Η ενόραση της πτώσης

Με λόγο μεστό και αναλυτικό και φέροντας τον εξοπλισμό και την οπτική της συγκριτικής λογοτεχνίας, η Μορφία Μάλλη (Αθήνα, 1962) παρακολουθεί την κίνηση των στιλ, στην πλέξη και στη σχέση τους με την κίνηση της Ιστορίας, παραδίδοντας μια μελέτη που εμπλουτίζει την κριτική νεοελληνική σκέψη.

Δεν μας δείχνει απλά με τρόπο εισαγωγικό τι ήταν η beat γενιά στην Αμερική και πώς οραματίστηκε τη λογοτεχνία και τον κόσμο, αλλά προχωρά στη σχέση των ποιητών της με τους νέους της αθηναϊκής «Παράγκας», που ζυμώνονται με τον ρομαντισμό του Παρισινού Μάη και με τα κινήματα της αμφισβήτησης, για να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση της beat ποίησης στην Ελλάδα καταγράφοντας τη διάδραση ανάμεσα στις αμερικανικές και τις τοπικές διαστάσεις της beat κουλτούρας.

Για να προετοιμάσει και να απογειωθεί τελικά με την «ανάγνωση» της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου (1944), του «τρελού» ποιητή της Γενιάς του ’70.

Ξεκινώντας από τους πρώτους και συνειδητοποιημένους πειραματισμούς του («Ποίηση», 1969), δείχνει πως ο Πούλιος είχε ήδη χωνέψει −σε αντίθεση με τους υπόλοιπους «μπεάτους»− την ποιητική παράδοση της χώρας και έχοντας ήδη επινοήσει τους ποιητικούς προγόνους του, τον Σεφέρη κυρίως και τον Παλαμά, διαμορφώνει υπό την επίδραση των beat την ποιητική του ιδιοπροσωπία: μια λυρική, ρομαντικά επαναστατική, προφητική των «νέων» κόσμων και τρόπων αντίληψης για να καταλήξει στα ρεύματα του ανατολικού μυστικισμού, λειτουργώντας ως ποιητικός «οδοδείκτης» του μεταφυσικού και του υπερβατικού στοιχείου.

Μια μελέτη που μας βοηθά να δούμε και να απολαύσουμε το αυτονόητο. Πως η κίνηση του μπιτ από ψηλά φαίνεται και λειτουργεί ως μια νεο-ρομαντική πλεύση, ως ένας δηλ. παραπόταμος του μεγάλου αυτού κινήματος, ενώ όταν πλησιάζουμε βλέπουμε ότι πρόκειται για μία γέφυρα, μια αστική πάροδο, που μας περνά από τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό στον γλωσσοκεντρισμό.

Εκεί όπου αντί του ασυνειδήτου το ποίημα-καλλιτέχνημα γεννιέται από τον τόπο-δίχτυ της γλώσσας −άρα κινούμενο πέραν του «εγώ»− μετατοπίζοντας και εκθέτοντας το σύγχρονο υποκείμενο τόσο στη ρευστότητα των ταυτοτήτων όσο και στο διακεκομμένο, μη ενιαίο των αντιλήψεών του.

Η Μάλλη συμμετέχει στην πλήρωση του κενού που είχε επισημάνει ο Mario Vitti στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (εκδ. Οδυσσέας, 1987), τόσο στη μελέτη της θεματικής, όσο κυρίως της τεχνικής της Γενιάς του ’70, στη σχέση της με τις ποιητικές διαδικασίες της Δύσης, και μας παραδίδει ένα έργο που επιτρέπει στους ομότεχνους και στους φιλέρευνους αναγνώστες να παρακολουθήσουν όχι μόνο την κίνηση των στιλ, αλλά και τη σχέση της Ιστορίας με την «ποιητική πολιτική» στην επαναφορά του poeta vates (ποιητή οραματιστή) που λοξά και από μέσα προμηνύει τα ερχόμενα και αποκαλύπτει τα τρέχοντα με τρόπο διορατικό.

Μια γενιά (βλ. Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Μπάροουζ, Κόρσο, Φερλινγκέτι, Βαλαωρίτης κ.ά.) που ακολούθησε το «αντι-καλλιτεχνικό» αισθητικό κάλεσμα του Μαρσέλ Ντισάμπ κηρύσσοντας την απέχθειά της απέναντι στον αμερικανικό ρατσισμό και παρεμβατισμό, τον καταναλωτισμό και τη συμμόρφωση στους κανόνες, διατρανώνοντας με τις φωναχτές και ποικίλες διαμαρτυρίες τους τη διάλυση της αυταπάτης της διαρκούς προόδου της Ιστορίας, της πολιτικής και της τεχνολογίας, συναντώντας από άλλο δρόμο τους γνωστούς Γερμανούς θεωρητικούς Τέοντορ Αντόρνο και Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Ενα όραμα, αυτό των beat, που ανοιχτό και μεταβαλλόμενο στη διαδρομή του, αποτελούνταν −ενδεικτικά− από τις εξής δεσπόζουσες πρακτικές: την απογύμνωση στην αυτο-έκφραση, τη διεύρυνση της αντίληψης μέσω της τεχνικά υποβοηθούμενης διασάλευσης των αισθήσεων και την τέχνη ως τρόπο βίωσης και παράκαμψης της συμβατικής ηθικής. Συνδέοντας την καθημερινή κοινή εμπειρία με έναν τύπο ενόρασης και την αναζήτηση ενός ευρύτερου μεταφυσικού αυτοπροσδιορισμού, που ανάγεται στον «γενάρχη» τους Ουόλτ Ουίτμαν −αλλά και στον Ουίλιαμ Μπλέικ−, στον οποίο μέσω του αθηναϊκού αστικού μετασχηματισμού του «καταλήγει» ο ώριμος Πούλιος.

Ο οποίος, σε αντίθεση με τον Γκίνσμπεργκ, που εξισορροπεί την «καθαγιασμένη λυρική συνείδησή του με την επική ανάγνωση της παραίσθησης», παίζει ισόβια με τα δάχτυλα του ενός χεριού με τους παρατακτικούς μηχανισμούς της εστιασμένης στη γλώσσα ποίησης (language centered poetry) προκρίνοντας την εκδοχή μιας μη γραμμικής επαναληπτικής εξέλιξης, η οποία μέσω των απροσδόκητων μεταβάσεων και μεταβιβάσεων συνθέτει ένα οπισθοβαρές «σύστημα» που εκτοξεύει τον αναγνώστη και τον ίδιο τον ποιητή, ανα-παρθενεύοντας το σύμπαν στην κοσμολογική και στην ιστορικο-πολιτική του έκφανση, το οποίο και λειτουργεί επαναληπτικά στο μέσο του ματιού και του χεριού.

Μέλος της
ΕΝΕΔ