Το καλοκαίρι που δεν έκανα κανένα μπάνιο

kafeneio.jpg

ΡΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Καλοκαίρι - δέκα βλέμματα

ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ: Για έκτη συνεχή χρονιά το «Ανοιχτό Βιβλίο» φιλοξενεί πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δέκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας και αφηγηματικής ροπής, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες, ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες επιμένουν τόσο στην κριτική πυξίδα όσο και στη λογοτεχνική απόλαυση). Μετά τη Βασιλική Ηλιοπούλου και τον Δημήτρη Φιλιππίδη και τον Παντελή Μπουκάλα,το αφηγηματικό νήμα ξετυλίγει η θεατρική συγγραφέας, μεταφράστρια και δημοσιογράφος Ρούλα Γεωργακοπούλου

Αλήθεια είναι αυτό. Το καλοκαίρι του 1971 δεν έκανα κανένα μπάνιο με αποκλειστική ευθύνη δική μου ή μάλλον της αλλοπρόσαλλης εφηβείας μου, που κάποια στιγμή ήρθε και μου ψιθύρισε γλυκά στ’ αυτί ότι «πρόσεχε, αν μπεις στη θάλασσα, θα πεθάνεις». Καθόμουν έτσι κάτω από ένα αρμυρίκι κι έβραζα, με μια πορτοκαλάδα κι ένα τείχος από βιβλία γύρω τριγύρω μου, την ώρα που τα άλλα κορίτσια της παρέας λάδωναν την πλάτη τους κι έσφιγγαν τα κορδονάκια από το μπικίνι τους, ενώ τα αγόρια λίχνιζαν με τα πλονζόν τους την άμμο.

Απορώ πώς δεν ήρθε η αστυνομία να με κλείσει σε κανένα αναμορφωτήριο ή να ξεσηκωθεί κάνα πρώιμο Amber alert για ένα κοριτσάκι που ξέρουμε μεν πού βρίσκεται αλλά έχουν χαθεί τα ίχνη του και το αναζητούν εναγωνίως οι δικοί του. Για να του ξεριζώσουν τ’ αυτί. Αυτό θα ήταν και το ωφελιμότερον, δυστυχώς όμως εκείνες τις εποχές κανένας έφηβος δεν είχε κολλητηλίκια με τους γονείς του να κάτσει να τους ζαλίσει τον έρωτα με τι τον πονεί και τι τον σφάζει.

Τόσα χρόνια μετά, υπάρχει ακόμα εκείνο το αρμυρίκι στην παραλία της Καλαμάτας. Περνάω καμιά φορά και το μουντζώνω που με παράστεκε χωρίς ποτέ να ανοίξει το στόμα του. Να μου πει: πέσε, βρε παιδάκι μου, στη θάλασσα κι άσε τις σαχλαμάρες. Μην κοιτάς που δεν σου το λέει κανείς.

Δεν το καταλαβαίνεις ότι όλοι σε περνάνε για βλαμμένο; Αλλά εγώ δεν άκουγα τίποτα. Ούτε το κύμα της θαλάσσης, ούτε το τζουκ μποξ του καταστήματος «Με φωνάζουνε τζίνι, το τζίνι, το τζίνι», ούτε το κάλεσμα της φύσης, παρά μόνον την καρδιά μου. Εκεί την αισθάνθηκα για πρώτη φορά να χάνει στροφές και να φτερουγίζει. Μέχρι τότε δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι έχω πάνω μου κάτι τόσο επικίνδυνο. Το 1997 διάβασα σ’ ένα περιοδικό υγείας μια συνέντευξη του καθηγητή Τούτουζα και θύμωσα και μ’ αυτόν. «Φτερουγίζει η καρδιά σας; Κανένα πρόβλημα. Αυτό σημαίνει ότι είστε μια πολύ ενδιαφέρουσα γυναίκα!»

Ορίστε! Είναι ανάγκη εγώ να τα μαθαίνω όλα τελευταία; Τότε που δεν έχουν σχεδόν καμία χρησιμότητα; Αλλά σάμπως και τα βιβλία που διάβαζα (φωναχτά από μέσα μου για να μην ακούω την καρδιά μου) είχαν κι αυτά καμία χρησιμότητα; Αχρήστεψα έτσι τη μισή νέα ελληνική λογοτεχνία, ντρέπομαι τώρα να σας πω τίτλους και συγγραφείς. Το επείγον ήταν να διαβάζω αδιάκοπα, ψυχαναγκαστικά, ρυθμικά, με δόλο σχεδόν, σταματώντας μόνον όταν κάποιο παιδί από την παρέα ερχόταν κι έστυβε το μαγιό του πάνω από το αντίσκηνό μου, επίτηδες, για να με πειράξει. Για αντίσκηνο είχα τα μαλλιά μου, ενάμιση μέτρο αγνό παρθένο μαλλί απλωμένο ωραία ωραία πάνω στη μούρη μου μέχρι τη μέρα που το πιο όμορφο αγόρι της παραλίας ήρθε και μου είπε «Μοιάζεις με τη Γιόκο Ονο».

Μετανιώνω που δεν τον χαστούκισα επιτόπου κι άκουσα τις φίλες μου που επέμεναν ότι αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο κομπλιμέντο. Σιγά. Παρηγορήθηκα με τη σκέψη ότι τουλάχιστον σ’ αυτή την παραλία δεν ήμουν το μοναδικό ψώνιο και κατά κάποιον τρόπο τον συμπάθησα. Αλλωστε ποιος ο λόγος να αντιπαθήσεις κάποιον όταν είσαι κιόλας με το ένα πόδι στον τάφο; Είχα όμως αφήσει στη μέση τους «Αδερφοφάδες» του Καζαντζάκη και εκκρεμούσε κι ο «Βραχόκηπος» ώσπου να τελειώσει η παρέα από την ηλιοθεραπεία και το ερασιτεχνικό φλερτ και να γυρίσουμε σπίτια μας με το ποδήλατο κανονίζοντας στα γρήγορα τα της βραδινής μας εξόδου.

Ζεστή, στεγνή, ανάλατη και ντυμένη από την κορφή ώς τα νύχια σαν τον μελισσοκόμο, ανέβαινα με τα βιβλία μου στη σχάρα του πιο πρόθυμου ποδηλάτη κι αυτή η αναγκαστική εγγύτητα έδιωχνε ως διά μαγείας από μέσα μου κάθε φόβο. You may say I’m a dreamer, ουρλιάζαμε ποδηλατώντας κόντρα στον αέρα, Γιόκο Ονο, φάε τη σκόνη μας. Κάτι μου λέει πως αν μπαίναμε με το ποδήλατο στη θάλασσα, θα ήταν όλα πολύ πιο εύκολα.

Αργησα πάρα πολύ να φτιάξω το αμφίβιο ποδήλατό μου και δεν είμαι πια καθόλου σίγουρη ότι έχει δίκιο ο Τούτουζας κάθε που η καρδιά μου παίρνει ανάποδες και μου στέλνει σήματα μορς σε μια ακατάληπτη για μένα γλώσσα. Για ένα μόνον πράγμα σιγουρεύτηκα μέσα στα χρόνια. Οτι ο νεαρός της παραλίας δεν ήταν επ' ουδενί ο Τζον Λένον ούτε κι εγώ η Γιόκο Ονο, Θεός φυλάξοι.

♦ Τελευταίο βιβλίο της Ρ. Γεωργακοπούλου είναι το «Δέντρα, πολλά δέντρα» (Πόλις, 2018)

Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις
 

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας