Κοινωνικές, υπαρξιακές, γλωσσικές περιπλανήσεις

synnefa.jpg

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Βασίλης Ρούβαλης (Αθήνα, 1969), διευθυντής του περιοδικού και των εκδόσεων poema, ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής και αρθρογράφος, μας παραδίδει τις «Λεύγες», οι οποίες και πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο πλαίσιο του Κύκλου «Μουσική και Ποίηση». Μια «παράσταση» που συνοδεύει με τη μορφή του δίσκου ακτίνας το παρόν βιβλίο, με αποσπάσματα από τη δραματοποιημένη εκδοχή του έργου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ «Λεύγες» (.poema..), 2016 Σελ. 32 |

Ο ποιητής συνυφαίνοντας το βιοσοφικό με το διακειμενικό στοιχείο καταθέτει άρτια ποιητικά μορφώματα που λειτουργούν όχι μόνο ακουστικά και οπτικά, αλλά μας μεταφέρουν σε μια σκηνογραφική και σκηνοθετική προτεραιότητα που δείχνει προς το «επικό» ποίημα.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση με αξιώσεις, που επιμερίζεται σε εννέα μέρη, με αντανακλάσεις τόσο στην «Οδύσσεια» όσο και στη «Θεία Κωμωδία», αλλά και με σπινθήρες και αφορμές για στοχαστικές εικόνες και υπαρξιακές περιπλανήσεις επίσης διακριτά παρούσες.

Ακολουθώντας τον χαραγμένο δρόμο τού «Αξιον Εστί» του Ελύτη, ο νεότερος ποιητής μεταποιεί τη δική του εμπειρία στο πλαίσιο της δικής μας πλέον εποχής. Μεταχειριζόμενος τα σύμβολα και τα κείμενα ως αλληγορίες, επιλέγει να υπηρετήσει πρωτίστως το ποιητικό του όραμα, αποκαθηλώνοντας και αποκαλύπτοντας τη γύμνια και τα πανταχού χαλάσματα του κοινωνικού μας τοπίου, τα ψευδή σκηνικά μας, τους «ήρωες» και τους «συνοδοιπόρους» μας, σε ένα επαναληπτικό βούλιαγμα.

Ενώ ο Ρούβαλης ως ποιητής διογκώνει τεχνητά την ατομική του συγκίνηση και ενώ επίσης ρέπει, μέσω του συναισθηματισμού, προς έναν ρομαντικό βερμπαλισμό, επεμβαίνει ως αφηγητής επαναληπτικά και με τα σχοινιά του ελέγχει και συγκρατεί την εμπειρία από τη διάχυση, αντισταθμίζοντας με την προσωπική του φωνή την όποια εσκεμμένη ασάφεια και το μεγαλεπήβολο του βλέμματός του.

Με γλώσσα συχνά μετεωριζόμενη τόσο μεταξύ της ιδέας και του πράγματος όσο και του αισθήματος και της αισθηματολογίας, μας λικνίζει και μας πυρπολεί κερδίζοντάς μας ως αναγνώστες και κρατώντας μας στο σύνολο του ποιητικού αυτού κειμένου κατορθώνοντας κάτι δύσκολο.

Ελεεινολογώντας έμμεσα αποτυπώνει την τρέχουσα πραγματικότητα -στην υπαρξιακή και την κοινωνική της έκφανση- ως μια ευρύτερη κατάπτωση, όχι μόνο στον τόπο μας. Αποφασίζοντας σε αυτό το πλαίσιο να λειτουργήσει ως ποιητής μάρτυρας, δεν αποκρύπτει την πρόθεσή του να διακριθεί ως άνθρωπος της συντεχνίας.

Και ορισμένα δείγματα: «Βρισκόμουν μακριά. / Στα χαλάσματα της εποχής, / αφύλαχτος κι ανεπαρκής· αναζητούσα λέξεις για τον αβέβαιο κύκλο» και «Ξαπλώνω στην πέτρα, τον ουρανό κοιτάζω − / οι σκουριές αφήνουν χρώμα στις λαβές των πολέμων, φυσάει / το παρόν και μαζί με τους νεκρούς διακορεύεται […]».

Ενα εξομολογητικό τελικά «εγώ» που, αναζητώντας μέχρι τέλους την ταυτότητά του μεταξύ προφήτη, αρχιτέκτονα και πλοηγού, θυμοσοφεί.

 ΧΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ «Δεν έρχονται» Μανδραγόρας, 2015 Σελ. 40 |

Ο Χάρης Μιχαλόπουλος (Καβάλα, 1978), επίκουρος καθηγητής Λατινικής φιλολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ποιητής, εκδίδει το τέταρτο ποιητικό του βιβλίο «Δεν έρχονται». Ξεκαθαρίζοντας εξαρχής με το ιδιαίτερο και βαρύ μότο-αφιέρωση του βιβλίου του («Στον Δημήτρη / που κάνει βόλτες χαμογελαστός / με το ποδήλατό του στους ουρανούς») πως αυτοί που δεν έρχονται είναι οι προσφιλείς νεκροί. Κλείνοντας και το μάτι στον αναγνώστη, που επίσης ξέρει και καλείται να δει όλα όσα (δεν) έρχονται.

Σπάζοντας εξαρχής τον χρόνο και τα ρολόγια του, ο Μιχαλόπουλος σμίγει το αίμα και το χάδι συγκινώντας με το ποίημα «Θεραπευτήριον “Ελπίς”, Σανατόριο Καβάλας». Οπου μετα-ποιείται σε ποίημα το δύσκολο θέμα του παιδικού καρκίνου, που από τους «Αδερφούς Καραμαζόφ» και τα ρολόγια χωρίς δείκτες του Ινγκμαρ Μπέργκμαν μάς περνά σε μια δική του εικονοποιία και άρθρωση, που δίνει στίχους σαν τους ακόλουθους:

«Στους διαδρόμους του νοσοκομείου / οι άγγελοι πηγαινοέρχονται βιαστικοί / κάθονται με τις φτερούγες διπλωμένες σε ανοιχτά παράθυρα […] φοράνε πράσινες πλαστικές ποδιές για να μην ξεχωρίζουν από τους τοίχους / ανοιγοκλείνουν πόρτες / πίνουν φραπέ και τρώνε λουκάνικα από την καντίνα […] ξεχνούν για λίγο πως είναι άγγελοι».

Ετσι από ομιλία εις εαυτόν η γλώσσα του ποιητή μετατρέπεται σε συνομιλία με πρόσωπα φανταστικά και νεκρά, με βωβούς συνοδοιπόρους του προσωπικού αδιεξόδου ειδικά, και του υπαρξιακού αδιεξόδου γενικότερα.

Αν μάλιστα ο Λατίνος λυρικός ποιητής -που τον έχει σπουδάσει ο Μιχαλόπουλος- χειρίζεται με φυσικότητα και τέχνη τη γλώσσα απευθυνόμενος σε πρόσωπα εξίσου οικεία στον αναγνώστη, ο βορειοελλαδίτης ποιητής μάς αφήνει μετεωριζόμενους με απώτερο ίσως στόχο να μας προσγειώσει στην ίδια τη γλώσσα, όχι ως πρώτη ύλη ή ως μέσο επικοινωνίας, αλλά ως ένα δίχτυ «μεταφοράς» και «μετα-φόρτισης».

Ο ποιητής με τρόπο επίμονα κρυπτογραφικό ωθεί τον αναγνώστη στις συμβολικές και τις δομικές λειτουργίες της γλώσσας. Χωρίς να ομιλεί ή να συνομιλεί «δείχνει», χωρίς μάλιστα να αποκρύπτει τα τεχνάσματα της τέχνης του. Επιδιώκοντας ίσως τη συνάντηση με τα γλωσσοκεντρικά κινήματα της εποχής και την προώθησή τους στην ποιητική μας τέχνη.

Αναστοχαστικός και με τα προβλήματα της εμπειρίας παρόντα, καταλήγει στο ποίημα ως ένα ανολοκλήρωτο σχήμα που αγωνιά μεταξύ του αυθεντικού και του... αναυθεντικού. Ωστε να λειτουργήσει τελικά, τόσο ο ποιητής όσο και το ποίημα, ως μια κάθαρση του κοινωνικά αναλωμένου μας προσώπου. Ο ποιητής, μάλιστα, ως αυτός που αποκαθηλώνει τον κόσμο για να βουλιάξει επαναληπτικά και εντέλει στη μοναξιά του.

Μέλος της
ΕΝΕΔ