Κατοχή στην Ελλάδα: Οι ελλείψεις των προϊόντων και οι επιτάξεις των Γερμανών

ΕΡΕΥΝΑ

Την Κυριακή 27 Απριλίου 1941, τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα. Αυτή η ημερομηνία σηματοδοτεί την έναρξη της Κατοχής για την αθηναϊκή κοινωνία και όλα τα δεινά που τη συνοδεύουν. Οι Γερμανοί προσπάθησαν από την πρώτη στιγμή να λεηλατήσουν τους πόρους της χώρας όχι μόνο για τις ανάγκες των εδώ κατοχικών στρατευμάτων αλλά γενικότερα για την πολεμική τους προσπάθεια.

Η ελληνική οικονομία, και πριν την περίοδο της Κατοχής, είναι εξαρτημένη, η παραγωγή περιορισμένη και η χώρα είναι αναγκασμένη να εισάγει σημαντικό ποσοστό των απαραίτητων για αυτήν ειδών διατροφής καθώς η εγχώρια παραγωγή καλύπτει το 80% των αναγκών του πληθυσμού. Το 1938 η Ελλάδα εισάγει το 38% των αναγκών της σε στάρι, το 26% σε όσπρια και το 21% σε κρέας [1].

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής οι εισαγωγές προϊόντων έχουν μειωθεί αισθητά (πίνακας 1).
 

Κατοχή, εισαγωγές

Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα και η Κατοχή της χώρας χειροτερεύουν σημαντικά τα δεδομένα σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Αποκλειστικός κυρίαρχος ρυθμιστής της οικονομικής ζωής της χώρας είναι ο κατακτητής και οι συνεργάτες τους.Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα οι ελλείψεις των ειδών διαβίωσης, η απογείωση των τιμών στην αγορά είναι σε ημερήσια διάταξη και το οικονομικό χάος δεν αργεί να επικρατήσει στην Ελλάδα[2].

Στην «Έκθεση Σμπαρούνη» φαίνονται οι χιλιάδες τόνοι εμπορευμάτων και προϊόντων που πήραν οι Γερμανοί μόλις μπήκαν στη χώρα (πίνακας 2).

Κατοχή, προϊόντα

Τα στρατεύματα κατοχής από την πρώτη στιγμή εφαρμόζουν την πολιτική της κατάσχεσης και της λεηλασίας των προϊόντων για τις δικές τους ανάγκες. Οι Γερμανοί αρπάζουν όλα τα τρόφιμα[3].
Παράλληλα με τις επιτάξεις η παραγωγή προϊόντων έχει μειωθεί σημαντικά και η ζημιά που υπόκειται ο ιστός του εμπορίου μετριέται σε δισεκατομμύρια δραχμές (πίνακας 3).

Κατοχή, ζημιές στην παραγωγή

Το βρετανικό Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου κοινοποιεί στο F.O. τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του για την κατάσταση στην Ελλάδα. Στη χώρα επικρατούν συνθήκες λιμού και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επιδημιών. Παιδιά πεθαίνουν από πείνα και εφαρμόζεται με αυστηρότητα σύστημα διανομής των βασικών ειδών διατροφής. Οι Γερμανοί έχουν εξάγει αλεύρι, πατάτες και άλλα τρόφιμα. Οι οδικές και σιδηροδρομικές επικοινωνίες δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί και υπάρχει μεγάλη έλλειψη βενζίνης και υποζυγίων[4].

Ο πρώην επιτετραμμένος των ΗΠΑ στην Αθήνα δηλώνει σε μέλη των βρετανικών υπηρεσιών στη Λισσαβόνα ότι η κατάσταση στην Ελλάδα είναι φοβερή και ο πληθυσμός λιμοκτονεί, διότι όλα τα διαθέσιμα είδη διατροφής έχουν σταλεί από τους Γερμανούς έξω από τη χώρα[5].

