Ενας έρωτας: δύο ιστορίες

vivlio_5.jpg

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης «Ισως την επόμενη φορά» Μυθιστόρημα Μεταίχμιο, 2017 Σελ. 237

Πρωτότυπη μέσα στη φαινομενική απλότητά της η ιδέα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη να αφηγηθεί μια ερωτική ιστορία αντιστικτικά: πρώτα από την πλευρά του άντρα και μετά της γυναίκας. Ας δούμε σε αδρές γραμμές την πλοκή: Τη μέρα που ο Πέτρος κλείνει τα σαράντα δύο, καθώς είναι έτοιμος να πάρει το μετρό, βλέπει στην απέναντι αποβάθρα μια κοπέλα να κρατά το βιβλίο του. Γιατί ο Πέτρος είναι συγγραφέας. Ενας συγγραφέας που, όπως σχολιάζει ο αφηγητής, «μπορεί σε κάποιους κύκλους να εκτιμούν το έργο του, αλλά το μεγάλο κοινό αγνοεί την ύπαρξή του».

Αναπόφευκτα λοιπόν η εικόνα της κοπέλας που κρατά το τελευταίο του μυθιστόρημα ασκεί ξάφνου στον παραγνωρισμένο συγγραφέα μια σαγήνη, που σαν αγκίστρι θα τον τραβήξει ώστε να τρέξει σαν τρελός για να προλάβει τον συρμό που παίρνει εκείνη και να κάτσει απέναντί της κοιτάζοντάς τη στη συνέχεια μαγνητισμένος να διαβάζει το βιβλίο του, κατά κάποιον τρόπο δηλαδή: τον εαυτό του.

Οι δύο πρωταγωνιστές θα γνωριστούν, θα συνδεθούν ερωτικά, ενώ μια παρεξήγηση θα κόψει σύντομα το νήμα της σχέσης τους. Μόλις το νήμα κοπεί, ο αφηγητής ξανατυλίγει το κουβάρι κι αρχίζει να το ξετυλίγει πάλι απ’ την αρχή, αυτή τη φορά κρατώντας το από την άλλη άκρη, αυτή της Βασιλικής, μιας νέας, όμορφης και συγκροτημένης νηπιαγωγού που προσπαθεί να αναχαιτίσει την αγωνία που της γεννά η μοναχική της ζωή, καθώς η μητέρα της, όπως συχνά της υπενθυμίζει, στην ηλικία της είχε ήδη παιδιά.

Εξαρχής η επιλογή του συγγραφέα να πει την ιστορία δύο φορές συνεπάγεται την πεποίθηση πως πρόκειται για δύο διαφορετικές ιστορίες. Και από εδώ πηγάζουν, κατά τη γνώμη μου, τα πλέον αξιοπρόσεκτα πλεονεκτήματα του βιβλίου. Σημειωτέον δε πως ο Τζαμιώτης δεν έχει δώσει αφηγηματική φωνή στους δύο πρωταγωνιστές. Εχει επιλέξει την τριτοπρόσωπη αφήγηση. Υπάρχει δηλαδή ένας αφηγητής που δεν συμμετέχει στη δράση, αντί όμως να είναι παντεπόπτης όπως σε ένα κλασικό μυθιστόρημα, εδώ βρίσκεται θαρρείς κουρνιασμένος στους έλικες του εγκεφάλου των δύο πρωταγωνιστών, μεταφέροντάς μας την εικόνα αρχικά από την οπτική γωνία του ενός και στη συνέχεια της άλλης.

Ετσι παρακολουθούμε στενά εκτός από την πλοκή -που δευτερεύουσα σημασία έχει, κατά τη γνώμη μου, σε αυτό το μυθιστόρημα- και την αποκρυπτογράφησή της σύμφωνα κάθε φορά με τον χαρακτήρα και τις εμπειρίες των δύο ηρώων. Γιατί καθίσταται σαφές εδώ πως η πραγματικότητα δεν είναι ένα σταθερό έδαφος πάνω στο οποίο πατάμε όλοι με σιγουριά και χάρη, αλλά ένας αμφιλεγόμενος χάρτης σημείων προς αποκωδικοποίηση, ένα χαλί που ένα στραβοπάτημά μας αρκεί για να διπλωθεί και να μας ξαπλώσει άχαρα κι επίπονα στο πάτωμα.

Ο συνδυασμός τριτοπρόσωπης αφήγησης και υποκειμενικής οπτικής γωνίας προσφέρει λοιπόν ένα πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο μείγμα εγγύτητας και απόστασης. Γιατί ενώ ο αφηγητής παρακολουθεί από πολύ κοντά την παραμικρή σκέψη, το πλέον καλά κρυμμένο αίσθημα, το κάθε άγγιγμα των δύο ηρώων, ταυτόχρονα δεν χάνει την ψυχραιμία ή την κρίση του. Μας τους φέρνει πολύ κοντά για να τους νιώσουμε οικείους αλλά όχι τόσο που να μην μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία, να δούμε τους μικρούς λεκέδες ματαιοδοξίας και ανωριμότητας, για παράδειγμα, στο αυτοκαταστροφικό ένδυμα του Πέτρου ή τη φιλαρέσκεια και τη ρηχότητα που θα μπορούσε ενίοτε να προσάψει κανείς στη Βασιλική.

Ο συγγραφέας έχει δημιουργήσει δύο ήρωες με τους οποίους θα μπορούσαν πολλοί άνθρωποι της γενιάς μας να ταυτιστούν, ήρωες που, ενώ δεν βρίσκονται ακριβώς στον «μέσο όρο», μας είναι οικείοι και αναγνωρίσιμοι. Οικείοι και αναγνωρίσιμοι είναι και οι χώροι που κινούνται οι ερωτευμένοι πρωταγωνιστές, μια που ο Τζαμιώτης αποτυπώνει με αρκετή ενάργεια τη γεωγραφία της πόλης, όχι μόνο των δρόμων, των καφέ και των μπαρ αλλά και την κοινωνική –διακριτικά σε αυτό του το μυθιστόρημα, πλην όμως διακριτά.

Μοναδική μου, υποκειμενική ίσως, ένσταση στο χτίσιμο των δύο χαρακτήρων είναι μια μικρή ανισορροπία: ο άντρας, αν και με πιο εξόφθαλμα τρωτά στοιχεία στον χαρακτήρα, είναι αποτυπωμένος πιο ρεαλιστικά δίνοντας ένα αρκετά πειστικό πορτρέτο ελαφρώς περιθωριακού συγγραφέα, ενώ η γυναίκα είναι πιο βαθιά ριζωμένη στον μέσο όρο κι η αποτύπωσή της στον μυθιστορηματικό καμβά ενδίδει, φοβάμαι, κατά τόπους σε στερεότυπα.

Από την άλλη πλευρά, στα δυνατά σημεία αυτού του βιβλίου συγκαταλέγονται οι σκηνές όπου οι δυο πρωταγωνιστές κάνουν έρωτα: ενώ πρόκειται για μια αποτύπωση ρεαλιστική με βάρος στη σωματικότητα -«γιατί», όπως διαβάζουμε στην προμετωπίδα, «άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει»- ο Τζαμιώτης καταφέρνει, τηρώντας και εδώ την ισορροπία ανάμεσα σε απόσταση και εγγύτητα, να αποδώσει κάτω από τις περιπτύξεις την απόγνωση της μοναξιάς, να αποτυπώσει ανάμεσα στα κολλημένα σώματα το αναπόδραστο κενό που θα κυοφορήσει τον αποχωρισμό. Γιατί ο μόνος που δεν μπορούμε να αποχωριστούμε είναι ο εαυτός μας -η μόνη παγίδα απ’ την οποία κανείς δεν ξεφεύγει- αναβάλλοντας την αγάπη, ίσως για την επόμενη φορά.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας