Ο Αλλος του πολιτισμού και η ψυχανάλυση

Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς   Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς

Η κατάθλιψη και ο πανικός

Το αν ο πόνος σωματοποιείται και τι ακριβώς σημαίνει αυτό, είναι ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει η επιστήμη της ψυχανάλυσης.

Το αν η ψυχανάλυση είναι επιστήμη δεν είναι της παρούσης. Ρίχνοντας ματιές γύρω μας, περπατώντας απλά στους δρόμους, στις πλατείες και στα καφέ και στη γειτονιά μας, απορούμε με τα κρούσματα «περίεργης» συμπεριφοράς που επιδεικνύουν πολλοί συνάνθρωποι (θυμικά ξεσπάσματα, βωμολοχίες άνευ λόγου και αιτίας, «συνομιλία» με τον εαυτό τους, θεατρικές κινήσεις-απομιμήσεις και διάφορα ανερμήνευτα για κάποιον που πιστεύει στην κυριαρχία της λογικής και την έχει σαν μπούσουλα στην κοινωνική του ζωή).

Δυσφορούμε οι περισσότεροι με τέτοιου είδους συμπεριφορά˙ στην προσπάθειά μας να την ερμηνεύσουμε υποπίπτουμε σε σοβαρά λάθη και καταλήγουμε σε συμπεράσματα τα οποία, κοιταγμένα εκ των υστέρων και με νηφαλιότητα, δεν μας περιποιούν τιμή, αφού εύκολα αποκλείουμε από την καθημερινή συναναστροφή όσους λοξεύουν από τη συνήθη ευθεία της καθημερινής συνύπαρξης. Αυτό είναι απογοητευτικό και για την ίδια την κοινωνία αλλά και για το ανθρώπινο πνεύμα.

Η κοινωνία είναι σχέσεις δεσμεύσεων μεταξύ όλων˙ οι νόμοι και η εξουσία είναι ανθρώπινα δημιουργήματα παρ' όλα αυτά. Μόνοι μας δημιουργούμε τη δομή της εξουσίας και την εν συνεχεία διαιώνια κόντρα μαζί της.

Η κατάθλιψη και οι «κρίσεις πανικού» είναι πλέον συνηθισμένο φαινόμενο μια και (εξ)αναγκαστήκαμε να το οικειοποιηθούμε και να το αναφέρουμε όπως αναφέρουμε την πιο «φιλική» στη συνύπαρξη συμπεριφορά. Πολλοί μάλιστα αποφαινόμαστε με βεβαιότητα για τις αιτίες, το μέγεθος και την «εκρηκτικότητα» όσων είναι «προσβεβλημένοι» από λοξή συμπεριφορά και είναι σαφώς κατειλημμένοι από τρόμο και πανικό, από τρεμίσματα και συγχύσεις, τόσο σωματικές όσο και πνευματικές.

Το κοινωνικό φαινόμενο των κρίσεων πανικού οφείλει να κοιταχτεί με απέραντη μεγαλοθυμία και ανοιχτά μυαλά και όχι με καταστολή και φαρμακευτική αγωγή, μεθόδους δηλαδή που επιτείνουν αντί να απαλείφουν τέτοια φαινόμενα. Η καταστολή είναι υπηρέτρια ολοκληρωτικών καθεστώτων. Το βιβλίο είναι υπέρ της «ανοιχτότητας».

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

 ❖❖❖❖❖

Πώς εγγράφεται το υποκείμενο στον κοινωνικό δεσμό; Με ποιους όρους και με τι αντίτιμο εγκαθιδρύεται η σχέση με τον κοινωνικό Αλλο, τον Αλλο του πολιτισμού; Ποια η σχέση υποκειμενικής παθολογίας και κοινωνικής παθογένειας; Ποια η βάση του κοινωνικού συμπτώματος;

Πώς και πού η ψυχανάλυση εγγράφεται στα κοινωνικά δρώμενα; Πάνω σε αυτά και άλλα συναφή ερωτήματα αναπτύσσεται, με αφετηρία τη σκέψη του Φρόιντ, του Λακάν, του Φουκό, του Αγκάμπεν και άλλων σπουδαίων στοχαστών, ο προβληματισμός γνωστών ψυχαναλυτών στον καλαίσθητο τόμο «Ψυχανάλυση και κοινωνικά συμπτώματα», ο οποίος επανεκδίδεται σε αναθεωρημένη μορφή από τις εκδόσεις Opportuna. Την εξαιρετική επιμέλεια έχει κάνει ο ψυχαναλυτής Νίκος Παπαχριστόπουλος.

