Πρόγευση ξένης λογοτεχνίας (Α΄ μέρος)

thalassa.jpg

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Το Ανοιχτό Βιβλίο θα αφιερώσει όλα τα σαββατιάτικα ένθετα του Οκτωβρίου στην επικείμενη εκδοτική παραγωγή (ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας), στην προσπάθειά του να ανιχνεύσει το βιβλιογραφικό τοπίο ώς το πέρας της χρονιάς, αλλά και να σταχυολογήσει και να προτείνει απαιτητικούς τίτλους στους αναγνώστες του, βιβλία που, καθώς φαίνεται, θα απασχολήσουν κριτικούς και βιβλιόφιλους.

Η μεταφρασμένη λογοτεχνία δεν κρατάει μόνο τη μερίδα του λέοντος στη βιβλιοπαραγωγή μας, ταυτόχρονα διαμορφώνει αναγνωστικές συμπεριφορές αλλά και συγγραφικές συνειδήσεις. Σήμερα, λοιπόν, θα παρουσιάσουμε το πρώτο μέρος από το δίπτυχο αφιέρωμα στην ξένη λογοτεχνία (το δεύτερο θα δημοσιευτεί το επόμενο Σάββατο 13 Οκτωβρίου).

Δεκαοκτώ έμπειροι και ταλαντούχοι μεταφραστές (σήμερα οι πρώτοι εννέα), που για χρόνια μετεωρίζονται ανάμεσα σε ξένες και οικείες λέξεις, ανάμεσα στη βάσανο του αμετάφραστου και στην απόλαυση του μεταφράσιμου, μας συστήνουν ισάριθμα βιβλία (σήμερα τα πρώτα εννέα υπό έκδοση) που μετέφρασαν και πολύ σύντομα θα πάρουν τη θέση τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων (ελάχιστα εξ αυτών έχουν ήδη κυκλοφορήσει).

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Πεζογραφία, πρόζα, μυθιστορηματική αφήγηση μιας ανοιχτής θεματικής και υφολογικής πολυτροπίας, παλαιότερων και νεότερων συγγραφέων, από διάφορες γλωσσικές και πολιτισμικές επικράτειες, ανατέμνουν, πυκνώνουν, συγκινούν και τέρπουν τον χρόνο μας, εντός και εκτός ανάγνωσης.

Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΓΚΑΛΟΥ 

ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΤΣ ΣΙΝΓΚΕΡ

ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΣΕΒΙΤΣ ΣΙΝΓΚΕΡ 

  • «Σώσα» 
  • Μετάφραση: Μ. Πάγκαλος 
  • Κίχλη. 

Η «Σώσα», του νομπελίστα Πολωνοεβραίου Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, διηγείται μια ιστορία αγάπης. Η ατμόσφαιρα, ωστόσο, της «Σώσας», ταυτόχρονα με την αναζήτηση της αληθινής αγάπης, είναι η ατμόσφαιρα της αγωνίας, καθώς η σκηνή του μυθιστορήματος τοποθετείται στην πολωνική Βαρσοβία τις παραμονές του εβραϊκού Ολοκαυτώματος που οδήγησε σε αφανισμό τη συντριπτική πλειονότητα των Εβραίων της Πολωνίας και ολόκληρης της Ευρώπης. Η Σώσα είναι το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, αντιπροσωπεύει όμως ταυτόχρονα, στο συμβολικό πεδίο, και πολλά άλλα πράγματα: την παιδική ηλικία του Ααρών, την εβραϊκή θρησκεία, τη φτωχολογιά και τους μετέπειτα αφανισμένους Εβραίους της οδού Κροχμαλνά. 

Πρόκειται λοιπόν για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα: την ώρα που οι ναζί ετοιμάζονται να εισβάλουν στην Πολωνία, ο Ααρών Γκρέιντιγκερ, ένας φιλόδοξος γίντις συγγραφέας, ξαναβρίσκει, αίφνης, τη Σώσα –τον έρωτα των παιδικών του χρόνων– που εξακολουθεί να ζει στην οδό Κροχμαλνά και να διατηρεί μια μυστηριώδη παιδικότητα. Θα παρατήσει ο Ααρών τα πάντα, καριέρα, χρήματα και την ίδια την ελπίδα της διαφυγής του στην Αμερική για χάρη της; Πώς τίθεται το ζήτημα της εβραϊκής του ταυτότητας;

Θα γίνει, μέσω της Σώσας, ο Ααρών αληθινός συγγραφέας; Οδηγεί αναγκαία η αληθινή αγάπη στη θρησκεία; Αλλά, τότε, γιατί ο Θεός επιτρέπει το κακό; Και τι σημαίνει αναλαμβάνω ώς τη θυσία την ευθύνη για ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα; Οι δυσκολίες και οι γρίφοι του μεταφραστή ξεκινούν από την απαίτηση να βρεθεί ένα γλωσσικό ιδίωμα που θα μπορέσει να συγκεράσει και να αποδώσει στα ελληνικά τον εκφραστικό πλούτο και τη λογιοσύνη του συγγραφέα, το φιλοσοφικό του ύφος και την αμεσότητα του μυθιστορήματος. 

----------------------------------------- 

Ανάμεσα στους «αμνούς» και στους «βούβαλους» 

Της ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ 

ΧΑΪΝΡΙΧ ΜΠΕΛ

ΧΑΪΝΡΙΧ ΜΠΕΛ 

  • «Μπιλιάρδο στις εννιάμιση» 
  • Μετάφραση: Μ. Ζαχαριάδου 
  • Πόλις. 

Στο πέμπτο του μυθιστόρημα, που πρωτοεκδόθηκε το 1959, ο Μπελ είναι ήδη ένας ώριμος, τολμηρός συγγραφέας. Πολυφωνικό και πολυπρισματικό και εξόχως μοντέρνο, το «Μπιλιάρδο στις εννιάμιση» αποτελεί ως προς τη φόρμα και τη γενική του σύλληψη τον προάγγελο του «Ομαδικού πορτρέτου με μία κυρία». Στις σελίδες του γνωρίζουμε την οικογένεια Φαίμελ, τρεις οικογένειες αρχιτεκτόνων, που η κοινή τους μοίρα οικοδομείται γύρω από ένα ουτοπικό αβαείο. Οι Φαίμελ χτίζουν μανιωδώς, γκρεμίζουν (ανατινάζουν!) με χαρά και ανοικοδομούν με δισταγμό. Τους παρακολουθούμε στη διάρκεια μιας και μόνο ημέρας, μιας μέρας ιδανικής για αναδρομές, μιας μέρας που χωράει τραυματικές μνήμες πενήντα ετών – του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. 

Οι Φαίμελ του Μπελ είναι «αμνοί» και όχι «βούβαλοι». Στην ουσία, ολόκληρο το μυθοπλαστικό εγχείρημα στηρίζεται σε αυτό το εκ πρώτης όψεως απλοϊκό δίπολο: αν δεν είσαι από εκείνους που απλώς ακολουθούν παθητικά το ρεύμα της Ιστορίας, μοιάζει να μας λέει ο Μπελ, τότε θα είσαι είτε «αμνός» είτε «βούβαλος». Θα ανήκεις, δηλαδή, είτε στους πιστούς της ειρήνης είτε στους κυνηγούς της δύναμης. Οι αμνοί πάντα αντιστέκονται στη βία των βούβαλων με τη μη βία, με την ηθική τους αξιοπρέπεια, έστω κι αν οι «βούβαλοι» είναι εκείνοι που, συλλογικά, γράφουν την Ιστορία και που, ατομικά, ζουν τη ζωή τους με ελάχιστο ηθικό άλγος. 

Στο βιβλίο, ο συγγραφέας δίνει βήμα μόνο στους «αμνούς» – ίσως ακριβώς για να ασκήσει και σε εκείνους κριτική: να τους υπενθυμίσει ότι όσο εκείνοι εξακολουθούν να μηρυκάζουν το παρελθόν και να γλείφουν τα τραύματά τους, το παρόν εξελίσσεται χωρίς αυτούς, με τους «βούβαλους» να ποδοπατούν τα πάντα στο όνομα της εξέλιξης και μιας επικίνδυνης, δίκοπης ευημερίας. 

Για τον μεταφραστή, κάθε βιβλίο του Μπελ είναι μια περίοδος ισχυρής τριβής: τριβής γλωσσικής, καθώς έχεις στα χέρια σου λέξεις που καθεμιά αποτελεί πινελιά του χαρακτήρα, και τριβής συναισθηματικής, καθώς αναγκάζεσαι να μουσκέψεις κι εσύ στην ειρωνεία και τον θυμό του συγγραφέα, στη θρησκευτική του αγωνία και την τέλεια ακονισμένη καθαρότητα των εικόνων του. 

