Το δέντρο της ενισχυτικής διδασκαλίας και το δάσος των ανισοτήτων

mathites_sxoleio.jpg

Σχολική αίθουσα με μαθητές εν ώρα μαθήματος H σχολική επίδοση δεν είναι σε καμία περίπτωση αποκλειστική ευθύνη του μαθητή, πολύ περισσότερο δεν είναι καν αποκλειστικά παιδαγωγικό ζήτημα

Δημοσιεύτηκε η Υπουργική Απόφαση (Υ.Α.) για την οργάνωση και λειτουργία σχολικών κέντρων αντισταθμιστικής εκπαίδευσης ως προς την Ενισχυτική Διδασκαλία για το σχολικό έτος 2016/17.

Σύμφωνα με την Υ.Α., στην Ενισχυτική Διδασκαλία συμμετέχουν μαθητές όλων των τάξεων του γυμνασίου που υστερούν σε τομείς γνώσης με συνέπεια την αδυναμία αποδοτικής συμμετοχής τους στη διαδικασία της μάθησης ή μαθητές/τριες που επιθυμούν να βελτιώσουν την απόδοσή τους στα ανωτέρω μαθήματα.

Σκοπός της Ενισχυτικής Διδασκαλίας είναι η επανένταξη των μαθητών στη διαδικασία μάθησης, η βελτίωση της απόδοσής τους ώστε να ολοκληρώσουν την Υποχρεωτική Εκπαίδευση, η μείωση της μαθητικής διαρροής και της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και η αύξηση των ποσοστών πρόσβασης στη δεύτερη βαθμίδα της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

«Το σημερινό σχολείο δεν μας καλύπτει», δήλωσε ο υπουργός Παιδείας σε συνέντευξή του στην πρωινή ζώνη της ΕΡΤ. Και συνέχισε: «Χρειάζονται επιμορφώσεις εκπαιδευτικών, αλλαγές στα βιβλία και πολλές ακόμα παρεμβάσεις. Σημαντικό ωστόσο είναι ότι από φέτος η ενισχυτική διδασκαλία θα ξεκινήσει από τον Νοέμβριο».

Θυμίζουμε ότι το «σίριαλ» της ενισχυτικής διδασκαλίας στη χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια είχε πολλά επεισόδια και το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ότι δεν είχε ποτέ συνέχεια και συνέπεια.

Το ωρολόγιο πρόγραμμα της Ενισχυτικής Διδασκαλίας

Για παράδειγμα, την προηγούμενη σχολική χρονιά 2015/16 η ενισχυτική διδασκαλία άρχισε λίγες μόλις μέρες… πριν από τη λήξη των μαθημάτων!

Και αυτό γιατί στη χώρα μας η εφαρμογή της υπακούει περισσότερο στη λογική απορρόφησης των κονδυλίων των γνωστών «πακέτων» καθώς είναι ενταγμένη στο ΕΣΠΑ ή, παλαιότερα, στο ΕΠΕΑΕΚ Ι και ΙΙ και χρηματοδοτείται από τα λεγόμενα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, παρά σε κάποια στρατηγική ενίσχυσης του μαθητικού πληθυσμού.

Η εφαρμογή αντισταθμιστικών προγραμμάτων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έδειξε ότι μια άλλη εκπαίδευση και μια άλλη παιδαγωγική μπορούν να εξαφανίσουν μεγάλο μέρος από τις ανισότητες στην επίδοση και τις γνωστικές ικανότητες.

Δεν μπορούν, όμως, να επηρεάσουν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των παιδιών, που οφείλονται στην κοινωνική ανισότητα, διαπίστωση που θέτει το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών στην κοινωνία γενικότερα.

Αν λάβουμε υπόψη τα παραπάνω και τις διεθνείς εμπειρίες, τότε μπορούμε να υποστηρίξουμε:

■ Πρόκειται ουσιαστικά για πρόσθετη και συμπληρωματική διδασκαλία, για μια εντατικοποίηση της διδασκαλίας μαθημάτων του κοινού σχολικού προγράμματος.

■ Οι εκπαιδευτικοί που παίρνουν μέρος στην εφαρμογή της πρόσθετης διδακτικής βοήθειας δεν προβλέπεται να διαθέτουν μια ειδική επιστημονική ενημέρωση και παιδαγωγική ευαισθητοποίηση σε ζητήματα αποτυχίας. Εκείνο που προσδιορίζει την εμπλοκή τους είναι το καθεστώς απασχόλησης (συμπλήρωση ωραρίου, ύψος υπερωριακής απασχόλησης κ.λπ.)

Με βάση τα παραπάνω είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι τα Προγράμματα Πρόσθετης Διδακτικής στήριξης είναι απογυμνωμένα από δυνατότητες αντιστάθμισης.

Δεδομένου δε ότι, όπως φάνηκε παραπάνω, η σχολική αποτυχία πρωτίστως διαμορφώνεται από «εισερχόμενες μεταβλητές», φαίνεται ότι ο κατεξοχήν χώρος για πρόληψη του φαινόμενου της αποτυχίας βρίσκεται εκτός του στενού πλαισίου της εκπαίδευσης.

