Το παράδοξο του Ζήνωνα, σήμερα

spiti

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Το σαλόνι έχει ασύλληπτα μικρύνει. Αναγνωρίζει
τον καναπέ και μια γαλάζια λάμπα από φυσητό γυαλί. [...]
Εχουν όλα μικρύνει, του λέει και μετά το μετανιώνει

Η Δήμητρα Κολλιάκου εμφανίστηκε στην ελληνική πεζογραφία το 2001 με το «Μαγείο», ένα μυθιστόρημα το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του ΕΚΕΒΙ. Πέντε χρόνια αργότερα, για το αμέσως επόμενο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Θερμοκρασία δωματίου» (και σύμφωνα με την παρούσα ανάγνωση το πλέον αντιπροσωπευτικό της αφηγηματικής της), τιμήθηκε τόσο με το Athens Prize for Literature του περιοδικού «(δε)κατα», όσο και με το Βραβείο Μυθιστορήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών.

Από το 2006 έως σήμερα, η Κολλιάκου μάς έδωσε ακόμα δύο βιβλία: την «Αρρώστια των βουνών» (2009) και «Το πρόσωπο του ουρανού» (2013) —υπάρχει, όμως, κάποιο στοιχείο που να διατρέχει το σώμα του έργου της; Με εξαίρεση ίσως το πρωτόλειό της, το «Μαγείο», η —γεννημένη το 1968 και μόνιμη κάτοικος εξωτερικού— συγγραφέας μάς συστήνει ήρωες χαμηλόφωνους, οι οποίοι βασανίζονται από την ατολμία τους, τις επιλογές των γύρω τους, τη διαρκή αίσθηση του ανεκπλήρωτου.

Κατά συνέπεια —και σύμφωνα με την άποψη που θέλει κάθε συγγραφέα να γράφει και να ξαναγράφει το ίδιο βιβλίο— στο τελευταίο μυθιστόρημά της συναντά κάποιος όλα τα στοιχεία αυτά, συν ένα ακόμα: την προσπάθεια να προσεγγίσει την ταυτότητα της τρέχουσας ελληνικής κρίσης (σε μια εποχή που τέτοιες προσπάθειες πληθαίνουν) ―προδιάθεση και βλέμμα που η Κολλιάκου είχε προοικονομήσει ήδη από «Το πρόσωπο του ουρανού» (2009).

Τα κεντρικά πρόσωπα της πολυσέλιδης σύνθεσης της Κολλιάκου είναι μια νεαρή φοιτήτρια (Μαίρη) κι ένας αρκετά μεγαλύτερός της (Μίλτος) που εργάζεται ως διορθωτής. Η γνωριμία τους ξεκινά με αφορμή τη «φύλαξη» του πατέρα και της μητριάς του, μια εργασία που η Μαίρη δέχεται, εν πρώτοις, υπό την πίεση της μητέρας και των ισχνών οικονομικών της.

Στη συνέχεια όμως, κι ενώ ο πατέρας του Μίλτου αποδεικνύεται δύστροπος και η μητριά του βαθιά βασανισμένη, η Μαίρη αναλαμβάνει έναν ιδιάζοντα ρόλο: διαμεσολαβεί για τη σχέση του Μίλτου με τον πατέρα του, με την ερωτική σύνδεση (και την αμηχανία που τη συνοδεύει), με το θολό παρελθόν και το εξίσου θολό μέλλον.

Η σχέση των δύο, χαμηλόφωνα δοσμένη και υπαινικτικά —όπως ξέρει τόσο δραστικά να κάνει η συγγραφέας—, βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης και αποτελεί το κενό δωμάτιο μέσα στο οποίο αντηχούν οι φωνές όλων των άλλων χαρακτήρων του βιβλίου, στους οποίους προστίθεται η φασματική παρουσία της μητέρας του Μίλτου, της μητέρας της Μαίρης και του αινιγματικού κυρίου Δαλμάτη, ο οποίος μοιάζει να κινείται στο παρασκήνιο.

Η συγγραφέας χτίζει μια μυθολογία της καθημερινότητας —έτσι, αναπόφευκτα, η αφήγηση εστιάζει σε λεπτομέρειες σε πρώτη ανάγνωση ασήμαντες, σε χειρονομίες χωρίς νόημα, σε λόγια που χάνουν το βάρος τους. Την ίδια στιγμή, όχι μόνο το φόντο, αλλά και μια σειρά από σκηνές του βιβλίου, κυρίως διαλογικές, αναφέρονται στην τρέχουσα ελληνική κρίση: ανεργία, οικονομική στενότητα, εσωστρέφεια, απαισιοδοξία.

Ομως, σε κάποια από αυτά τα σημεία, η υπαινικτικότητα του κειμένου υποχωρεί και αντικαθίσταται από αναφορές στο προφανές, ενδεχομένως επειδή η κρίση είναι πλέον προφανής γύρω μας, άρα και η αντανάκλασή της στους χαρακτήρες.

Είναι άραγε η αμηχανία όλων μας, συγγραφέων και αναγνωστών, μπροστά σ' αυτήν την παγιωμένη κατάσταση τόση ώστε αδυνατούμε να τη μετασχηματίσουμε; Ενδεχομένως. Η ίδια η συγγραφέας άλλωστε γράφει: «[...] το θηρίο πάσχει από μελαγχολία» (σελ. 266).
Εν συνόλω, τόσο η Μαίρη όσο και ο Μίλτος μοιάζουν να τελούν εν διαρκή αναμονή —να περιμένουν καρτερικά το τέλος μιας σειράς πραγμάτων, ελπίζοντας κάθε (πιθανή) καινούργια αρχή να δικαιώσει το ότι αποτελεί «το ήμισυ του παντός».

Ισως, όμως, αυτή η αναμονή, η σιωπηρή προσδοκία που ακόμη και στην τελευταία σελίδα δεν εκπληρώνεται πλήρως, προσιδιάζει περισσότερο στο παράδοξο «περί διχοτομίας» του Ζήνωνα· δηλαδή, σε μια προσπάθεια να φτάσει κανείς από το σημείο Α στο Β, όπου όμως πάντα τον χωρίζει από αυτόν τον στόχο αυτό μια απειροελάχιστη, αλλά καθοριστικά μετρήσιμη, απόσταση η οποία δεν θα καλυφθεί ποτέ.