----------------------------- 

Μια σύγχρονη επική γραφή 

Του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ 

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ 

  • «Μεγάλη πτώση» 
  • Μετάφραση: Σπ. Μόσκοβος 
  • Εστία. 

Ενας ώριμος πια ηθοποιός ξυπνά ένα πρωί στο σπίτι της ερωμένης του. Και παίρνει τον δρόμο πεζή για τη μεγάλη πόλη. Θα συναντηθεί εκεί μαζί της και θα παραστούν στην τελετή βράβευσής του. Την επομένη κιόλας θα ξεκινήσουν τα γυρίσματα μιας καινούργιας ταινίας. Ομως η διήγηση θα διακοπεί μετά την εξιστόρηση της πρώτης μέρας. Ετσι, και η «Μεγάλη πτώση» του Πέτερ Χάντκε, όπως και τα περισσότερα πεζά του, είναι μια κίνηση που πορεύεται προς έναν υποτιθέμενο προορισμό, στον οποίο όμως δεν καταλήγει ποτέ. 

Η πορεία του ηθοποιού από τα περίχωρα στο κέντρο της δυτικής μεγαλούπολης ισοδυναμεί με μια μεγάλη πτώση στην επί γης κόλαση: συναντά τζόγκερ που είναι τέρατα εγωπάθειας, οικολόγους που βιάζουν τη φύση, γείτονες που ρίχνουν από ψηλά κατράμι ο ένας στον άλλο, ανάπηρους που είναι όμηροι των ανηλεών νέων που τους περιθάλπουν. Ολοι οι ευφημισμοί της σύγχρονης ζωής μας αποφλοιώνονται και αποκαλύπτουν το τοξικό τους περιεχόμενο. «Ηταν μια εποχή συντέλειας. Αλλά την είχαν συνηθίσει. Δεν θα τελείωνε ποτέ». 

Μέσα στη σκυθρωπή φαντασμαγορία των μοντέρνων τερατουπόλεων, όμως, ανασκιρτούν εδώ κι εκεί στην πορεία της διήγησης απρόσμενα λαμπυρίσματα: η αφοπλιστική σοβαρότητα στο πρόσωπο μιας γυναίκας που αγαπά, ένα μοναχικό συννεφάκι που φουσκώνει και μαζεύει σαν μέδουσα διασχίζοντας τον ουρανό, ένας αετός που κόβει γύρους στο ηλιόλουστο στερέωμα, ρινίσματα γαλήνης στις ανεμοδαρμένες μέρες μας. 

Το γιγάντιο στο μεταξύ έργο του Χάντκε είναι μια προσπάθεια να εδραιώσει μια σύγχρονη επική γραφή που επιτρέπει στα πράγματα και τις καταστάσεις να μιλήσουν τη δική τους γλώσσα, να αρθούν υπεράνω των προειλημμένων σημασιών τους. Είναι μια πρόζα ασυνήθιστη και στριφνή, και την ίδια στιγμή οικεία και χαρίεσσα. Αν αφεθείς στον ρυθμό της, μπορείς να ξαναδείς τον κόσμο με άλλα μάτια. Ακόμα και να την αποδώσεις σε μιαν άλλη γλώσσα. Μετέφρασα τη «Μεγάλη πτώση» αντιεπαγγελματικά, τη μια γραμμή μετά την άλλη, χωρίς να έχω διαβάσει προηγουμένως όλο το βιβλίο. Θέλησα να εφαρμόσω τη ρήση του συγγραφέα ότι η μετάφραση δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσεκτική ανάγνωση. 

------------------------------------------ 

Φθορά και κατάπτωση σε ρυθμό τάνγκο 

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ 

ΛΑΣΛΟ ΚΡΑΣΝΑΧΟΡΚΑΪ

ΛΑΣΛΟ ΚΡΑΣΝΑΧΟΡΚΑΪ 

  • «Τανγκό του Σατανά» 
  • Μετάφραση: Ι. Αβραμίδου 
  • Πόλις. 