«Οι Γερμανοί απογυμνώνουν συστηματικά την Ελλάδα με λεηλασίες και εκβιασμούς. ... Η πληρωμή των προϊόντων που αγοράζονται σε τιμή κόστους, γίνεται με χαρτονόμισμα των Αρχών Κατοχής, το οποίο τυπώνεται από κινητά πιεστήρια του γερμανικού στρατού. Στην περιοχή της Αθήνας: 1) τα περισσότερα είδη διατροφής μπορούν να αγορασθούν μόνο σε υπέρογκες τιμές στη μαύρη αγορά 2) παρέχονται με δελτίο 50 δράμια άρτου (160 γραμμάρια) την ημέρα σε όλους, καθώς επίσης 50 δράμια γάλα την ημέρα μόνο στα παιδιά 3)η επίσημη τιμή της πατάτας είναι 15 δραχμές η οκά (τα 1.282 γραμμάρια) αλλά η έλλειψή της είναι μεγάλη και στη μαύρη αγορά η τιμή έχει δεκαπλασιαστεί 4)τρόφιμα από την Τουρκία δεν έχουν ακόμη αποσταλεί»[6].

Οι Γερμανοί έχοντας ως προτεραιότητα τις δικές τους προμήθειες συνεχίζουν να επιτάσσουν τρόφιμα ακόμη και κατά τη διάρκεια του μεγάλου λιμού.

Τα έξοδα των Γερμανών, τα δανεικά κι αγύριστα

Στην περίοδο της Κατοχής η αύξηση των τιμών των προϊόντων οφειλόταν τόσο στις ελλείψεις των βασικών ειδών όσο και στην αύξηση κυκλοφορίας του χρήματος που οδήγησε σε υποτίμηση[7]. Ένας βασικός λόγος που ωθεί τις τιμές των προϊόντων προς τα πάνω είναι η εντατική κυκλοφορία του χαρτονομίσματος λόγω της ανάγκης κάλυψης των δαπανών των αρχών Κατοχής σε συνδυασμό με τη μεγάλη έλλειψη προϊόντων. Σύμφωνα με το Mark Mazower «τον Ιούνιο του 1941 κυκλοφορούσαν 24 εκατομμύρια δραχμές, ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορούσαν 109,8 εκατομμύρια»[8].

Η νομισματική κυκλοφορία μετά τους πρώτους μήνες της Κατοχής φτάνει τα 41 δισεκατομμύρια έναντι 23 δισεκατομμυρίων στην έναρξη της Κατοχής. Η οικονομική και επισιτιστική κατάσταση της Ελλάδας χειροτερεύει. Οι διάφορες ανακοινώσεις του Τσολάκογλου δεν έχουν άλλο σκοπό από το να σκεπάσουν το γεγονός της ληστείας[9]. Το Σεπτέμβριο του 1942 το σύνολο του χαρτονομίσματος φτάνει στα 200 δισεκατομμύρια[10].  Βασικότερος λόγος του πληθωρισμού και της ακρίβειας είναι τα χρήματα που είναι υποχρεωμένες οι κατοχικές κυβερνήσεις να πληρώνουν στους κατακτητές. «Ίσαμε τις 28 Αυγούστου (1942) είχαν πάρει οι γερμανοϊταλοί 20 δισεκατομμύρια. Εκείνη την ημέρα ο Αλτεμπουργκ και ο Γκίτζι απαίτησαν άλλα 10 δισεκατομμύρια. Το υπουργικό συμβούλιο συνήλθε και τους τα έδωσε. Το ίδιο υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να μη δώσει καμία αύξηση στους δημόσιους υπαλλήλους που τους έχει υποσχεθεί τόσες φορές»[11].

Το Δεκέμβριο του 1942 η κυκλοφορία του χαρτονομίσματος στην Ελλάδα ανέρχεται σε 306 δισεκατομμύρια και είναι δεκαπενταπλάσια της προκατοχικής περιόδου[12].

«Η Υπηρεσία ΑΠΟΛΛΩΝ τηλεγραφεί ότι στις 31 Ιανουαρίου 1944 κυκλοφορούσαν χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 3.942.000.000.000 δρχ στα τέλη Φεβρουαρίου 5.220.000.000.000 δρχ και στις 10 Μαρτίου 1944 5.700.000.000.000 δρχ. Οι Γερμανοί έχουν πωλήσει από το Νοέμβριο του 1943 200.050.000 ναπολεόνια και 400.050.000 χρυσές αγγλικές λίρες. Στις 10 Μαρτίου η ισοτιμία της λίρας ήταν 10.000.000 δρχ και στις 15 Μαρτίου 14.000.000, ενώ το ναπολεόνι είχε τιμή κατά 22% μικρότερη»[13].

Η Υπηρεσία ΑΠΟΛΛΩΝ τηλεγραφεί, από την Αθήνα, ότι κυκλοφορούν 4.100.000.000 δραχμές. Οι Γερμανοί πουλούν 300.000 χρυσές λίρες προς 895 εκατομμύρια δραχμές και σκοπεύουν να πωλούν 100.000 χρυσές λίρες το μήνα[14].

Η κατοχική κυβέρνηση εκδίδει χαρτονόμισμα χωρίς αντίκρισμα με αποτέλεσμα τον πληθωρισμό, «έως τον Οκτώβριο του 1942 η κυκλοφορία των ελληνικών χαρτονομισμάτων είχε δεκαπλασιαστεί και ο τιμάριθμος είχε λάβει 88 φορές μεγαλύτερη αξία. Η δραχμή είχε το 1/200 της προπολεμικής της αξίας σε σχέση με τη βρετανική λίρα ενώ η ψαλίδα ανάμεσα στους μισθούς και στην αξία των προϊόντων ολοένα και μεγάλωνε. Ο προϋπολογισμός του 1941/42 ήταν ελλειμματικός κατά 14 εκατομμύρια δραχμές ενώ η διαφορά των τιμών από περιοχή σε περιοχή έφθανε το 100-500%»[15].

Η Βέρμαχτ στην Ελλάδα εφαρμόζει ένα πρόγραμμα κατασκευής οχυρωματικών έργων. Τα έσοδα γι αυτά τα έργα η Βέρμαχτ τα εξασφαλίζει από τα χρήματα που παίρνει από την κατοχική κυβέρνηση για τα λεγόμενα έξοδα Κατοχής[16].

Στο τέλος της Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1944 η νομισματική κυκλοφορία φτάνει τα 102 πεντάκις εκατομμύρια δρχ. (Πίνακας 4)

Οι Αθηναίοι διαπιστώνουν μία συνεχή κυκλοφορία νέων χαρτονομισμάτων, με υψnλότερες ονομαστικές αξίες. Ετσι, το 1943 τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία χαρτονομίσματα των 5, 10 και 25 χιλιάδων δραχμών. Το 1944 η κατάσταση γίνεται ανεξέλεγκτη. Στις αρχές του 1944 τίθενται σε κυκλοφορία χαρτονομίσματα των 50 και 100 χιλιάδων δραχμών, τον Απρίλιο χαρτονομίσματα των 500 χιλιάδων δραχμών, τον Ιούλιο χαρτονομίσματα του 1 και 5 εκατομμυρίων, τον Αύγουστο χαρτονομίσματα των 10 και 25 εκατομμυρίων, το Σεπτέμβριο χαρτονόμισμα των 200 εκατομμυρίων και τον Οκτώβριο χαρτονομίσματα των 500 εκατομμυρίων και των 2 δισεκατομμυρίων.

Η κορύφωση ήρθε με τα δύο τελευταία "κατοχικά" χαρτονομίσματα των 10 και 100 δισεκατομμυρίων δραxμών που τυπώθηκαν τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 1944, λίγες μόνο μέρες μετά τnν απελευθέρωση. Μέσα σε όλα τα παραπάνω προστίθεται και η κυκλοφορία γερμανικών μάρκων και ιταλικών λιρετών. 

Κατοχή, νομισματική πολιτική

Οι καταθέσεις στις τράπεζες δεσμεύονται δια νόμου και το εθνικό εισόδημα από 62,8 δισεκατομμύρια δραχμές το 1939 πέφτει σε 23 δισεκατομμύρια δραχμές το 1941. «Η ισοτιμία της χρυσής βρετανικής λίρας φθάνει τις 7.200.000 δραχμές στην Αθήνα, στο ανώτατο επίπεδο μέχρι σήμερα. Στις περιοχές που ελέγχουν οι αντάρτες στη νότια Πελοπόννησο βρίσκεται στις 5.000.000 δραχμές».[17]

Εξοδα Κατοχής (Besatzungskosten)

Αυτό που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό είναι τα λεγόμενα «έξοδα Κατοχής» (Besatzungskosten) που εισπράττουν οι Γερμανοί. Η κάλυψη των εξόδων συντήρησης των Γερμανών ανέρχεται σε 3 δισεκατομμύρια δραχμές το μήνα ενώ μόνο το Νοέμβριο του 1941 η κάλυψη των δαπανών των Γερμανών ανέρχεται σε 25 δισεκατομμύρια δραχμές, δηλαδή 2 δισεκατομμύρια δραχμές παραπάνω από το συνολικό εθνικό εισόδημα του 1941[18]. «Ο Τσιρονίκος στη Ρώμη που πήγε ανάλαβε να αυξήσει το χαράτσι που πληρώνουμε. Εξόν από άλλες υποχρεώσεις ανάλαβε, σε βάρος του ελληνικού λαού φυσικά όλα τα έξοδα και του καινούριου στρατού που φτάνει τις 150 χιλιάδες. Οι αρχές  ζητούν 100 δισεκατομμύρια για οχυρωματικά έργα»[19].

Οι δυνάμεις του Άξονα που σταθμεύουν στην Ελλάδα, εφαρμόζουν μία συγκεκριμένη μέθοδο για να συγκεντρώσουν τους πόρους της Ελλάδας, η οποία δε διαφέρει από την τακτική που ακολουθούν και στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ετσι και στην Ελλάδα εισπράττουν τεράστια «έξοδα Κατοχής» για να καλύψουν τα έξοδά τους. Στην Ελλάδα όμως δείχνουν υπερβάλοντα ζήλο, με αυξανόμενες απαιτήσεις με τη μορφή του δανεισμού από την Τράπεζα της Ελλάδας που οδηγούν στην πρώση της αγοραστικής αξίας της δραχμής και την άνοδο των τιμών των προϊόντων.

Σε περίοδο βαθιάς κρίσης όπως είναι η Κατοχή, η φορολογία δεν αποδεικνύεται μία αποδοτική μέθοδος εσόδων. Έτσι η κατοχική κυβέρνηση για να ανταπεξέλθει στις οικονομικές ανάγκες της στρέφεται «προς την Τράπεζα της Ελλάδος και τύπωσε χαρτονόμισμα. Κάθε νέα έκδοση χαρτονομίσματος προσέθετε μια νέα στροφή στη ανοδική σπείρα του πληθωρισμού, κάνοντας τα έξοδα  του επόμενου μήνα να ορίζονται σε υψηλότερο επίπεδο»[20].

Η τακτική της Βέρμαχτ είναι κάθε μήνα να ζητάει από την κατοχική κυβέρνηση όλο και περισσότερα χρήματα για να καλύψει τις ανάγκες της. Αυτή η μέθοδος οδηγεί και τον προϋπολογισμό του 1941/42 να κλείσει με έλλειμμα 14 δισεκατομμύρια δραχμές ενώ τα έσοδα ήταν 16 δισεκατομμύρια δραχμές[21].

Σύμφωνα με τον Στ. Θωμαδάκη, η καταβολή των κατοχικών δαπανών το Νοέμβριο 1941 ανήλθε συνολικά σε 25 δισεκατομμύρια δραχμές ενώ το Δεκέμβριο του 1942 είχε αυξηθεί σε 260 δισεκατομμύρια και τον Αύγουστο του 1943 σε 850 δισεκατομμύρια[22].

Κατοχή, έξοδα

Αρχές του Ιουνίου του 1941, το πρόβλημα των ανατιμήσεων, έχει αρχίσει να προβάλει με επιθετικό τρόπο και στις εφημερίδες. Γράφονται φλογερά άρθρα στα οποία κριτικάρουν την ακρίβεια και προσπαθούν να  βρουν τους υπαίτιους. Η αιτία, σύμφωνα με τους αρθρογράφους των εφημερίδων, είναι η ασύδοτη και ανεμπόδιστη αισχροκέρδεια η οποία όμως δεν είχε να κάνει με τίποτα με τους Γερμανούς.

Σημειώσεις
[1] Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως, Στοιχεία Ελληνικής Οικονομίας κατά προπολεμικήν, πολεμικήν και μεταπολεμικήν περίοδο.
[2] «Πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα στοιχεία για το οικονομικό χάος που επικρατεί στην Ελλάδα, με τρόπο ώστε να προκληθεί η μέγιστη δυνατή δυσπιστία προς την «κυβέρνηση ανδρεικέλων» και τις δυνάμεις Κατοχής. Η αρπακτικότητα των τελευταίων είναι άλλωστε η αιτία της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί», R5882, F.O.371/33158, P.W.E. Weekly Directive 18-25 Σεπτ. 1942, απόρρητο, 17 Σεπτεμβρίου 1942.
[3] R7349, F.O.371/29840, Lampson προς F.O., αριθμός 658, 17 Ιουλίου 1941. Βλέπε και M. Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ.49.
[4] R7070, F.O. 371/29840, Υπουργείο Οικονομικού Πολέμου Βρετανίας προς F.O., 17 Ιουλίου 1941.
[5] R7401, F.O.371/29840, Sir R. I. Campbell (Πρεσβεία Βρετανίας στην Ουάσιγκτον) προς Eden, αριθμός 223, απόρρητο, 26 Ιουλίου 1941. «Οι συνέταιροι του Άξονα χώρισαν μεταξύ τους τα αποθέματα της χώρας σε δέρματα, ενώ το βαμβάκι, η ρητίνη και άλλα αγαθά χρήσιμα στην πολεμική προσπάθεια των Ιταλών στάλθηκαν στην αντίπερα όχθη της Αδριατικής» M. Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ..., ό.π., σ.51-52.
[6] R7595, F.O.371/29840, Knatchbull – Hugessen προς F.O., τηλεγράφημα 1924, 9 Αυγούστου 1941.
[7] Στ.Θωμαδάκης, Πληθωρισμός στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας..., ό.π., σ. 117-144.
[8] Μ.Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ..., ό.π., σ.91.
[9] Ο πρόεδρος της κυβέρνησης στρ. Τσολάκογλου μεταξύ άλλων έκανε και την παρακάτω δήλωση «αι μεταξύ των δυνάμεων του Άξονος διεξαχθείσαι εν Ρώμη διαπραγματεύσεις απέληξαν εις σφυμωνίας, σκοπό των οποίων υπήρξεν η ευρυτέρα ανακούφισις της εν Ελλάδι οικονομικής κατατάσεως. Ομοίως ένας νέος διακανονισμός των εξόδων κατοχής σκοπόν έχει να υποβοηθήση τας προσπαθείας της ελληνικης κυβερνήσεως προς αντιμετώπισιν των οικονομικών αυτής προβλημάτων», Αθηναϊκά Νέα, 24/3/1942, σ.1.
[10] Ριζοσπάστης 5/9/1942, σ. 4.
[11] Ριζοσπάστης 5/9/1942, σ. 4.
[12] R7216, F.O. 371/37204, FO προς Ουάσιγκτων, τηλεγράφημα 289 Camer, 14 Αυγούστου 1943.
[13] R6178, F.O. 371/43685, Boxshall προς Howard, αριθ. DTR/GR/7104, 27 Μαρτίου 1944.
[14] R2846, F.O.371/43678, Talbot-Rice προς Howard, αριθ. DTR/GR/6946, 17 Φεβρουαρίου 1944.
[15] Β.Λάζου, Η κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα..., ό.π., σ. 38.
[16] Β. Λάζου, Η κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα..., ό.π., σ. 38.
[17] R4061, F.O. 371/43682, Periodical Summary αριθμός 3, 3 Μαρτίου 1944.
[18] Εκθεση Σμπαρούνης.
[19] Ριζοσπάστης, 25/6/1943, σ. 2.
[20] M.Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ..., ό.π., σ.92-93.
[21] M.Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ..., ό.π., σ. 94.
[22] Στ. Θωμαδάκης, Πληθωρισμός στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας..., ό.π., σ. 124.

*Η Ελένη Νικολαΐδου είναι καθηγήτρια, υποψήφια διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