Λογοτεχνία γένους… θηλυκού

bibliothiki.jpg

Λογοτεχνία γένους… θηλυκού Ενα βιβλίο για τη «λαίλαπα κειμένων χαμηλών προδιαγραφών»

Ηταν το 1989 όταν ο Δημήτρης Χανός, συγγραφέας λαϊκών αναγνωσμάτων, καθώς και μιας 8τομης έρευνας με τίτλο «Η λαϊκή λογοτεχνία», έκανε αίτηση στο υπουργείο Πολιτισμού να του δοθεί τιμητική σύνταξη. Λίγο αργότερα -Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου– η αρμόδια επιτροπή αποφάσισε: «Τα έργα του Δημήτρη Χανού ανήκουν στη λαϊκή και την αστυνομική γραφή, θεωρούνται δε παραλογοτεχνία και μη δόκιμη παραγωγή. Κατόπιν αυτού η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν στοιχειοθετείται η άποψη ότι πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στην ανάπτυξη της εθνικής λογοτεχνίας και δεν του απονέμει την προβλεπόμενη από τον νόμο σύνταξη».

Ο Δημήτρης Χανός έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2003, αφήνοντας πλούσιο συγγραφικό έργο (κυρίως αστυνομικού περιεχομένου, καθώς υπήρξε μια περίοδο διευθυντής της θρυλικής «Μάσκας» του Απόστολου Μαγγανάρη – και κάποια στιγμή ίσως μεταφέρω στοιχεία από συνέντευξη που του είχα πάρει για την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», Οκτώβριο του 1988). Και ακόμη, μια μεγάλη συλλογή σχετικών αναγνωσμάτων (που εκτιμώ ότι θα φρόντισαν να μη χαθεί οι δύο κόρες του).

Του… παρά

Θυμήθηκα τον Χανό καθώς διάβαζα το βιβλίο με τον ενδεικτικό τίτλο: «Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας – Δοκίμιο για την Ευδοκίμηση μιας Μορφής Αφηγηματικού Λόγου» (εκδ. Gutenberg), που υπογράφει η συγγραφέας και καθηγήτρια - ψυχοθεραπεύτρια Εύα Στάμου.

Μεταφέρω μερικά αποσπάσματα – πρώτα από τον «Αντί προλόγου Για τη λογοτεχνία του… παρά» του εκδότη Γιώργου Ε. Δαρδανού:

■ «[…] η παραλογοτεχνία δεν είναι λογοτεχνία. Η παραλογοτεχνία δηλαδή δεν έχει –δεν μπορεί και δεν επιδιώκει να έχει– αισθητική αξία – ο σκοπός της δεν είναι να κριθεί με κριτήρια λογοτεχνικής φύσης, παρά μόνο εμπορικής επιτυχίας. Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί άραγε η ροζ λογοτεχνία, για παράδειγμα, διεκδικεί στις μέρες μας δυναμικά την παρουσία και την κριτική της καταξίωση στους ίδιους με την “υψηλή” λογοτεχνία χώρους, τουτέστιν στα ένθετα βιβλιοκριτικής, σε λογοτεχνικά βραβεία, σε εκπομπές βιβλίου της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, σε αναγνωστικές προτάσεις εκδοτών και εφημερίδων, στις βιτρίνες των μικρών “ποιοτικών” βιβλιοπωλείων κ.λπ.;».

■ «Ως εκδότης, με τη σειρά μου, έχω επίσης, και τελειώνοντας, να επιβεβαιώσω ότι, πράγματι, όσο η προώθηση της παραλογοτεχνίας παίρνει τη θέση της προβολής της λογοτεχνίας, τόσο συρρικνώνεται και το αγοραστικό δυναμικό της καλής λογοτεχνίας. Γι’ αυτή τη συρρίκνωση ευθυνόμαστε όλοι […]».

Λαίλαπα

Και η συγγραφέας του βιβλίου Εύα Στάμου, στην εισαγωγή της:

■ «Κάθε εποχή χαρακτηρίζεται από τη λογοτεχνία της. Η δική μας ορίζεται από την παραλογοτεχνία της. Λογοτεχνικά κείμενα υψηλής ποιότητας εμφανίζονται διαρκώς, αδυνατούν όμως ν’ αναχαιτίσουν τη λαίλαπα της μαζικής παραγωγής κειμένων χαμηλών προδιαγραφών. Αρκετοί από εμάς εύχονται την άνοδο της καλής λογοτεχνίας στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού. Τα ευχολόγια όμως είναι τα “βαρβιτουρικά” της σκέψης. Αν επιθυμούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά ένα φαινόμενο, θα πρέπει πρώτα να το κατανοήσουμε».

Και στο κυρίως κείμενο:

■ «Στις μέρες μας σημειώνεται παγκοσμίως αγοραστική/εμπορική επιτυχία βιβλίων που ασχολούνται αποκλειστικά με το θέμα του έρωτα ακολουθώντας μερικές απλές συνταγές. Ενα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των βιβλίων είναι το εφήμερο της παρουσίας τους: Πρόκειται για βιβλία με “ημερομηνία λήξης” εγγύς».

■ «Ο όρος ροζ λογοτεχνία (pink-lit) χρησιμοποιείται κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες για σύγχρονα μυθιστορήματα που εστιάζουν σε θέματα ερωτικών σχέσεων, αναπαράγοντας ρομαντικά στερεότυπα, και που απευθύνονται, όχι στη νόηση, αλλά στη συγκίνηση του αναγνωστικού τους κοινού, το οποίο είναι κατ’ εξοχήν γένους θηλυκού».

■ «[…] όσο αυξάνεται το αναγνωστικό κοινό που ικανοποιείται με κείμενα χαμηλής ποιότητας, τόσο μειώνεται σε βάθος χρόνου το λογοτεχνικό δυναμικό από το οποίο μπορεί να προκύψουν νέοι πεζογράφοι, ποιητές, μεταφραστές, κριτικοί, εκδότες κι επιμελητές προσανατολισμένοι ασφαλώς σε κείμενα αξιώσεων».

■ «Οποιος διαβάσει Προυστ, Μέλβιλ ή Τολστόι μπορεί κατόπιν να αναζητήσει κι ένα βιβλίο ψυχολογίας, κοινωνιολογίας ή πολιτικής ή κάποια μελέτη για την ιστορία ή τη θεωρία της λογοτεχνίας ή για κάποιον άλλον από τους επιστημονικούς τομείς που θεραπεύουν, με εξαιρετικά επιμελημένες εκδοτικές σειρές, σοβαροί εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας. Δεν νομίζω ότι κάτι το αντίστοιχο πρόκειται να συμβεί με την ανάγνωση ενός σύγχρονου Αρλεκιν».

 

Στο πλαίσιο

Διαβάζω στην τοπική εφημερίδα «Αρκαδικό Βήμα»: «Με απόφαση του περιφερειακού διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πελοποννήσου Πέτρου Μισθού αναστέλλεται η λειτουργία είκοσι έξι ολοήμερων τμημάτων σχολικών μονάδων της Διεύθυνσης Π.Ε. Αρκαδίας για το διδακτικό έτος 2014-2015». Και αυτό, προστίθεται, «επειδή ο αριθμός εγγραφέντων νηπίων είναι κάτω του ελαχίστου, με βάση όσα ορίζει εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας». Και ακολουθούν τα 9 Νηπιαγωγεία και τα 17 Δημοτικά Σχολεία που βάζουν λουκέτο.

Μεταξύ των κεκλεισμένων περιλαμβάνονται και τα της γενέτειράς μου Δημητσάνας, όπου εδώ και 4-5 χρόνια έχει μπει λουκέτο και στο εκεί Γυμνάσιο και Λύκειο, που πριν από λίγα χρόνια έσφυζε από παιδομάνι. Που σημαίνει ότι τα παιδιά που έχουν ξεμείνει εκεί και στα γύρω είναι υποχρεωμένα να ταξιδεύουν καθημερινά ώς την Τρίπολη, ήγουν 128 χιλιόμετρα πήγαινε – έλα. Και φυσικά δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη περιοχή. Και μια και βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, αναζητώ, αλλά δεν βλέπω στα προγράμματα των κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία να γίνεται λόγος για το τεράστιο αυτό θέμα -για τον απορφανισμό της περιφέρειας και τη διαιώνιση της εικόνας των εξ επαρχίας ανέργων που βουλιάζουν στις πρωτευουσιάνικες χαβούζες.

Και για τον πολιτισμό δεν φαίνεται να πολυσκοτίζονται. (Εκείνο το ταλαίπωρο σχέδιο προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε τόσο κατακριθεί, βελτιώθηκε άραγε;). Κι ας έχουμε φορείς (ό,τι έχει απομείνει) υπό διάλυση με την οικονομική ασυνέπεια του κατ’ ευφημισμόν υπουργείου Πολιτισμού, που ενισχύεται από το «άλλοθι»: Εδώ έχουμε άνεργους, ο πολιτισμός μάς μάρανε; Κι ας είναι το μοναδικό «προϊόν», το μοναδικό στήριγμά μας.

ΚΑΙ… «Ο Αλλάχ είναι μεγάλος!» Οι πιστοί του;