Το «Τανγκό του Σατανά» είναι το πρώτο βιβλίο του Λάσλο Κράσναχορκαϊ, εκδόθηκε το 1985 και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μπέλα Ταρ το 1994 σε μια επική ταινία επτάμιση ωρών. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη των έξι κεφαλαίων το καθένα, με το δεύτερο μέρος να ξεκινά από το έκτο κεφάλαιο και να τελειώνει με το πρώτο, έτσι ώστε να κλείσει ο σατανικός κύκλος μέσα στον οποίον είναι παγιδευμένοι οι ήρωες (μια δωδεκάδα άτομα, μέλη ενός παρηκμασμένου και εγκαταλελειμμένου από καιρό αγροτικού συνεταιριστικού οικισμού), δίχως καμία δυνατότητα διαφυγής από μια περιοχή που τη μαστιγώνουν αλύπητα η βροχή κι ο άνεμος. 

Εγκλωβισμένοι μέσα στην απόγνωση και προσπαθώντας να εξαπατήσουν ο ένας τον άλλον, καταστρώνουν σχέδια διαφυγής που καταλήγουν όλα σε αποτυχία, κι έτσι, φυτοζωούν περιμένοντας έναν Μεσσία για να τους λυτρώσει από τη δυστυχία τους. Οταν καταφθάνουν στον οικισμό δύο πρώην κάτοικοι του οικισμού, ο Ιερεμίας και ο φίλος του Πέτρινα –δύο απατεώνες καταδότες της αστυνομίας– που τους θεωρούσαν νεκρούς, κάποιοι βλέπουν στο πρόσωπο του Ιερεμία τον Μεσσία κι άλλοι ένα όργανο του Σατανά. 

Στον ρυθμό ενός αργού τανγκό, ο Κράσναχορκαϊ περιγράφει όλα τα βήματα (τα 6+6 κεφάλαια του βιβλίου είναι τα έξι βήματα μπρος και έξι βήματα πίσω του τανγκό), της διαδικασίας κατάπτωσης, φθοράς, διαφθοράς, παρακμής, εξαχρείωσης και πνευματικής ένδειας των χαρακτήρων, δίνοντας έτσι στο κείμενο μια δυναμική και απαλλάσσοντάς το από τη στατικότητα. Ενώ απεικονίζει ρεαλιστικά την οριοθετημένη πραγματικότητα, ωστόσο, επιτυγχάνει να μεταφέρει στον αναγνώστη το αίσθημα της οικουμενικότητας μέσα από τον στοχασμό του γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση μέσα σ’ έναν χαοτικό κόσμο δίχως χαρά και αθωότητα, δίχως Θεό και δίχως Θεία Χάρη· έναν κόσμο στον οποίο, μόνον η δύναμη της λογοτεχνίας, της γραφής και γενικότερα της καλλιτεχνικής δημιουργίας καταφέρνει να βάλει σε μια σχετική τάξη. 

Ολα τα βιβλία του Κράσναχορκαϊ είναι μια δοκιμασία για τον μεταφραστή τους, όχι τόσο λόγω του λεξιλογίου του όσο λόγω της ερμηνείας και απόδοσης της αφηρημένης και πεσιμιστικής φιλοσοφικής του σκέψης γύρω από τα μοτίβα του χρόνου, της μνήμης, της ανθρώπινης συνθήκης, της υπαρξιακής ερημίας, η οποία οδηγεί τελικά στην καταστροφή, καθώς και του πολύ προσωπικού του ύφους με τον μακροπερίοδο λόγο και την ιδιαίτερη χρήση της στίξης. 

-------------------------------------- 

Ο,τι πιο κοντινό σε αυτοβιογραφία 

Της ΧΙΛΝΤΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 

ΣΑΜ ΣΕΠΑΡΝΤ

ΣΑΜ ΣΕΠΑΡΝΤ 

  • «Ο άλλος μέσα μου» 
  • Μετάφραση: Χ. Παπαδημητρίου 
  • Πατάκης. 

Ενας ανώνυμος ηλικιωμένος άνδρας ζει απομονωμένος στα βουνά του Νιου Μέξικο, και συγχρόνως στο παρελθόν. Μοναδικά ανδρικά πρόσωπα σ’ ένα σύμπαν γυναικών που έρχονται και χάνονται είναι ο ήρωας και ο νεκρός πατέρας του. Κι εκεί που όλα φαντάζουν δυσοίωνα –ο δαιμονισμένος αέρας, τα κογιότ που ουρλιάζουν, τα σκυλιά που αλυχτούν, οι σκέψεις αυτοκτονίας– χωρίς φανερή εξήγηση τα πράγματα ηρεμούν, ο πονοκέφαλος από το χθεσινό μεθύσι καταλαγιάζει και ο ήρωας ξαναπιάνει το βιβλίο του Μπρούνο Σουλτς. Με λακωνικές περιγραφές, καθημερινούς διαλόγους και λυρική πρόζα, ο αφηγητής περνάει από το παρόν στο παρελθόν, σαν να ανοίγει μια πόρτα που οδηγεί στην παιδική του ηλικία ή στα χρόνια που υπήρξε αστέρι του Χόλιγουντ. 

Σε μικρά κεφάλαια, ασύνδετα και χωρίς χρονική αλληλουχία, οι εκ πρώτης όψεως κοινότοποι διάλογοι εναλλάσσονται με εφιάλτες, βασανιστικές ψευδαισθήσεις και ρεαλιστικές περιγραφές της παλιάς και της σύγχρονης Αμερικής, που δείχνουν τη μεταμόρφωση της αλλοτινής Αγριας Δύσης σε εμποροπανήγυρη με σουβενίρ για άξεστους Αμερικανούς. Οι μύθοι της παιδικής ηλικίας αποδεικνύονται «Ψέματα του μυαλού» (όπως ονομαζόταν ένα θεατρικό του) και ο ήρωας καταφεύγει ενστικτωδώς στη μόνη λύση που γνωρίζει: κόβει κάθε σχέση που μετράει γι’ αυτόν και απομονώνεται στις ερημιές της φύσης και του μυαλού. Μέχρι την επόμενη κρίση υγείας που θα τον αναγκάσει να ζητήσει βοήθεια – πάλι από μια γυναίκα.

Το «Ο άλλος μέσα μου» είναι ό,τι πιο κοντινό σε αυτοβιογραφία ήταν διατεθειμένος να γράψει ο Σέπαρντ, που απεχθανόταν το είδος. Και όπως αναφέρει η Πάτι Σμιθ στην εισαγωγή: «Είναι αυτός, εν μέρει αυτός, καθόλου αυτός. Είναι μια ύπαρξη που προσπαθεί να απελευθερωθεί, να ερμηνεύσει τα πράγματα». Με εικόνες από τις ταινίες και τα θεατρικά του στο μυαλό, προσπάθησα να αποδώσω τα εναλλασσόμενα διαφορετικά είδη αφήγησης, την ποιητική περιγραφή τοπίων της Αγριας Δύσης και τον σουρεαλισμό σκηνών όπως αυτή που ο νεκρός πατέρας έχει γίνει μια συρρικνωμένη φιγούρα στην παλάμη του ήρωα. 

-------------------------------------------- 

Υπό το φως του Χένρι Τζέιμς 

Της ΑΡΓΥΡΩΣ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ 

ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ

ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ 

  • «Αχνή θέα των λόφων» 
  • Μετάφραση: Αρ. Μαντόγλου 
  • Ψυχογιός. 

Η «Αχνή θέα των λόφων», που κυκλοφόρησε το 1982, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα Καζούο Ισιγκούρο. Με αφηγήτρια την Ετσούκο, μια γυναίκα από το Ναγκασάκι – γενέτειρα και του συγγραφέα – η οποία ζει στην αγγλική ύπαιθρο, αλλά κουβαλάει βαριές μνήμες και ένα σκοτεινό παρελθόν που έχει μεν απωθήσει, αλλά έρχεται συνεχώς στην επιφάνεια, καθώς εξιστορεί διάφορα περιστατικά στην κόρη της Νίκι, γεννημένη στην Αγγλία, η οποία ήρθε από το Λονδίνο για να της συμπαρασταθεί μετά την αυτοκτονία της αδελφής της Κέικο, η οποία είχε γεννηθεί στην Ιαπωνία και που, καθώς φαίνεται, δεν ξεπέρασε ποτέ το μετατραυματικό σοκ του πολέμου. 

Πρόκειται για ένα υπαινικτικό βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς, μυστηριώδεις κορυφώσεις και σασπένς, όπου είναι εμφανής, καθ’ ομολογία του Ισιγκούρο, η επίδραση του Χένρι Τζέιμς. Ολοι οι χαρακτήρες είναι αναξιόπιστοι, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως η πραγματική ιστορία υποβόσκει κάτω από το κείμενο, ενώ τα γεγονότα μας δίνονται αποσπασματικά, μαζί με τη ζωή και τις οδυνηρές μνήμες της Ετσούκο.

Η απώλεια ανθρώπινων ζωών και αξιών, η ανάγκη της επιβίωσης, η αδυναμία μιας κάποιας αποκατάστασης μετά τους βομβαρδισμούς, αλλά και η απογύμνωση του τοπίου που δεσπόζει στη μνήμη των επιζώντων, προσδίδουν στο μυθιστόρημα ελεγειακό χαρακτήρα και μια μετα-αποκαλυψιακή ατμόσφαιρα. Οσοι επιβίωσαν οφείλουν πρώτα απ’ όλα να ξεχάσουν τον ίδιο τους τον εαυτό για να αποστασιοποιηθούν και να αποκρούσουν την απειλή που θα επικρέμαται για το υπόλοιπο της ζωής τους όπου και αν βρεθούν. 

-------------------------------------------- 

Υπόγειες, τυχαίες διαδρομές του νου

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΕΧΑΓΙΑ

ΜΑΪΚ ΜΑΚΟΡΜΑΚ

ΜΑΪΚ ΜΑΚΟΡΜΑΚ

  • «Κόκαλα από ήλιο»
  • Μετάφραση: Π. Κεχαγιάς
  • Αντίποδες.

Τα «Κόκαλα από ήλιο» του Ιρλανδού συγγραφέα Μάικ Μακόρμακ (γενν. 1965) ξεκινούν μ’ έναν ήχο γνώριμο σε όλους μας, που αν και σιωπηλός, όπως καθετί στη λογοτεχνία, αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη στο βιβλίο. Είναι ο ήχος μιας καμπάνας, ο ήχος που σηματοδοτεί το πέρασμα του χρόνου, που συναθροίζει τα μέλη μιας κοινότητας, που αναγγέλλει τις γιορτές και αποχαιρετά τους νεκρούς.

Την καμπάνα αυτήν ακούει ο Μάρκους Κόνγουεϊ, ένας μεσήλικας πολιτικός μηχανικός, που κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού του, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ξεκινά έναν νοερό απολογισμό της ζωής του: την πορεία της οικογένειάς του, τις ιδιομορφίες της δουλειάς του, τις πολιτικές του πεποιθήσεις.

Ο απολογισμός αυτός είναι κάθε άλλο παρά συγκροτημένος. Δεν ακολουθεί τη δομή ενός απομνημονεύματος αλλά τις υπόγειες, ίσως και τυχαίες συνδέσεις που κυβερνούν τον νου των ανθρώπων, τη μνήμη των ανθρώπων. Ο αναγνώστης παρασύρεται από τα κύματα αυτής της προσωπικής ιστορίας, που διαρκεί, με τη σαρωτική ταχύτητα ενός αδιάκοπου και αδυσώπητα ρυθμικού εσωτερικού μονολόγου, ακριβώς μία ώρα ­–δηλαδή λίγο παραπάνω από τριακόσιες σελίδες– μέχρι το σήμα της έναρξης των ραδιοφωνικών ειδήσεων στη μία.

Μέσα από αυτόν τον ιδιόρρυθμο, προσωπικό φακό βλέπουμε, εκτός από τη ζωή του Μάρκους Κόνγουεϊ, και την πρόσφατη ιστορία της Ιρλανδίας από τη δεκαετία του ’80 μέχρι τα χρόνια της κρίσης, με όλους τους παλμούς μιας κοινωνίας που μοιάζει τόσο πολύ με τη δική μας – σαν τους χτύπους από δύο όμοιες καμπάνες που χτυπούν στις αντίθετες άκρες μιας ηπείρου.

-------------------------------------- 

Ωμή αναπαράσταση, απέριττη αφήγηση 

Της ΜΑΡΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΣΑΒΙΑΝΟ

ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΣΑΒΙΑΝΟ 

  • «Η τράτα των παιδιών» 
  • Μεταφραση: Μ. Οικονομίδου 
  • Πατάκης. 