Κανένα πρόγραμμα πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος των αρνητικών συνεπειών της φτώχειας και της ανεργίας, της υποβάθμισης της ζωής, που αποτυπώνονται σε περισσότερη έκταση και με περισσότερη ένταση από ποτέ και στο εκπαιδευτικό δίκτυο.

Αν ανιχνεύσουμε, λοιπόν, το «μαύρο κουτί» της ενισχυτικής διδασκαλίας που παίρνει τη μορφή του κοινωνικού ελέους για τους «ναυαγούς» της εκπαιδευτικής διαδικασίας, θα διαπιστώσουμε ότι η πραγματικότητα έχει διαφορετική όψη.

Η σχολική αποτυχία και η «κατασκευή» της

Mαθητής
Σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη που διέπει και διαπερνάει το σχολικό περιβάλλον, οι μαθητές αντιμετωπίζονται ως οι κύριοι υπεύθυνοι για τις σχολικές τους επιδόσεις, οι οποίες, μάλιστα, θεωρούνται φυσικό αποτέλεσμα είτε των ατομικών διαφορών τους στις ικανότητες είτε της «ποσότητας» της φιλομάθειας που διαθέτουν.

Τα αποτελέσματα, όμως, πλήθους ερευνών έχουν αποδείξει ότι η σχολική επίδοση δεν είναι σε καμιά περίπτωση αποκλειστική ευθύνη του μαθητή, πολύ περισσότερο, δεν είναι καν αποκλειστικά παιδαγωγικό ζήτημα.

Στο πλαίσιο αυτό είναι απαραίτητο να «αναλυθεί» το έδαφος στο οποίο «λιπαίνεται» η σχολική αποτυχία, να ανιχνευθεί η «ταυτότητά» της, κοντολογίς να αναδειχθεί η διαδικασία γένεσης του «κακού» ή «αδύναμου» μαθητή.

Οι διαφορετικές σχολικές επιδόσεις που έχουν διαφορετικοί μαθητές δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της έως τότε συνολικής διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους μέσα σε διαφοροποιημένα, δηλαδή κοινωνικο-οικονομικά προσδιορισμένα, οικογενειακά περιβάλλοντα.

Τις περισσότερες φορές πίσω από τους μαθητές που «δεν παίρνουν τα γράμματα» βρίσκονται περιβάλλοντα φτωχά, μειονεκτικά, ανίσχυρα, με χαμηλές προσδοκίες, μοιρολατρία, άγνοια, γονείς «αδύναμοι, ανεπαρκείς, αδιάφοροι».

Συμπερασματικά, το ότι οι μαθητές της ίδιας ηλικίας δεν είναι εξίσου έτοιμοι και προετοιμασμένοι να αφομοιώσουν το αναλυτικό πρόγραμμα μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα και μέσα στις ίδιες συνθήκες, αυτό είναι κάτι που «βγάζει μάτι», από τη στιγμή που αρχίζει το μάθημα μέσα σε μια αίθουσα διδασκαλίας.

Αυτό που έχει σημασία από την άποψη της εξήγησης είναι το τι την κάνει ο σχολικός οργανισμός αυτή τη διαφορετικότητα. Πώς αντιμετωπίζει τις ανισότητες και τις διαφορές;

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ίδιο το σχολείο έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης και άμεση συμμετοχή στην παθολογία της σχολικής αποτυχίας, αφού κι όταν ακόμη ανακοινώνει ότι ενδιαφέρεται για τον μαθητή, όταν επαγγέλλεται «ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση», «ισόρροπη ανάπτυξη της προσωπικότητας», «μείωση των ανισοτήτων» και άλλα παρόμοια, σπάνια μετατρέπει το «ενδιαφέρον» του σε πράξη.

Γιατί, βέβαια, αντί το σχολικό σύστημα να διαθέτει μέσα και μεθόδους παιδείας που αξιοποιούν όλους τους μαθητές με στόχο την αυτοανάπτυξή τους, αντί να βρίσκει τις μεθόδους και τις τεχνικές εκείνες που θα μεταδίδουν -και σ’ εκείνους που μεταφέρουν από το οικογενειακό τους περιβάλλον «μορφωτικά μειονεκτήματα»- την ποσότητα και την ποιότητα γνώσεων που αντιστοιχούν σε κάθε επίπεδο, ασχολείται με αποκλειστική «μανία» στο πώς θα εντοπίσει τους «ικανούς» και τους «ανίκανους».

Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό η ενισχυτική διδασκαλία μετατρέπεται σε «νοσοκομειακή περίθαλψη» για τα θύματα που οι ίδιες οι σχολικές και πολύ περισσότερο οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αναπαράγουν και επικυρώνουν.

Ετσι η «θεραπευτική αγωγή» μέσω της ενισχυτικής διδασκαλίας προβάλλει καθαρά σαν παραπλανητικός επίδεσμος αφού βασίζεται σε μια αντίληψη που δεν δίνει καμιά απολύτως έμφαση στη μείωση των όρων, κοινωνικών και εκπαιδευτικών, που δημιουργούν τη σχολική αποτυχία που υποτίθεται ότι επιχειρεί να θεραπεύσει.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