Η μεγαλύτερη απόδραση

drapetes_fylakes_voyrla.jpg

Eντεκα από τους επιζώντες το 1994 δραπέτες Εντεκα από τους επιζώντες το 1994 δραπέτες, σε σύναξη – από αριστερά: Λ. Τζεφρώνης, Κ. Τσακίρης, Π. Ροδάκης, Α. Μπαρτζώκας, Γ. Χατζηπέτρου, Γκ. Βερναρδής, Β. Βαρδινογιάννης, Στ. Σιδέρης, Κ. Λιναρδάτος, Α. Βελής, Κ. Φίλης.

«27 βαρυποινίται και υπόδικοι απέδρασαν χθες το απόγευμα από τας φυλακάς Βούρλων Δραπετσώνας. Διήνοιξαν υπόγειον σήραγγα από του θαλάμου των και μέχρι του παραπλεύρως εργοστασίου, από όπου εξήλθον αψόγως ενδεδυμένοι, επιβιβάσθησαν λεωφορείων και εξηφανίσθησαν» («Τα Νέα», 18 Ιουλίου 1955).

Συμπληρώθηκαν εξήντα χρόνια από τη μεγάλη απόδραση των Βούρλων – τη θεαματική ενέργεια 27 υπόδικων και καταδικασμένων κομμουνιστών, που κατατάραξε, με την οργάνωση και την επιτυχία της, όχι μόνο το πανελλήνιο αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη.

Ηταν λίγο μετά την πτώση της χούντας του 1974, όταν σε μια παρέα γνωρίστηκα με τον Σταύρο Σιδέρη – έναν από τους δραπέτες. Και από εκεί ξεκίνησε το ενδιαφέρον για την απόδραση αυτή, με πληροφορίες από τις εφημερίδες της εποχής και, φυσικά, μαρτυρίες επιζώντων δραπετών – όσοι δέχτηκαν να μιλήσουν, επειδή εκτιμούσαν ότι ήταν τότε πρόωρο: «Ασε να σταθεροποιηθούν τα πράγματα και βλέπουμε».

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδιο» (που βγάζαμε με τον Φώντα Λάδη), τον Μάρτιο του 1975, κι έναν χρόνο αργότερα σε βιβλίο με τίτλο «Οι μεγάλες αποδράσεις» (εκδ. «Τετράδιο»), μαζί με ανάλογες αποδράσεις κομμουνιστών.

Στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν μαρτυρίες των ίδιων των δραπετών από τα Βούρλα – σε βιβλία ή εφημερίδες, καθώς και τηλεοπτικές εκπομπές.

Ιδού -συνοπτικά σχετικά- πώς διαπράχτηκε το θαυμαστό εκείνο εγχείρημα, με νεότερα, μετά την πρώτη δημοσίευση, στοιχεία:

Αναζητώντας (μάταια) τους «ερυθρούς δραπέτας»

17 Ιουλίου 1955, ημέρα Κυριακή, ώρα 1 απόγευμα στους λουτήρες του εργοστασίου λουλακιού «Ντεστρέ», που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τις φυλακές Βούρλων στη Δραπετσώνα: Ενα μέρος του τοίχου υποχωρεί στη βάση του, κάτω από τα χτυπήματα που δέχεται, κι ένας άντρας πετάγεται από το άνοιγμά του.

Βγάζει με ταχύτητα το μαντίλι που καλύπτει το κεφάλι του, τις πιτζάμες που φορά πάνω από το κοστούμι του, τις κάλτσες που καλύπτουν τα παπούτσια του -όλα γεμάτα χώματα-, τινάζεται και φτιάχνεται.

Ενας άλλος πίσω του βγαίνει με τον ίδιο τρόπο, κάνοντας τις ίδιες κινήσεις.

Η σκηνή επαναλαμβάνεται, σε διάστημα μιας ώρας, 27 φορές. Δεν αποχωρούν όλοι μαζί.