«Στα δεκαπέντε σου, μαθαίνεις να πυροβολείς. Στα είκοσι, είσαι εκτελεστής. Στα τριάντα, δε φτάνεις». Αυτό θα μπορούσε να είναι μια συνοπτική περιγραφή για την «Τράτα των παιδιών», το τελευταίο μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Σαβιάνο. Πρόκειται για το πρώτο καθαρά μυθοπλαστικό έργο του, που εντούτοις αντλεί από τη σύγχρονη πραγματικότητα της Καμόρρα. Για να αφηγηθεί την ιστορία του –την προσπάθεια μιας αγοροπαρέας από τη Νάπολη να αναρριχηθεί στον κόσμο της Καμόρρα–, ο Σαβιάνο χρησιμοποιεί την αναλογία της τράτας.

Στην καμορρίστικη αργκό η τράτα δηλώνει μια ένοπλη συμμορία, όμως ο Σαβιάνο παίζει με την κυριολεκτική σημασία του όρου για να αναφερθεί στα μικρά ψάρια που, τυφλωμένα από το πυροφάνι, απομακρύνονται από τον βυθό και αιχμαλωτίζονται στα δίχτυα. Είναι, λοιπόν, αναπόφευκτη η συνδηλωτική παραπομπή σε μια ολόκληρη γενιά που ορμάει στα τυφλά προς τον λαμπερό κόσμο του χρήματος και της εξουσίας. Η βία και το έγκλημα, ως κανονικές παραστάσεις κοινωνικότητας στις φτωχογειτονιές της Νάπολης, αποτελούν το σκηνικό μιας ενηλικίωσης που οδηγείται σταθερά από τον μηδενισμό και τις ηδονιστικές αναφορές του τοπικού υπόκοσμου.

Η γραφή του Σαβιάνο κινείται στους γνώριμους γι’ αυτόν δρόμους, της ωμής αναπαράστασης και της απέριττης αφήγησης. Ωστόσο, σε αυτό το έργο η ευρεία χρήση της αργκό και της ναπολιτάνικης ιδιολέκτου –αληθινή πρόκληση για τον μεταφραστή– καταφέρνει να δώσει με αμεσότητα στον αναγνώστη ολόκληρο το πλέγμα ανθρωπολογικών και πολιτισμικών διαστάσεων που ορίζει το σύμπαν του υποκόσμου και της παρανομίας στη σύγχρονη Ιταλία. 

--------------------------------- 

Γέλιο και συγκίνηση 

Της ΜΥΡΣΙΝΗΣ ΓΚΑΝΑ 

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΣΑΦΡΑΝ ΦΟΕΡ

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΣΑΦΡΑΝ ΦΟΕΡ 

  • «Ολα έρχονται στο φως» 
  • Μετάφραση: Μ. Γκανά 
  • Κέδρος. 

Το «Ολα έρχονται στο φως» ήταν το μυθιστόρημα που ανέδειξε τον Φόερ σε παιδί-θαύμα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Το πρώτο βιβλίο του 25χρονου, τότε (2002), συγγραφέα ήταν μια πραγματική έκπληξη. Ακολουθεί δύο αφηγηματικές πλοκές.

Η πρώτη, σε επιστολική μορφή, περιγράφει το ταξίδι του νεαρού συγγραφέα Τζόναθαν Σάφραν Φόερ στην Ουκρανία, σε αναζήτηση του εβραϊκού χωριού των προγόνων του, που εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από τα γράμματα του Ουκρανού διερμηνέα του. Η δεύτερη είναι η μυθοπλαστική βιογραφία του εν λόγω χωριού, μέρος του βιβλίου που γράφει ο συγγραφέας αφού έχει επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες και στέλνει σε συνέχειες στον διερμηνέα του.

Ο Φόερ καταφέρνει μέσα σε ένα βιβλίο να μιλήσει όχι μόνο για την τύχη των Εβραίων της Ευρώπης, αλλά και για τη μοναξιά, την αγάπη, τον αποπροσανατολισμό των κατοίκων των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ και τη διαδικασία της συγγραφής (μέσω των σχολίων του διερμηνέα). Οι εναλλαγές ανάμεσα στα σπασμένα (με την εξαιρετικά αποκαλυπτική λάθος χρήση λέξεων) αγγλικά των επιστολών που προκαλούν γέλιο και ταυτόχρονα συγκίνηση και το λογοτεχνικότατο ύφος της ιστορίας του εβραϊκού χωριού χαρίζουν ιδιαίτερη δύναμη στο βιβλίο και ταυτόχρονα αποτέλεσαν σημαντική μεταφραστική πρόκληση. 

ΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ

Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας