευκαιριών, πλήρη απασχόληση, κοινωνικό κράτος πρόνοιας και ,πάνω απ' όλα, η σύνδρομη όλων εκείνων των υλικών και θεσμικών προϋποθέσεων που θα καταστήσουν δυνατή την απρόσκοπτη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας μακριά από τον εφιάλτη του κοινωνικού αποκλεισμού.

Υ.Γ. Η Ε.Ε παρακολουθούσε αμήχανα (μέχρι το 2008) την αμετροεπή ροπή των Η.Π.Α προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό, αντιτάσσοντας σπασμωδικά, πλην του (άκρως φιλονατοϊκού) Ηνωμένου Βασιλείου, μια (πετσοκομμένη) μορφή κοινωνικού κράτους και (ξεθωριασμένες) αξίες της διαφωτιστικής παράδοσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. 

Πλέον, οι ρόλοι στο ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα έχουν αντιστραφεί πλήρως. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, το χρίσμα των Δημοκρατικών (και κατά συνέπεια την προεδρία της πλανητικής υπερδύναμης) διεκδικεί με αξιώσεις ένας κλασικός σοσιαλδημοκράτης του new deal (ριζοσπάστης σοσιαλιστής με τα σημερινά νεοφιλελεύθερα δεδομένα), ο άκρως ελπιδοφόρος Bernie Sanders. 

Την ίδια ώρα στην Ευρωζώνη κυριαρχούν ακλόνητα: α) σε οικονομικό επίπεδο, το δόγμα της ακραίας λιτότητας  και ο «ιδιωτικοποιημένος κεϋνσιανισμός», β) σε κοινωνικό επίπεδο, τα συντηρητικά-ξενοφοβικά αντανακλαστικά κυβερνήσεων και ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων (με αφορμή το προσφυγικό ρεύμα) και γ) σε πολιτικό επίπεδο, το δημοκρατικό έλλειμμα των κυρίαρχων οργάνων της Ένωσης, ο θεσμικός εκβιασμός σε «ανυπάκουες» ή «απείθαρχες» κυβερνήσεις κρατών-μελών με εργαλείο τη διακοπή της ρευστότητας από την ΕΚΤ. 

Μα το χειρότερο απ' όλα έγκειται στο ότι η ηγεμονεύουσα αφήγηση όχι απλώς δεν αμφισβητείται, αλλά ακολουθείται τόσο τυφλά κι απόλυτα σα να πρόκειται για άκαμπτο θρησκευτικό δόγμα, το οποίο διεξάγει ιδεολογικό πόλεμο χαρακωμάτων με τις (πραγματικές ή κατά φαντασία) αιρέσεις του. 

Για να εκδημοκρατίσουμε, λοιπόν, τις αγορές προέχει η εκκοσμίκευσή τους. Για να διασώσουμε την αστική δημοκρατία από τη βαρύγδουπη κατάρρευσή της, προέχει η απομάγευσή της.

* Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