Μόλις συμπληρώνονται ομάδες των 4-5 προχωρούν στην έξοδο, διασχίζοντας το αδιέξοδο που βγάζει στην οδό Κανελλοπούλου, βγαίνουν στον δρόμο (που δεν βλέπει φυσικά στην είσοδο των φυλακών) και σκορπίζονται.

Εχουν βγει οι περισσότεροι από τους μισούς, όταν καταφτάνει ο φύλακας του εργοστασίου, ειδοποιημένος από τη 16χρονη κόρη του, που τα έχασε βλέποντας τόσους ανθρώπους να βγαίνουν από το κλειστό εργοστάσιο.

- Τι κάνετε εσείς εδώ;

- Είμαστε αστυνομικοί και ήρθαμε να πλυθούμε!

Και καθώς η εξήγηση δεν τον πείθει, αναλαμβάνει κάποιος τη φύλαξή του μέχρι να φύγουν όλοι, οπότε τον κλείνει στην τουαλέτα, εξασφαλίζοντας και τη δική του φυγή.

Οταν ο φύλακας καταφέρνει να βγει, ο τελευταίος δραπέτης έχει κιόλας σαλτάρει στο λεωφορείο της γραμμής Δραπετσώνα – Λιπάσματα, που έχει στάση απέναντι, κι έχει χαθεί.

Οι σειρήνες των φυλακών θα ηχήσουν μετά μισή ώρα, όταν ο φύλακας με την κόρη του παρουσιαστούν στον αξιωματικό υπηρεσίας και όταν οι υπεύθυνοι των φυλακών πάρουν χαμπάρι πόσοι και πώς δραπέτευσαν.

Η επικήρυξη

Η απόδραση, εκπληκτική σε σχεδιασμό και εκτέλεση, αποτελεί ισχυρό πλήγμα για την Ασφάλεια, η οποία δρα σπασμωδικά: Με δρακόντεια μέτρα για τη σύλληψη των δραπετών σε ολόκληρη τη χώρα.

Με αυστηρό έλεγχο στα σύνορα. Με ένα άνευ προηγουμένου κύμα συλλήψεων και ερευνών.

Με την ένταση των μέτρων ασφαλείας στις φυλακές, που τότε «φιλοξενούσαν» πάνω από 5.000 πολιτικούς κρατούμενους.

Με κορύφωση της αντικομμουνιστικής υστερίας. Επικεφαλής του διωκτικού έργου, ο υφυπουργός Εσωτερικών Ευάγγελος Καλαντζής και ο διευθυντής Ασφαλείας Θεόδωρος Ρακιντζής.

Εφημερίδα Ακρόπολις- 19 Ιουλίου 1955

Στις 22 Ιουλίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διάταγμα με το οποίο οι 26 δραπέτες (ο ένας, ο Σταύρος Σιδέρης, συνελήφθη στο σπίτι όπου κατέφυγε) επικηρύσσονται με τον νόμο του 1871 «περί ληστοκρατείας», ως «λίαν επικίνδυνοι διά την δημοσίαν ασφάλειαν, για τον φόνο, την σύλληψη ή την αποτελεσματική κατάδοσή τους», με την ακόλουθη σειρά και τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά:

α) 30.000 δρχ. για τους: Α. Τζεφρώνη, Γ. Γεωργίου, Κ. Τσακίρη, Στ. Καρρά, Π. Κιουρτσή.

β) 20.000 δρχ. για τους: Γκ. Βερναρδή, Β. Βαρδινογιάννη, Κ. Φίλη, Αρ. Γεωργούλα, Χ. Καλαντζή, Κ. Λιναρδάτο, Δ. Μυριανθόπουλο, Αν. Μπαρτζώκα, Α. Παπαλεξίου, Στ. Πάσιο, Αλ. Παπούλια.

γ) 15.000 δρχ. για τους: Γ. Χατζηπέτρου, Β. Κάτρη, Σ. Σωτηρόπουλο, Π. Ροδάκη, Β. Δουκάκη, Α. Βελλή, Δ. Πανουσόπουλο, Μ. Κολοκοτρώνη.

δ) 10.000 δρχ. για τον φόνο ή τη σύλληψη και 5.000 δρχ. για την αποτελεσματική κατάδοση των: Αλ. Λογαρά, Ζ. Κόκλα.

Πρωτοσέλιδα των Νένω και του Εθνικού Κήρυκα- Ιούλιος 1955

Η επικήρυξη ωστόσο δεν έφερε άμεσα αποτελέσματα. Οι περισσότεροι θα συλληφθούν, αλλά πολύ αργότερα.

Είναι οι: Μπαρτζώκας, Χατζηπέτρου, Γεωργούλιας, Βαρδινογιάννης, Καλαντζής, Μυριανθόπουλος, Κολοκοτρώνης, Ροδάκης, Δουκάκης, Κάτρης, Τσακίρης, Λογαράς, Κόκλας, Σωτηρόπουλος, Παπαλεξίου, Παπούλιας (οι 14 από κατάδοση και οι 2, οι Γεωργούλιας και Κόκλας, τυχαία). Δέκα κατέφυγαν στο εξωτερικό, οι: Πάσιος, Πανουσόπουλος, Βελλής, Βερναρδής, Λιναρδάτος, Καρράς, Τζεφρώνης, Κουρτσής, Φίλης.

Και ένας, ο Γεωργίου, θα πέσει από σφαίρα στην προσπάθειά του «να εξέλθη παρανόμως των ελληνικών συνόρων», σύμφωνα με την αστυνομική εκδοχή.

Η δίκη τους έγινε ομαδικά, μαζί με άλλους κομμουνιστές -συνολικά 42 άτομα- το 1960. Η ποινή, για όσους είχαν έλθει από το εξωτερικό, ισόβια. Ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν πια σε ύφεση και δεν δικαιολογούσε θανατικές εκτελέσεις.

Γιατί έγινε

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Απογευματινή- Ιούλιος 1955

Στις φυλακές Βούρλων – Δραπετσώνας, που πριν από την Κατοχή ήταν πασίγνωστος οίκος ανοχής, υπήρχε την εποχή εκείνη ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών και ποινικών κρατουμένων. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί μετέτρεψαν τον «οίκο» σε φυλακές για τους αγωνιστές της Αντίστασης. Με την αποχώρησή τους τις παρέλαβαν οι ελληνικές αρχές για τις δικές τους ανάγκες.

Οι φυλακές χωρίζονταν σε 3 ακτίνες με 24 κελιά η κάθε μια και με 4-5 φυλακισμένους στο κάθε κελί. Στην πρώτη ακτίνα ήταν οι ποινικοί, στη δεύτερη οι τοξικομανείς και στην τρίτη οι «αμετανόητοι κομμουνιστές» - καταδικασμένοι και υπόδικοι. Οι τελευταίοι ήταν συνολικά 132.

Η απόδραση άρχισε να συζητείται τρεις μήνες πριν. Αρχικά από έναν πυρήνα 5 κρατουμένων, που έγιναν στη συνέχεια 9, 12, για να προστεθούν προς το τέλος αυτοί που συμπλήρωσαν τον αριθμό 27.

Η Ασφάλεια ανέφερε σαν πρωτοστατήσαντες τους: Γεωργίου, Τσακίρη, Τζεφρώνη, Βαρδινογιάννη, Καρρά, Βερναρδή, Φίλη.

«Δουλέψαμε σαν μια ομάδα, συλλογικά, με αυστηρό καταμερισμό και με πάρα πολύ αίσθημα επαγρύπνησης και συνωμοτικότητας», λέει πάνω σ’ αυτό ο Τζεφρώνης. «Δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος ήταν ο πρώτος και ποιος ο δεύτερος. Ο καθένας δούλευε στο πόστο του. Κανένας δεν είχε την αίσθηση ότι κάνει κάτι ξεχωριστό, ανεξάρτητα από το σύνολο. Το παραμικρό λάθος μπορούσε να σταθεί καταστροφικό για όλους μας».

Ποιοι λόγοι επέβαλαν την απόδραση; «Ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο κατακόρυφο», λέει ο Τσακίρης. «Οι Αμερικανοί εξεβίαζαν εκτελέσεις. Κυρίως γι’ αυτούς που έρχονταν απ’ έξω. Και υπήρχαν πληροφορίες ότι η κυβέρνηση Παπάγου το είχε αποδεχθεί».

To Κόμμα, λένε οι περισσότερες μαρτυρίες, το ήξερε. Δεν δόθηκε εντολή για απόδραση. Οι υπόδικοι έκαναν απλώς γνωστή την απόφασή τους να δραπετεύσουν. Το ίδιο πάντως βράδυ της απόδρασης, η «Φωνή της Αλήθειας», ο ραδιοφωνικός σταθμός του ΚΚΕ στο εξωτερικό, έκανε την παρακάτω έκκληση: «Καλούμε τον λαό και όλους τους πατριώτες να προστατεύσουν τους αγωνιστές που κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από τις φυλακές της αμερικανοκρατίας. Ελευθερία και γενική αμνηστία στους αγωνιστές».

Συνωμοτικότητα

Σχεδιάγραμμα της ακτίνας Γ', των φυλακών Βούρλων, με την πορεία της Σήραγγας

Οι δραπέτες τήρησαν αυστηρά τους νόμους της συνωμοτικότητας. Βασίστηκαν στη εφευρετικότητά τους και ευνοήθηκαν από συμπτώσεις. Το άνοιγμα της σήραγγας από την οποία διέφυγαν κράτησε τέσσερις μήνες. Αν υπολογίσουμε όμως και τον καιρό της προετοιμασίας, το όλο εγχείρημα φτάνει τους εφτά μήνες.

Γνώριζαν ότι με την απόδρασή τους έμπαιναν σε μεγάλη περιπέτεια, πράγμα άλλωστε που επιβεβαιώθηκε με την επικήρυξή τους. Και το αποδέχτηκαν.

Το έργο θα άρχιζε κάτω από το κρεβάτι του Μπαρτζώκα στο κελί 13, που βρισκόταν κοντύτερα από κάθε άλλο στον εξωτερικό τοίχο των φυλακών, απέναντι από το εργοστάσιο «Ντεστρέ».

Επρεπε στο τσιμεντένιο δάπεδό του να ανοιχτεί μια τρύπα, να σχηματιστεί ένα «πηγάδι» βάθους τριών μέτρων, απ’ όπου θα άρχιζε μια σήραγγα διαμέτρου 80 εκατοστών και μήκους 18-19 μέτρων.

Η πορεία της υπόγειας σήραγγας, αφού περνούσε κάτω από τα θεμέλια του τοίχου της φυλακής και του εξωτερικού μαντρότοιχου, θα διέσχιζε την οδό Δογάνη, θα περνούσε τον τοίχο του «Ντεστρέ» και θα κατέληγε στους λουτήρες.

Τα εργαλεία της δουλειάς ήταν στην αρχή ένα κοπίδι κι ένα τσαγκαράδικο σφυρί, από εκείνα που έπαιρναν από το εργαστήριο της φυλακής για διάφορα μαστορέματα.

Αργότερα, όταν προχώρησε το σκάψιμο, απέκτησαν ένα πικούνι κι ένα σκεπάρνι. Δυο γυναίκες, αρραβωνιαστικές των κρατουμένων, τους έφεραν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες που υπήρχαν γύρω από τις φυλακές.

Στο έργο

Δυο-τρεις κράταγαν τσίλιες, στο εσωτερικό του κελιού και στο προαύλιο, και ένας, ντυμένος με μια παλιοφόρμα, έσκαβε. Το σκάψιμο δεν ήταν εύκολο. Είχε μπει ένα πλάνο για 20 πόντους σκάψιμο την ημέρα, που στην πράξη έβγαινε αδύνατο.

Χρειάστηκε να προστεθούν νυχτερινές βάρδιες. Εκείνο που πρόσεχαν ήταν να μην ξεφύγουν προς τα πάνω, οπότε υπήρχε κίνδυνος (κυρίως όταν έφτασαν στην οδό Δογάνη) να υποχωρήσει το έδαφος από το βάρος των αυτοκινήτων που περνούσαν.

Από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπισαν ήταν τι θα έκαναν τα χώματα και τις πέτρες που συσσώρευαν.

Και να ποιες λύσεις βρήκαν: Αφού ξεχώριζαν το χώμα από τις πέτρες, κρησάριζαν το πρώτο σε τρύπια κουτιά (πάντα κάτω από τη γη), το έριχναν σε πάνινες σακούλες -«αντέρες», όπως τις έλεγαν- που είχαν φτιάξει οι ίδιοι, τις περνούσαν στη μέση τους και τις άδειαζαν στα αποχωρητήρια, απ’ όπου κατέβαιναν στους υπονόμους με τη βοήθεια μπόλικου νερού.

Το πράγμα ωστόσο δεν είναι τόσο εύκολο όσο ίσως φαίνεται. Σε κάποια φάση οι υπόνομοι βούλωσαν από το πολύ χώμα. Η απόφραξη δεν ήταν δική τους δουλειά. Εκείνοι όμως πρότειναν στη διεύθυνση να την κάνουν οι ίδιοι «για να ’χουν κάτι να κάνουν».

Και το πέτυχαν, χωρίς οι άλλοι να υποψιαστούν τίποτα.

Εμεναν οι πέτρες και τα χαλίκια. Ενα μέρος από αυτά τα χρησιμοποίησαν για ένα μεγάλο πεζούλι που έφτιαξαν στον χώρο του μπάνιου και μερικά τσιμεντένια πλυσταριά, πάντα με την άδεια της διεύθυνσης.

Στην επιφάνεια χρησιμοποιούσαν το υλικό που τους διέθεταν και στο εσωτερικό έριχναν τα δικά τους μπάζα.

Ζήτησαν άδεια να κάνουν ένα παρτέρι με άνθη στο εσωτερικό προαύλιο, κόντρα στον εξωτερικό τοίχο και παράλληλα να καλλιεργήσουν γλάστρες, και τους δόθηκε. Σε πολύ λίγο καιρό η ακτίνα γέμισε με γλάστρες.

Ηταν κυρίως γκαζοτενεκέδες, που και πολύ χώμα έπαιρναν αλλά και χαλίκια. Το έργο τους διευκολύνθηκε περισσότερο όταν, διανοίγοντας τη σήραγγα, συνάντησαν μια δεξαμενή για τα απόβλητα του εργοστασίου, οπότε έριξαν εκεί τα μπάζα που συσσωρεύονταν.

Φωτισμός και αέρας

Υπήρχε επίσης το πρόβλημα του φωτισμού και του αέρα στη σήραγγα. Το πρώτο το έλυσαν χρησιμοποιώντας τα μικρά γλομπάκια και τι μπαταρίες που έπαιρναν νόμιμα για να φωτίσουν τα χειροποίητα καραβάκια, τους φάρους και τα άλλα μικροπράγματα που κατασκεύαζαν. Το δεύτερο, ο αέρας, παρουσίαζε μεγαλύτερες δυσκολίες. Από ένα σημείο και μετά η παραμονή αυτού που δούλευε κάτω από τη γη δεν γινόταν να είναι μεγαλύτερη από 10 λεπτά. Τη διευκόλυναν με αέρα που κατέβαζαν με τις σαμπρέλες από τις μπάλες του βόλεϊ που έπαιζαν, με βεντάλιες, με τεχνητούς χειροκίνητους ανεμιστήρες και ό,τι άλλο εφεύρισκαν. Οσο για το πρόβλημα των υποστηλώσεων, το έλυσαν με σανίδες που αφαιρούσαν από τα ξυλοκρέβατά τους ή τα τελάρα των παραθύρων, που λόγω καλοκαιριού -υπήρχαν και σιδερένια κάγκελα- είχαν βγει και στοιβαχτεί στο προαύλιο.

Συνεχίζοντας το σκάψιμο αριστερότερα έφτασαν στον τοίχο των λουτήρων του εργοστασίου. Σε ώρα που το προσωπικό είχε φύγει, άνοιξαν μια τρυπίτσα και κατόπτευσαν τον χώρο. Ηταν όπως το είχαν υπολογίσει. Ξανάκλεισαν την τρύπα και σχεδίασαν την τελευταία φάση του εγχειρήματος: τη φυγή…

Και να κλείσω με την πληροφορία ότι σήμερα, από τους 27 δραπέτες βρίσκονται στη ζωή τρεις: οι Βαρδής Βαρδινογιάννης, Ανδρέας Μπαρτζώκας, Βασίλης Δουκάκης.

Οι δραπέτες

Πρωτοσέλιδα οι εφημερίδες την άλλη μέρα προβάλλουν τη συνταρακτική είδηση. Και από κάτω εκτενή ρεπορτάζ με φωτογραφίες των δραπετών και του χώρου της απόδρασης.

Τα ονόματά τους, αρχής γενομένης από τους υπόδικους:

1. Βαρδινογιάννης Βαρδής, δημοσιογράφος, φοιτητής Νομικής, ετών 33

2. Βελής Ανδρέας, φοιτητής Πολυτεχνείου, ετών 26

3. Βερναρδής Γκαστόν, τελειόφοιτος Νομικής, ετών 31

4. Γεωργούλιας Αριστοτέλης, έμπορος, τελειόφοιτος Νομικής, ετών 38

5. Δουκάκης Βασίλης, μεταφραστής, ετών 30

6. Καλαντζής Χαράλαμπος, έμπορος, ετών 28

7. Καρράς Σταύρος, σπουδαστής Πολυτεχνείου, ετών 30

8. Κάτρης Βασίλης, εργάτης, ετών 30

9. Κολοκοτρώνης Μιχάλης, αρτεργάτης, ετών 30

10. Λιναρδάτος Κώστας, δημοσιογράφος, τελειόφοιτος Νομικής, ετών 33

11. Μπαρτζώκας Ανδρέας, λογιστής, ετών 28

12. Μυριανθόπουλος Δημήτρης, εργάτης, ετών 42

13. Πανουσόπουλος Δημήτρης, ιδιωτικός υπάλληλος, ετών 26

14. Ροδάκης Περικλής, μεταφραστής, ετών 30

15. Σιδέρης Σταύρος, πτηνοτρόφος, ετών 30

16. Σωτηρόπουλος Σωτήρης, κτηματίας, ετών 35

17. Τζεφρώνης Λεωνίδας, τελειόφοιτος Πολυτεχνείου, ετών 35

18. Τσακίρης Κυριάκος, φοιτητής Νομικής, ετών 39

19. Φίλης Κώστας, καθηγητής Φιλολογίας, ετών 28

20. Χατζηπέτρου Γιώργος, υδραυλικός, ετών 33

Και οι καταδικασμένοι:

21. Πάσιος Στυλιανός, σιδηροδρομικός, ετών 31, ισοβίτης

22. Παπαλεξίου Αλέξης, φοιτητής Ιατρικής, ετών 35, ισοβίτης

23. Παπούλιας Αλέξης, δικηγόρος, ετών 41, φυλάκιση 15 χρόνια

24. Γεωργίου Γεώργιος, εργάτης, ετών 55, καταδικασμένος δύο φορές σε 10 χρόνια

25. Κιουρτσής Παντελής, έμπορος, ετών 42, φυλάκιση 15 χρόνια

26. Λογαράς Αλέξης, γεωπόνος, ετών 29, φυλάκιση 2 χρόνια

27. Κόκλας Ζήσιμος, δημόσιος υπάλληλος, ετών 40, φυλάκιση 5 μήνες

Οι περισσότεροι, όπως καταφαίνεται, στον ανθό της ηλικίας τους, σπουδασμένοι, με τρεις του Πολυτεχνείου.