Μικρασιατικές μνήμες

polemos.jpg

Ο πόλεμος μας ξεπερνά, όσο ειρηνιστές κι αν είμαστε, όσο ερωτευμένοι, όσο φίλοι κι αν γινόμαστε

Υπάρχουν, λοιπόν, νέα παιδιά που σηκώνουν στις πλάτες τους γερά την παράδοση. Είναι απίστευτο, σχεδόν, πόσο στιβαρά πατάνε πάνω της, πόσο την έχουν εσωτερικεύσει (διυλίσει, αφομοιώσει κ.λπ.), πόσο την προβάλλουν στο παρόν, άμα τε και στο μέλλον όλων ημών και ως χώρας και ως προσωπικοτήτων.

Πέρασα ένα θαυμάσιο Σαββατοκύριακο μ’ ένα απ’ αυτά τα νέα παιδιά, διαβάζοντας, εννοώ, ένα υπέροχο βιβλίο υπό τον τίτλο «Γκιακ», εκδόσεις «Αντίποδες». Συγκλονίζει η ρεαλιστική γραφή του νεαρού συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκου, γεννηθέντος το 1983 μόλις, που καταγράφει εμπειρίες των παππούδων του (και γνωστών των παππούδων του) από τις αιματοχυσίες στη Μικρά Ασία. Η μπέσα, το φιλότιμο, η αντρική φιλία, το σφάξιμο εν ψυχρώ μανάδων και παιδιών, η αλλοτρίωση του ανθρώπινου συναισθήματος, οι ενοχές, η απάρνηση του ψυχικού κόσμου, δίδονται με μια εκπληκτικά σκληρή τρυφερότητα. Πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να σφάξει μία έγκυο, να γδάρει ένα μικρό παιδί, και ας ήταν μεγαλωμένος με άλλες ανθρώπινες αξίες. Πόσο ένας άνθρωπος, που έχει γαλουχηθεί μέσα σε κοινοτιστικές αξίες, μπορεί να γίνει ένας μονόχνοτος, παράφορος εγκληματίας, χωρίς να νιώθει τύψεις και ενοχές.

Διαβάζοντας τα διηγήματα του νεαρού συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκου νιώθεις ένα κενό στα σπλάγχνα σου και ταυτόχρονα μια πληρότητα. Αντιλαμβάνεσαι ότι το να σκοτώσεις είναι μια απλή, διεκπεραιωτική, καθηκοντολογική διεργασία, απόρροια της ζωής μέσα στην κοινότητα, της πίστης σ’ αυτή την κοινότητα.

Ο πόλεμος μας ξεπερνά, όσο ειρηνιστές κι αν είμαστε, όσο ερωτευμένοι, όσο φίλοι κι αν γινόμαστε. Αυτά όλα τα ξέρει ένας βασανισμένος, ένας πονεμένος, όταν όμως στα θυμίζει ένας σχεδόν τριαντάχρονος, με τρυφερά σκληρή γραφή, τότε μένεις άναυδος. Το λέω αυτό για τους μετανεωτερικούς, γι’ αυτούς που ξεχνάνε επιμελώς την Ιστορία και παρ’ όλα αυτά τολμάνε να καταθέτουν ερμηνείες ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές. Πού πάν’ οι Καραμήτροι;

Χαίρομαι γι’ αυτές τις γραφές, εννοώ για νέους ανθρώπους που με τόση ωριμότητα αναγιγνώσκουν την Ιστορία και το συναίσθημα. Πού τα ‘μαθαν όλα τούτα; Και τι γλώσσα! Λαϊκή, ακαδημαϊκή ταυτόχρονα, λυσιτελή! Και πόσο ανοιχτόμυαλος ο συγγραφέας, με πόσο ωραία αρβανίτικα, με πόση αντικειμενικότητα στις θηριωδίες που διεπράχθησαν μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πριν από, κατά και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ελπίδα για την ίδια τη χώρα.

Ενα κι ένα τα διηγήματα του βιβλίου. Απίστευτα ρεαλιστική η αφήγηση και την ίδια ώρα αποκρουστικά ελκυστική. Μια ωραία -σπάνια- γραφή, που όμως βοηθάει την Ιστορία και την παιδαγωγική, που πλησιάζει την όντως Παιδεία. Σφαγιάδες οι Τούρκοι, σφαγιάδες και οι Ελληνες· πώς αλλιώς σ’ έναν πόλεμο; Σε ανατριχιαστικά φιλοσοφικά (και πολιτειακά) συμπεράσματα καταλήγει κανείς μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης.

Αξίζει να διαβαστεί τούτο το βιβλίο· ένας νέος μάς ξεστραβώνει, όσους τελοσπάντων αρνούμαστε να δούμε με καθαρή συνείδηση. Και πόσο τρυφερά τραχιά γλώσσα! Και μια σοφή και σαφής Παραλογή ανάμεσα στα διηγήματα, με τον Χάρο να τα χάνει μπροστά στο πείσμα της θνητότητάς μας. Τίποτε δεν πάει χαμένο. Υπάρχει υγιής μαγιά πίσω μας, μέσα μας. Δεν το γνωρίζω το παλικάρι· να είναι καλά και να μας μορφώνει, αφού το ’χει το χάρισμα, το ταλέντο. Υπέροχο συναίσθημα· να μαθαίνεις από τους νεότερους. Αλλά πρέπει να μάθουμε να μαθαίνουμε: τις αρβανίτικες κοινότητες, τις καταβολές μας.