Ποιήματα-παθήματα

veltsos.jpg

Ο Βέλτσος μάς μεταφέρει σε μια ισόβια και εν εξελίξει ουσιαστικά αυτοβιογραφία

Ο Γιώργος Βέλτσος μετά τα «Ποιήματα 1993-2005» (εκδ. Ινδικτος, 2006) συγκεντρώνει σε έναν καλαίσθητο τόμο τα ποιήματα της περιόδου 2006-2016. («β΄», εκδ. Περισπωμένη, 2017). Ενας τόμος που εμπεριέχει όχι μόνο τις οχτώ δημοσιευμένες του συλλογές, ξεκινώντας από το «Από Βηθανίας» και φτάνοντας στις «Γυναίκες», αλλά και μια αδημοσίευτη, το «Γλωσσάρι», το οποίο από κοινού με το επίμετρο «Par coeur» της συλλογής «Αύγουστος» (εκδ. Αγρα, 2017), μας δίνει απλόχερα όσα κλειδιά έλειπαν για μια επαρκέστερη σάρωση του ποιητικού και -συνεκδοχικά- του σωματικού του corpus.

Πρόκειται για δύο κείμενα που λειτουργούν ως μια ποιητική, δηλαδή ως μια «θεωρία» που μας ανοίγει στο εργαστήρι του ποιητή και του ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που παραμένει ισόβια εκτεθειμένος στο εσωτερικό και εξωτερικό του χάος και το οποίο, όπως μας λέει ο ίδιος, «μάταια προσπαθεί να μετατρέψει σε τέχνη».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ «β» [2006-2016] Περισπωμένη, 2017, σελ. 496. ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ «Αύγουστος» Αγρα, 2017 Σελ. 112 |

Μακριά από λυρισμούς και ρεαλισμούς λοιπόν, ο Βέλτσος μάς μεταφέρει σε μια ισόβια και εν εξελίξει ουσιαστικά αυτοβιογραφία. Η οποία και ξεκινά, όπως ενημερωνόμαστε, τον Αύγουστο του 1949. Τότε που προσβλήθηκε ως παιδί από τον ιό της πολιομυελίτιδας, στη Μύκονο. Λίγο πριν κυκλοφορήσει το εμβόλιο. Ενα «λίγο» που προφανώς τον καθορίζει, σε μία «διολίσθηση» που ισόβια τον βασανίζει. Παγιδεύοντάς τον αμετάκλητα στα δίχτυα της γλώσσας, στη συνύφανσή της με το πραγματικό που του έλαχε και μας συμβαίνει.

Αξίζει να σημειωθεί πως πρόκειται για ένα από τα πρώτα κρούσματα στην Ελλάδα. Και άρα ο ποιητής ως παιδί περιφέρεται εξ αρχής -και καταστατικά- στα αμφιθέατρα της Ιατρικής για να παρουσιαστεί στο εκπαιδευόμενο κοινό της εποχής. Τόσο ως «νόσος» όσο και ως μια εκδοχή-προσωποποίηση της υπομονής.

Και εκεί διαβάζουμε: «[…] διότι μαθαίνεις να επιβιώνεις δεν σημαίνει μόνο συνετίζεσαι και συμφιλιώνεσαι με τη θνητότητα. Σημαίνει επίσης και δοκιμάζεσαι, ρισκάρεις, ενοχλείς το προστατευτικό ένστικτο αυτοσυντήρησης με διαταρακτικές επιλογές ζωής: έναν έρωτα, μια εξέγερση, ένα ποίημα» (από το επίμετρο «Par coeur»).

Κι αφού υπογραμμίσουμε τις «διαταρακτικές αυτές επιλογές»: «έρωτας», «εξέγερση», «ποίημα», θα δούμε τον ορισμό της ποίησης που μας παραδίδει. Η ποίηση ως μια «νευροπαθολογική κατάσταση καθ’ όλο το μήκος του βιοψυχολογικού άξονα της γλώσσας», η οποία και παραπέμπει σε μια «εγγενή παραφασία», όπως σημείωνε ο ψυχίατρος-ποιητής Γιώργος Χειμωνάς.

Επομένως, όταν βλέπουμε πως η ποίηση λειτουργεί ως ένα «δώρο σταλμένο από ένα καταγωγικό προ-εκφραστικό στρώμα, το οποίο επιβάλλει τη βασανιστική σχέση του ποιητή με την έκφραση», καταλαβαίνουμε όχι μόνο εν γένει το φαινόμενο αυτής της τέχνης, αλλά και τη συγκεκριμένη πορεία του Βέλτσου. Η οποία και μας ρίχνει στη διερώτηση: πρόκειται όντως για μια «άνευ όρων παράδοση στη γλώσσα;» Και ίσως από εκεί, μετωνυμικά, σε μια μορφή υποκατάστασης, στη γυναίκα;

Ο ποιητής επαναληπτικά ομολογεί πως «ναι», παραδίδοντάς μας μια ποίηση εν στύσει. Διαβάζουμε: «Τ’ άκρα η ποίηση ζητά / Τα πόδια, τους γλουτούς / χορδές του έρωτα υμνητικές / μουνόχειλα, κοράλλια». Παραπέμπουμε επίσης ενδεικτικά στο ποίημα «Ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων», που τον συνοψίζει.

Ποιήματα που επίσης λειτουργούν στην εκφώνησή τους στερεοφωνικά, ώστε να ακούσει ο ποιητής την ίδια του τη φωνή και να επιβεβαιώσει την παρουσία του. Με σκοπό να υποδαυλίσει το ενιαίο της ταυτότητάς του ή και να αποκρύψει το μόνιμο και αμετάκλητο της επερχόμενης απουσίας. Μια ταυτότητα που όπως και η λογοτεχνία της, μας φανερώνεται, στο πρόσκαιρό της, ως η πνοή-αναπνοή της γλώσσας. Φανερώνοντας και αποκρύπτοντας και λειτουργώντας συνάμα ως γλώσσα-ιός.

Κι έτσι βρισκόμαστε επαναληπτικά σε ποιήματα-παθήματα. Σε γλωσσικά παιχνίδια που στην παραπλανητική τους λειτουργία αθετούν την υπόσχεσή τους να κυριολεκτήσουν -αφού κάτι τέτοιο είναι προφανώς αδύνατο. Και άρα ο ποιητής, ως αυτός που συμμετέχει, διασκεδάζοντας το αδιέξοδο, προσφεύγει άλλοτε προς το «αστειεύεσθαι», άλλοτε προς την αλληγορία και τη μεταφορά και άλλοτε προς τον τάφο. Τον τάφο ως ποίημα-σήμα που θα φλυαρεί πρόσκαιρα για μια απουσία. Αναφερόμαστε εδώ ενδεικτικά στα ποιήματα «Ο τάφος του Ζακ Ντεριντά», «Ο τάφος του Εζρα Πάουντ» κ.λπ. («Από Βηθανίας»).

Η ποίηση και η ασθένεια λοιπόν λειτουργώντας μέχρι τέλους ως ετεροτοπίες, μας περνούν διαρκώς από το δίπολο «έρωτας και θάνατος», για να μας προσγειώσουν σε μια μελέτη ασθένειας και ταυτότητας ή ιδιο-προσωπίας. Εκεί, ο ποιητής σε μια περίοδο της ζωής, που την ορίζει, συμφωνώντας με τον Ρολάν Μπαρτ, ως «η ηλικία που ξεμαθαίνεις», μας παρασέρνει σε γλωσσικά παιχνίδια που μας ωριμάζουν, μας ανατρέπουν και μας εκθέτουν, με την αφαιρετική τους συχνά δύναμη, στο παίγνιο του κόσμου. Παρόλο ή κυρίως επειδή «η σκέψη είναι τόσο σύντομη», «η ελευθερία μας τόσο υποταγμένη» και «ο λόγος μας τόσο ταυτολογικός».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας