Χιλιάδες νοικοκυριά στα πρόθυρα... κατάρρευσης

ftoxeia.jpg

Φτώχεια dreamstime

Σενάρια τρόμου για κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και οικονομικής ασφυξίας της κοινωνίας, που ωστόσο εδράζονται σε στέρεες επιστημονικές μετρήσεις και εκτιμήσεις, εμπεριέχονται στην έκθεση για την οικονομία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.

«Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής θα υπονομεύσει περαιτέρω τις βασικές δημοσιονομικές λειτουργίες, τη φερεγγυότητα του δημόσιου τομέα και τη βιωσιμότητα του χρέους.

»Η εκτίμησή μας είναι ότι, με δεδομένη την τρέχουσα δημοσιονομική κατάσταση, η μείωση του πιστωτικού ρίσκου της χώρας, και συνεπώς του κόστους δανεισμού, όπως και η πιθανότητα εξόδου της χώρας για δανεισμό στις αγορές είναι μικρή.

»Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η υπερφορολόγηση δεν δημιουργεί βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ η εύθραυστη και αβέβαιη τάση μεγέθυνσης της οικονομίας δεν δημιουργεί διατηρήσιμες προσδοκίες δημοσιονομικής φερεγγυότητας» παρατηρεί στα συμπεράσματα του το πάντα έγκυρο ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Νεες προσλήψεις ανά μορφή σύμβασης /  απασχόλησης (2009 - 2016)

Ουσιαστικά ο επιστημονικός βραχίονας της Εργατικής Συνομοσπονδίας, που από την αρχή της κρίσης έχει πέσει μέσα σε όλες τις εκτιμήσεις του για το πού μας πηγαίνουν οι μνημονιακές πολιτικές, προειδοποιεί ότι και το 2017 μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο οικονομικό κραχ που θα διαλύσει τα πάντα…

«Η ένταση της δημοσιονομικής λιτότητας τα αμέσως επόμενα χρόνια, κατά τα οποία η οικονομία καλείται να πετύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, θα επηρεάσει αρνητικά τη φοροδοτική ικανότητα των νοικοκυριών, τη δυνατότητα κάλυψης των δανειακών τους υποχρεώσεων και την κατανάλωση.

»Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του προβλήματος φερεγγυότητας του τραπεζικού τομέα, αν δεν ενεργοποιηθούν αντισταθμιστικές δυνάμεις, και της επεκτατικής προοπτικής του πραγματικού τομέα της οικονομίας» είναι η δυσοίωνη εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην έκθεση για την ελληνική οικονομία.

Ποσοστιαία κατανομή εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα ανα εύρος καθαρών μηνιαίων αποδοχών (2016)

Αυτές οι εσχατολογικές προβλέψεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την πορεία της χώρας εδράζονται σε σαφείς δείκτες που μπορούν να σχηματοποιηθούν στα εξής:

■ Εχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των χαμηλόμισθων εργαζομένων με καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω των 700 ευρώ, το οποίο ανέρχεται πλέον σε 38,8% το 2016 (από 13,1% το 2009), ενώ μειώνεται κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό με αποδοχές μεταξύ 700-899 ευρώ (23,6% το 2016 από 27,3% το 2009).

Παράλληλα έχει μειωθεί δραστικά, κατά το ήμισυ περίπου, το ποσοστό των εργαζομένων με καθαρές μηνιαίες αποδοχές μεταξύ 900-1.300 ευρώ, το οποίο ανέρχεται σε 17,6% το 2016 (από 35,7% το 2009).

■ Η κατανάλωση υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα κατά 2 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή υποαπασχόληση, φτώχεια και ανεργία μαστίζουν την ελληνική κοινωνία: το 68,1% των ανέργων βρίσκονται στο κατώφλι της φτώχειας και ακολουθούν σε ποσοστό 47,9% οι μη ενεργοί, 31,3% οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι, με 25,1% οι συνταξιούχοι και με 17,8% οι μισθωτοί.

■ Η «πραγματική» ανεργία για το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προσδιορίζεται στο 29,6%. Η εκτίμηση είναι ότι το πραγματικό ποσοστό ανεργίας είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που δείχνουν οι επίσημοι δείκτες.

Για να εξάγει αυτό το ποσοστό το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, προσθέτει στους άνεργους τους αποθαρρημένους ανέργους, το λοιπό εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και τη μη ηθελημένη μερική απασχόληση.

■ Tα νοικοκυριά έχουν αρνητικό νέο δανεισμό ήδη από το γ΄ τρίμηνο του 2010.

■ Μόνη πηγή χρηματοδότησης της κατανάλωσης των νοικοκυριών είναι η συμπίεση των καταθέσεων, με αποτέλεσμα το μέσο ελληνικό νοικοκυριό να έχει απολέσει το 40% του πλούτου του την περίοδο 2010-2014.

Διαθέσιμο εισόδημα και κατανάλωση νοικοκυριών σε δισ. ευρώ

Οσον αφορά τις συνολικές καταθέσεις των νοικοκυριών, οι οποίες αντιστοιχούν στο 70% με 75% του πλούτου τους, μειώθηκαν κατά 19,8% μεταξύ του α’ τριμήνου του 2010 και του α’ τριμήνου του 2016.

Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά για να επιβιώσουν «τρώνε» ακόμη από «τα έτοιμα», τα οποία ωστόσο έχουν μειωθεί δραματικά.

■ Η θέση των ελληνικών νοικοκυριών, ειδικά των φτωχότερων, επιβαρύνεται δυσανάλογα από την άμεση φορολόγηση, καθώς η αναλογία φόρου εισοδήματος και πλούτου ως προς το ακαθάριστο εισόδημα του 20% των πιο φτωχών νοικοκυριών ήταν υψηλότερη σε σχέση με το 20% των πλουσιοτέρων.

Μάλιστα προκύπτει αύξηση της τάξης του 38,3% της οικονομικής ανισότητας κατά την περίοδο 2010-2015.

■ Αυξάνονται αυτοί που αδυνατούν να καλύψουν έκτακτες δαπάνες, το ποσοστό των οποίων αυξάνεται από 28,2% το 2010 σε 53,4% το 2015.

Η αδυναμία αυτή ουσιαστικά αποτυπώνει αφενός τη μεγάλη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, αφετέρου την κατάρρευση των αποταμιεύσεών τους.

■ To ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης αυξάνεται από 15,4% το 2010 σε 29,2% το 2015.

■ Αύξηση εμφανίζει και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που αδυνατούν να καταναλώσουν γεύμα με κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο κάθε 2η μέρα από 7,9% το 2010 σε 12,9% το 2015.

■ Αυξανόμενο είναι επίσης και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει καθυστερήσεις στην πληρωμή τόκων και ενοικίων (από 10,2% το 2010 σε 14,3% το 2015).

■ Γενικευμένα χαρακτηριστικά φαίνεται να αποκτά η αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ΔΕΚΟ στην ώρα τους, καθώς το ποσοστό αυξάνεται από 18,8% το 2010 σε 42% το 2015.

Κάτω από αυτά τα δεδομένα προκύπτει, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ότι οι πολιτικές λιτότητας των μνημονίων επέφεραν δραματική επίπτωση στους όρους διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών, γεγονός που αποτυπώνεται στη μεγάλη μείωση την οποία εμφανίζει το κατώφλι σχετικής φτώχειας στα 4.500 ευρώ (από 7.170 ευρώ το 2010) και στο ισχνό ποσοστό νοικοκυριών που μπορεί να αποταμιεύσει και το οποίο εκτιμάται στο 1,5% του συνόλου.

Ετσι οι όποιες προσδοκίες για θετική μεταβολή της κατανάλωσης και για επεκτατική συμβολή της στο ΑΕΠ θα πρέπει να στηρίζονται σε ισχυρές ενδείξεις αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Αυτό μπορεί να συμβεί ως αποτέλεσμα είτε της αύξησης των εισοδημάτων ή της μείωσης των φόρων ή της αύξησης της απασχόλησης και της μείωσης των επισφαλών μορφών εργασίας προς όφελος της πλήρους απασχόλησης, είτε με την εφαρμογή ενός μείγματος όλων των παραπάνω, κάτι που θεωρείται αδύνατο στην τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

Μέλος της
ΕΝΕΔ