Συλλογικό έργο  Ψυχανάλυση και κοινωνικά συμπτώματα  Επιμέλεια: Νίκος Παπαχριστόπουλος  Εκδόσεις Opportuna, 2015  σελ. 480 Συλλογικό έργο Ψυχανάλυση και κοινωνικά συμπτώματα Επιμέλεια: Νίκος Παπαχριστόπουλος Εκδόσεις Opportuna, 2015 σελ. 480 |
Στο πρώτο άρθρο («Ο Μαρξ και το σύμπτωμα») ο P. Naveau, μέσα από μια επιτυχημένη ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αχαλίνωτης «όρεξης του καπιταλιστή για υπερεργασία», διερευνά την έννοια του κοινωνικού συμπτώματος στον Μαρξ.

Στο επόμενο άρθρο («Η ασυνείδητη ζημία και οι κοινωνικές της υπεραξίες») ο P.-L. Assoun αναλύει πώς, στο επίπεδο του κοινωνικού συμπτώματος, στο επίπεδο του Αλλου, τοποθετείται και το πρωταρχικό όφελος της κοινωνικής απόλαυσης.

Στη συνέχεια, η M.-H. Brousse, στο άρθρο της «Κοινή αγορά και διακρίσεις. Προς μία ψυχαναλυτική κλινική», αναλύει πώς σήμερα η γνώση έχει υποταχθεί ολοκληρωτικά στη διαχείριση. Οι θεραπευτές είναι πάνω απ’ όλα οι διαχειριστές της δημόσιας υγείας, η οποία και αυτή έχει γίνει συστατικό στοιχείο της δημόσιας τάξης.

Ο εκλιπών Θανάσης Τζαβάρας, στο «Επίκαιρα ψυχαναλυτικά για τον πολιτισμό και την κοινωνία», διατυπώνει με το δικό του στιλ τις απόψεις του σχετικά με το πώς και πού η ψυχανάλυση εγγράφεται στα κοινωνικά δρώμενα, καθώς το κοινωνικό σύμπτωμα αναδεικνύεται στη θέση του κλινικού συμπτώματος. Η Ντόρα Περτέση, στο άρθρο της «Το σύμπτωμα και η προβληματική των νέων συμπτωμάτων του πολιτισμού μας», αναλύει τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται σήμερα το σύμπτωμα ως «νέο» σε σχέση με την κλασσική συμπτωματολογία.

Ο M. Zafiripouloς, στο άρθρο του περί του τέλους του νευρωτικού και την φροϋδική κλινική της βίας, θέτει ουσιώδη ερωτήματα αναφορικά με την πολιτική της ψυχανάλυσης σήμερα, εστιάζοντας στην σχέση μεταξύ Λακάν και Λεβί-Στρος.

Ο Θάνος Λίποβατς, στο άρθρο του «Ο φθόνος και η μνησικακία ως σχηματισμός συμπτώματος και αντίδρασης», περιγράφει τον ψυχαναλυτικό μηχανισμό του φθόνου και τον συνδέει με τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα.

Ο Δημήτρις Βεργέτης, στο «Λακάν και Φρόιντ: τα νέα συμπτώματα. Από το υποκείμενο του ασυνειδήτου στο βιορυθμιζόμενο υποκείμενο», θέτει με ξεκάθαρο τρόπο τα θεμελιακά ερωτήματα της εποχής: υπάρχουν νέες μορφές υποκειμενικότητας στο «μεταμοντέρνο» τοπίο του πολιτισμού; Εάν ναι, ποια είναι η δομή των νέων συμπτωμάτων των οποίων αποτελούν έκφραση; Από τι καθορίζεται η εμφάνισή τους; Γίνεται φανερό ότι η εμφάνιση των νέων συμπτωμάτων συμβαδίζει με την εξάλειψη της κλινικής και την εργαλειακή συρρίκνωσή της υπό το κράτος του λόγου της επιστήμης.

Ο Νίκος Παπαχριστόπουλος, στο άρθρο «Η θρησκεία σύμπτωμα», εξηγεί ότι στην εποχή των νέων κοινωνικών συμπτωμάτων κυριαρχεί ο κατ' επίφασιν αυτοπροσδιορισμός του υποκειμένου. Η σύγχρονη κοινωνία δεν θανάτωσε ποτέ τον Θεό. Αντιθέτως, διατήρησε και ενίσχυσε το συμβολικό του περίβλημα, εγγράφοντας εντός αυτού ύστερα από την εξαφάνιση του Ενός, στην πολλαπλότητά τους, νέες μορφές θεότητας.

Η Κυριακή Σαμαρτζή, στο άρθρο της «Η κοινωνική εγγραφή της σεξουαλικής παρέκκλισης: ο λόγος για την διαστροφή», παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο η διαχείριση μιας σεξουαλικής πρακτικής διέρχεται πλέον αποκλειστικά από το κοινωνικό και την νομική ρύθμιση.

Η Νατάσσα Κατσογιάννη, στο άρθρο «Από τον homo sacer στο βιο-πολιτικό υποκείμενο της ψυχανάλυσης; Κοινωνικό-πολιτικά ζητήματα στη σκέψη του Αγκάμπεν, Φουκώ και Λακάν», διευρύνοντας την φουκωϊκή σύλληψη της βιοεξουσίας με τη σκέψη του σύγχρονου στοχαστή Τζόρτζιο Αγκάμπεν, δείχνει ότι σε συνθήκες μετατροπής της ζωής σε «γυμνή ζωή», το ψυχοσωματικό σύμπτωμα είναι μια ένδειξη της υποκειμενικής, αλλά και κοινωνικής (βιοπολιτικής) δυσφορίας και δυστυχίας. Ο P.-G. Gueguen, στο άρθρο «Ο παρτενέρ-σύμπτωμα», αναλύει τη λακανική έννοια του Αλλου ως παρτενέρ-συμπτώματος.

Ο F. Leguil, στο άρθρο «H πολιτική του συμπτώματος», επεξεργάζεται απαντήσεις στα ερωτήματα: Ποια πολιτική επιλέγει ο ψυχαναλυτής σχετικά με το σύμπτωμα; Ποια είναι η πολιτική την οποία εδραιώνει το σύμπτωμα εντός του υποκειμένου, ώστε το σύμπτωμα να συγκροτεί το υποκείμενο πολύ περισσότερο από όσο το διασαλεύει; Η ύλη συμπληρώνεται με το ποιητικότατο άρθρο του Νίκου Σιδέρη «Γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν: το στερεότυπο των άλαλων και άγλωσσων εφήβων», στο οποίο αναλύει τον λόγο των εφήβων.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο, το οποίο δίνει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα και δημιουργεί ταυτόχρονα ισάριθμες απορίες, σε μία εποχή στην οποία η κλινική συμπτωματολογία, ως έκφραση του κοινωνικού, αποτελεί κυρίαρχη συνθήκη (παράδειγμα, η αύξηση των φαινομένων κατάθλιψης ή των αποκαλουμένων «κρίσεων πανικού»).

Παράλληλα, αναδεικνύει την ευρύτερη συμβολή της ψυχανάλυσης στο ζήτημα του κοινωνικού, ιδίως σήμερα, όπου θεμελιακές αναφορές του συγγράμματος, όπως η έννοια της «έλλειψης συνεπούς δομής του Αλλου» και του «κατ’ επίφασιν», συνιστούν τον πρωτεύοντα τρόπο εγγραφής του υποκειμένου στον κοινωνικό δεσμό.

*Η Κατερίνα Μάτσα είναι ψυχίατρος