Προς μια πολιτισμική ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας

vivlio

Δημήτρης Τζιόβας «Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας: από την ερμηνεία στην ηθική» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017 Σελ. 589.

Είκοσι εκτενείς μελέτες οι οποίες εστιάζοντας σε κρίσιμες καμπές σχεδόν δύο αιώνων νεοελληνικής πεζογραφικής παραγωγής, επαναπροσεγγίζουν κείμενα, επανεξετάζουν συγγραφείς, χαρτογραφούν, στον ιστορικό χώρο και χρόνο, τους μετασχηματισμούς των ιδεών, αναδεικνύουν σημαίνουσες τάσεις, συνέχειες ή ασυνέχειες της ελληνικής λογοτεχνίας, νοούμενης ως σύνθετου πολιτισμικού φαινομένου από τη σκοπιά ενός παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού.

Μελέτες γραμμένες μεταξύ της δεκαετίας του 1990 και των ημερών μας (η παλιότερη του 1994, οι νεότερες μόλις του 2015), όλες τους αντιπροσωπευτικές της θεωρητικής πορείας του συγγραφέα τους και της προοδευτικής μετατόπισης του ενδιαφέροντος ή, μάλλον, του ανοίγματος της ανήσυχης θεωρητικής ματιάς του καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ στην πολιτισμική θεωρία, αρχικά, στην ηθική της ανάγνωσης πρόσφατα.

Ως οργανική συνέχεια του «Προλόγου», η πρώτη ενότητα του βιβλίου αποσαφηνίζοντας τις θεωρητικές του αρχές (το πέρασμα από το αμετάβλητο κείμενο της παραδοσιακής φιλολογίας στο αέναα μεταβαλλόμενο, στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής διαλεκτικής κείμενο, της πολιτισμικής κριτικής) δοκιμάζει την ανάγκη αλλά και την εμβέλεια της νέας οπτικής: από τους θεσμικούς μηχανισμούς κανονικοποίησης της λογοτεχνίας, στα προβλήματα της ενδογλωσσικής μετάφρασης ή μεταγραφής και τις σύγχρονες δημόσιες χρήσεις της λογοτεχνίας (π.χ. προβολή στίχων σε δημόσιους χώρους).

Η αναθεώρηση και ανακάλυψη της πεζογραφίας του 19ου αιώνα, τα τελευταία χρόνια, δίνει την ευκαιρία στον Δημήτρη Τζιόβα για ερεθιστικές σκέψεις στη σχετική ενότητα («Από τον ρομαντισμό της μυθιστορίας στο μυθιστόρημα»): η σημασία της μετάβασης από τη μυθιστορία (μέσω του ρομάντζου) στο μυθιστόρημα, ο επιστολικός «Λέανδρος» (1834) του Παναγιώτη Σούτσου ως κείμενο που χαρτογραφεί τις αντιθέσεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας αλλά και η υστέρηση (;) της μυθιστορηματικής παραγωγής των Επτανήσων, σε μια μελέτη που προκάλεσε, την εποχή της πρώτης δημοσίευσης, έντονη φιλολογική συζήτηση.

Το πολύμορφο σώμα κειμένων της ελληνικής ηθογραφίας αντιμετωπίζεται στη σχετική ενότητα («Η ηθογραφία ως εθνικό αφήγημα») ως μια «πολυσχιδής διαδικασία κοινωνικής προσαρμογής, εθνικής διαπαιδαγώγησης και αυτογνωσίας». Επίκεντρο ο μαστορικός «Ζητιάνος» (1897) του Ανδρέα Καρκαβίτσα, αλλά και άλλες μεταιχμιακές (μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλισμού) αφηγήσεις του ελληνικού 19ου αιώνα («Το βοτάνι της αγάπης» του Γ. Δροσίνη, η «Λυγερή» του Καρκαβίτσα, ο «Πατούχας» του Ι. Κονδυλάκη), οι συμβολικές αντιθέσεις (φύση vs πολιτισμός) των οποίων αναπαριστούν μια κοινωνία σε «διστακτική μετάβαση από την προ-νεωτερικότητα σε έναν αμφίβολο εκσυγχρονισμό».

Στο κεφάλαιο «Κειμενικές μεταμορφώσεις» εξετάζονται ο ρόλος των θεσμών στην πρόσληψη της λογοτεχνίας και η μεταβολή των αισθητικών προτιμήσεων με αφορμή αφ' ενός τις τύχες της «Πάπισσας Ιωάννας» σε Ελλάδα και εξωτερικό, αφ' ετέρου την πρόσληψη της «Ιστορίας ενός αιχμαλώτου». Πώς μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους στην υποδοχή της ροΐδειας σάτιρας από τη λογοτεχνική στην πολιτισμική-κοινωνική του πλευρά; Πώς μεταμορφώθηκε το αφήγημα του Στρατή Δούκα από προφορική μαρτυρία και «λουλούδι λαϊκού λόγου» σε «ηθική μαρτυρία πανανθρώπινου πόνου»;

Μπαίνοντας ξεκάθαρα στον 20ό αιώνα τρεις μελέτες αφιερώνονται στον Νίκο Καζαντζάκη: από τη σύγχρονη στροφή της κριτικής προς τις ρωγμές και τις αστάθειες ενός έργου εν τω γίγνεσθαι, στο ερμηνευτικό άνοιγμα του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», όπου το μεταφυσικό, το κοινωνικό, το εθνικό και το ατομικό στοιχείο συλλειτουργούν, έως την υποδοχή (του κινηματογραφικού) Καζαντζάκη από την αριστερή κριτική («Ερμηνεία και ιδεολογία»).

Την εξέλιξη της μυθιστορηματικής πορείας του Θεοτοκά (από το άτομο, στην ιστορία και τη μεταφυσική), την απόπειρα εξήγησης της διάρκειας του «λαϊκού και μοντέρνου» Μ. Καραγάτση και την πορεία από τον μοντερνισμό στο nouveau roman καλύπτουν οι μελέτες της ενότητας «Μεταβάσεις και αναζητήσεις». Η παρατήρηση ότι η συζήτηση για το νεωτερικό μυθιστόρημα, μεταξύ 1939 και 1974, παραμένει θεωρητική και δεν έχει ανάλογη ανταπόκριση στη μυθιστορηματική παραγωγή θα βρει μια πρώτη εξήγηση στην ταραγμένη περίοδο η οποία δεν άντεχε επιπλέον πειραματισμούς.

Στην ενότητα «Πολιτική, αλληγορία και ταυτότητα» εξετάζονται οι υπερβάσεις της πολιτικής μέσω του συμβολισμού και της αλληγορίας στο έργο του Καζαντζάκη, του Ρόδη Ρούφου και του Χριστόφορου Μηλιώνη, μια μεγάλη μελέτη αναδεικνύει τη δεσπόζουσα θέση του θέματος της ταυτότητας στο «Φύλλο» του Βασίλη Βασιλικού, ενώ στο κεφάλαιο «Ρεαλισμός, μνήμη και τραύμα» εξετάζεται η πεζογραφία του «εγκεφαλικού πεζογράφου και προικισμένου παραμυθά» Δημήτρη Χατζή και η παρουσία της Κύπρου στο έργο του Μηλιώνη και του Βασίλη Γκουρογιάννη.

Τέλος, στην ενότητα «Μεταμυθοπλασία και Ηθική», ο φακός εστιάζει στη μυθιστορηματική παραγωγή μετά το 1974, σε μια απόπειρα αποτύπωσης των τάσεων ενός υπό διαμόρφωση ακόμα πεζογραφικού τοπίου, όπου η μετατόπιση από το πολιτικό στο πολιτισμικό θα επιφέρει την κυριαρχία φυγόκεντρων τοπογραφιών, πολιτισμικών αλληγοριών και της τεκμηριωτικής ή ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας.

Στην καταληκτήρια μελέτη η θεωρητική εισαγωγή για το πέρασμα από την ερμηνεία στην ηθική ευθύνη, από το τι είναι στο πώς λειτουργεί η λογοτεχνία (από τις κειμενικές τεχνικές στην αναγνωστική ανταπόκριση, όχι για να γεφυρωθούν νοηματικά χάσματα αλλά για να προβληματιστεί ο αναγνώστης με τα ηθικά διλήμματα ή τις απορίες του κειμένου) ακολουθείται από παραδειγματικές εφαρμογές: από τη μετέωρη ηθική της απορίας στο «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» του Γεώργιου Βιζυηνού ή τον «Υπνοβάτη» της Μαργαρίτας Καραπάνου στην ηθική της απόστασης με αφορμή τους «Κεκαρμένους» του Νίκου Κάσδαγλη και από κει στην ηθική της συμπάθειας σε κείμενα που εκβιάζουν την ηθική ανταπόκριση του αναγνώστη.

Ιδιαίτερα, σήμερα, σημειώνεται, με την πληθώρα κειμένων για τη μετανάστευση, την τρομοκρατία ή την κρίση. Ωστόσο, μήπως και η ηθική ανάγνωση μεταβάλλεται στην πάροδο του χρόνου; Μήπως η ενασχόληση με αυτήν πριμοδοτεί τον ρεαλισμό σε βάρος της «λογοτεχνικότητας»;

Βρισκόμαστε μακριά από το «Μετά την Αισθητική» (1987), την πρώτη, δηλαδή, συναγωγή μελετών του Τζιόβα, πολύ κοντά, ωστόσο, στις σύντομες παρεμβάσεις της συναγωγής «Κουλτούρα και λογοτεχνία» (Πόλις, 2014). Αν εκεί τα μικρής έκτασης, συχνά επικαιρικού χαρακτήρα, επιφυλλιδογραφικά κείμενα αναζητούσαν τις παραμέτρους πρόσληψης της λογοτεχνίας στην ευρύτερη κουλτούρα της κοινωνίας, εδώ, οι εκτενείς φιλολογικές μελέτες σε βάθος χρόνου, με τη σαφή τους χρονολογική δόμηση στα οχτώ μεγάλα κεφάλαια του βιβλίου, αποπειρώνται να «αφηγηθούν», ελλειπτικά και αποσπασματικά, με έμφαση σε πολιτισμικές, ειδολογικές και πολιτικές πτυχές ή κρίσιμες καμπές, μια «εναλλακτική» ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας, από την ανεξαρτησία και τις απαρχές στις μέρες μας.

Ωστόσο, είτε ο φακός εστιάζει σε μεμονωμένους συγγραφείς και παραδειγματικά κείμενα του πεζογραφικού Κανόνα (σε αέναη διαδικασία κατασκευής) είτε σε γενικότερα φαινόμενα και εξελίξεις, δεν υπονοείται μια γραμμική εξέλιξη. Στον ερμηνευτικό ορίζοντα αντί για τις αιτιακές σχέσεις πριμοδοτούνται οι αλληλοσυνδέσεις και αλληλεξαρτήσεις κειμένων, γεγονότων και λόγων.

Μακριά από την κειμενοκεντρική προσέγγιση της λογοτεχνίας ο Τζιόβας, χρόνια τώρα, ακολουθώντας τις σύγχρονες εξελίξεις της λογοτεχνικής κριτικής επανατοποθετεί το λογοτεχνικό κείμενο στο ευρύτερο πολιτισμικό του πλαίσιο, αντιμετωπίζοντάς το ως το σημείο συνάντησης διαφορετικών ειδών λόγων (λογοτεχνίας, ιστορίας, πολιτικής, ιδεολογίας κ.λπ.), «παραγωγό και παράγωγο» ταυτόχρονα των ιστορικών συγκυριών αλλά και της διαχρονικής του πρόσληψης.

Οπως και να ’χουν τα πράγματα, ο ογκώδης ανά χείρας τόμος, απόπειρα διερεύνησης της πολιτισμικής ποιητικής της νεοελληνικής πεζογραφίας και «άσκηση», ταυτόχρονα, «κριτικής επανεξέτασης», για τον ίδιο τον συγγραφέα του, αποτελεί ένα συγκροτημένο θεωρητικά, εμπεριστατωμένο βιβλιογραφικά και ερεθιστικό ερμηνευτικά βιβλίο με το οποίο μπορεί κανείς να διαλεχθεί, ακόμα και αν διαφωνεί.

Εξ ου και πολλά από τα προσωρινά συμπεράσματα δεν αποτελούν στην πραγματικότητα παρά ερωτήματα για περαιτέρω φιλολογική έρευνα και συζήτηση («Πρόθεση του παρόντος κειμένου να θέσει ερωτήματα παρά να δώσει οριστικές απαντήσεις», σ. 107), ανοιχτά σε νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις και σε κάθε μελλοντική αλλαγή της οπτικής ή των δεδομένων μας.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας