Πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;

ermpenmpek.jpg

Τζένι Ερπενμπεκ Η Γερμανίδα συγγραφέας, Τζένι Ερπενμπεκ

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2016 απονεμήθηκε στη Γερμανίδα συγγραφέα Τζένι Ερπενμπεκ (γεννημένη το 1967 στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας) το «Βραβείο Τόμας Μαν» για το σύνολο του έργου της.

Στο σκεπτικό της βράβευσης η κριτική επιτροπή υπογράμμισε ότι η συγγραφέας παρουσιάζει στο έργο της την ακανθώδη πολιτική ιστορία του 20ού αιώνα και αναδεικνύει τα φλέγοντα ερωτήματα της εποχής μας, ενώ εξήρε και την απαραγνώριστα ιδιαίτερη, συναρπαστική και γλωσσική φόρμα των έργων της.

Jenny Erpenbeck «GEHEN, GING, GEGANGEN» Albrecht Knaus Verlag, 2015 Σελ. 352 Jenny Erpenbeck «GEHEN, GING, GEGANGEN» Albrecht Knaus Verlag, 2015 Σελ. 352 |
Η Τζένι Ερπενμπεκ είναι γνωστή και στο ελληνικό κοινό από τα βιβλία της Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Ινδικτος, 2004), Σκύβαλα (Ινδικτος, 2006) και Παιχνίδι με τις λέξεις (Ινδικτος, 2008), ενώ ήδη έχει ανακοινωθεί για τις αρχές του 2017 η κυκλοφορία του μυθιστορήματός της Aller Tage Abend (Albrecht Knaus Verlag, 2012) με τον τίτλο Η συντέλεια του κόσμου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Στη βράβευση, βέβαια, συνέβαλε και η μεγάλη απήχηση που είχε το τελευταίο μυθιστόρημά της, GEHEN, GING, GEGANGEN (Albrecht Knaus Verlag, 2015), ο τίτλος του οποίου είναι οι τρεις αρχικοί ρηματικοί τύποι του ρήματος «πηγαίνω» στα γερμανικά, όπως τους διδάσκεται κανείς όταν μαθαίνει γερμανικά και όπως τους διδάσκονται και κάποιοι από τους ήρωες της συγγραφέως, πρόσφυγες από την Αφρική στο Βερολίνο.

Η κυκλοφορία του μυθιστορήματος Περαστικοί (όπως συμφωνήθηκε με τη συγγραφέα να είναι ο ελληνικός τίτλος του, στο πλαίσιο του εργαστηρίου που διεξήγαγε στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεταφραστών στο Στράλεν της Γερμανίας τον Ιούνιο του 2016 με 9 μεταφραστές και μεταφράστριές της) συνέπεσε με τα κύματα προσφύγων από τη Συρία.

Ωστόσο, η προσφυγιά δεν είναι ένα πρωτόγνωρο θέμα για την Ερπενμπεκ. Στο επίκεντρο του μυθιστορήματός της Heimsuchung (Δοκιμασία), που κυκλοφόρησε το 2008 από τον εκδοτικό οίκο Eichborn Berlin, ήταν ένα σπίτι το οποίο κάποιοι από τους αλλεπάλληλους ενοίκους του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν κυνηγημένοι, σε κάποιες ταραγμένες εποχές της γερμανικής ιστορίας.

Στο μυθιστόρημά της Η συντέλεια του κόσμου οι ήρωές της θα φύγουν, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, για την Αμερική, για τη Βιέννη, για τη Σοβιετική Ενωση. Στο διήγημά της Eine Armee aus Wirklichkeit (Ενας στρατός από πραγματικότητα), το οποίο έγραψε ως προσκεκλημένη του Ανοιχτού Μουσείου του Ντέτμολντ στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και εκδόθηκε το 2013, έγραφε: «Και επειδή ένας πρόσφυγας είναι κάποιος που του αρνούνται το παρόν, αυτός ξέρει για το μέλλον περισσότερα από κάθε άλλον».

«Ισως έχει πολλά χρόνια ακόμα μπροστά του, ίσως μόνο ένα-δυο ακόμα». Ετσι αρχίζει το μυθιστόρημά της η Ερπενμπεκ, για να μας γνωρίσει τον πρωταγωνιστή της: τον συνταξιούχο πλέον καθηγητή κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ, τον Ρίχαρντ, χήρο, χωρίς παιδιά, πρώην κάτοικο του Βερολίνου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, ο οποίος τώρα πια έχει μόνο χρόνο.

Οταν κάθεται στο σπίτι στο γραφείο του είναι αναγκασμένος να βλέπει τη λίμνη, στην οποία πνίγηκε ένα λουόμενος τον Ιούνιο και το πτώμα του δεν έχει βρεθεί ακόμα, ενώ το καλοκαίρι τελειώνει. Η λίμνη δεν είναι πια η ίδια. Κανένας, που ξέρει, δεν κολυμπάει πια, κανένας δεν κάνει βαρκάδα, κανένας δεν ψαρεύει, παιδιά δεν ακούγονται. Οι γνώστες ενημερώνουν τυχόν ανέμελους για το ατυχές συμβάν.

Κάποια στιγμή ο Ρίχαρντ, βλέποντας τηλεόραση, θα δει ότι στην πλατεία Αλεξάντερ πρόσφυγες από την Αφρική έχουν αρχίσει απεργία πείνας και θα απορήσει που δεν πρόσεξε τίποτα όταν πέρασε από εκεί νωρίτερα την ίδια μέρα.

Λίγες μέρες αργότερα η απεργία θα λήξει, οι πρόσφυγες θα μεταφερθούν αλλού και ο Ρίχαρντ θα μάθει κάποια στιγμή διαβάζοντας εφημερίδα για τη Λαμπεντούζα, για ανθρώπους από την Γκάνα, τη Σιέρα Λεόνε και τον Νίγηρα που πνίγηκαν, για έναν άνθρωπο από την Μπουρκίνα Φάσο που έπεσε πάνω από τη Νιγηρία από το σύστημα προσγείωσης ενός αεροπλάνου, όπου κρυβόταν, θα μάθει για την κατάληψη ενός σχολείου στο Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου από Αφρικανούς και θα μάθει επίσης ότι εδώ και έναν χρόνο στην πλατεία Οράνιεν έχουν κατασκηνώσει πρόσφυγες από την Αφρική.

Ο Ρίχαρντ δεν ξέρει πού είναι η Μπουρκίνα Φάσο, δεν ξέρει την πρωτεύουσα της Γκάνας, της Σιέρα Λεόνε και του Νίγηρα. Θα πάρει στα χέρια του τον άτλαντα και έτσι θα αρχίσει σιγά σιγά να εμπλέκεται στην υπόθεση των προσφύγων.

Αρχικά επισκέπτεται την κατάληψη, αργότερα την πλατεία Οράνιεν, αρχίζει να διαβάζει για να ενημερωθεί και αποφασίζει να πάρει συνέντευξη απ’ τους πρόσφυγες. Θα γνωρίσει την καθημερινότητά τους, θα αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με κάποιους απ’ αυτούς, θα δει το αδιέξοδο της γραφειοκρατίας, θα ζήσει από κοντά την κρατική καταστολή. Κάποια στιγμή ένας δικηγόρος, στον οποίο αναζητά βοήθεια για έναν απ’ τους πρόσφυγες, θα του θυμίσει ότι σύμφωνα με τον Τάκιτο, οι Γερμανοί ήταν ένας φιλόξενος λαός πριν από 2.000 χρόνια. Ούτως ή άλλως η συναναστροφή του Ρίχαρντ με τους πρόσφυγες γίνεται στο τέλος ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

Ενα από τα χαρακτηριστικά της γραφής της Ερπενμπεκ είναι η απουσία κάθε συναισθηματισμού. Εκθέτει γεγονότα, αναφέρει αριθμούς, θέτει απλά ερωτήματα. Συγκλονιστική αναγνωστική εμπειρία αποτελούν οι δύο σελίδες που διαδέχονται τη διήγηση της γνωστοποίησης της απέλασης στους πρόσφυγες που ο αναγνώστης γνωρίζει με τ’ όνομά τους. Οι σελίδες 328 και 329 του βιβλίου είναι σχεδόν λευκές, με τυπωμένη μία ερώτηση μόνο στο κέντρο τους: «Πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;».

* Ο Α. Κυπριώτης είναι συγγραφέας και μεταφραστής.