Η συστημική και ποσοτική έρευνα και ανάλυση της κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας, ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, έχει αναδείξει με τον πιο τεκμηριωμένο και αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι οι συντελούμενες παρεμβάσεις επέφεραν ταυτόχρονα στο κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα μια σταδιακή και σοβαρή αποδιάρθρωση και χρηματο-οικονομική αποδυνάμωση των αντικειμενικών δυνατοτήτων και των προοπτικών του.
Από την άποψη αυτή, οι κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές, καθ’ όλη αυτή την περίοδο, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, απομακρύνθηκαν από την αναγκαία αντιμετώπιση των συσσωρευμένων παθογενειών και των διαρθρωτικών του προβλημάτων.
Ετσι, ο κοινός παρονομαστής των ασκούμενων πολιτικών ήταν η επιδείνωση των όρων και των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, με αποτέλεσμα το σταδιακό, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ξεφλούδισμα των συντάξεων.
Παρ’ όλα αυτά όμως, ο διακηρυγμένος στόχος της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συστήματος (κατ’ ευφημισμόν) κοινωνικής ασφάλισης, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, δεν επιτυγχάνεται, γιατί ο πραγματικός στόχος των ασκούμενων πολιτικών ήταν εισπρακτικός, ταμειακός και βραχυχρόνιος και όχι δομικός, μακροχρόνιος, βιώσιμος οικονομικά, ισορροπημένος αναλογιστικά και αποτελεσματικός κοινωνικά.
Η στρατηγική και διαρκής αυτή αντίφαση στόχου-αποτελέσματος οδήγησε, επιπλέον, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ) στη χώρα μας στην απομάκρυνσή του από την προσήλωσή του στις θεμελιώδεις αρχές (της ισότητας, της αναλογικότητας εισφορών-παροχών, της διαγενεακής αλληλεγγύης και της επιχορήγησης) σύστασης και λειτουργίας του ως ενός καθολικού, κοινωνικού και διανεμητικού συστήματος.
Ετσι, το αποτέλεσμα αυτών των αντιφατικών και δυσμενών εξελίξεων και πολιτικών κοινωνικής προστασίας ήταν να οδηγηθεί το ΣΚΑ στη χώρα μας, στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, σε κρίσιμη φάση, την οποία στο πλαίσιο των Μνημονίων κλήθηκαν ατυχώς και χωρίς την ύπαρξη ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής κοινωνικής προστασίας να επιλύσουν οι δανειστές με τον πιο ακατάλληλο (τεχνικά, πολιτικά, κοινωνικά) τρόπο.
Μάλιστα επιβεβαίωση αυτής της παρατήρησης αποτελεί η σημερινή σκληρή πραγματικότητα του ΣΚΑ, των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων, οι οποίοι, παρά τις έντεκα μειώσεις (45%) που έχουν υποστεί (2010-2015) στις συντάξεις τους, δοκιμάζονται σοβαρά και ανησυχητικά για τη δυνατότητα εκπλήρωσης από το ΣΚΑ των στοιχειωδών, πλέον, υποχρεώσεών του, κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια.
Ομως, οι δυσμενείς αυτές συνθήκες επιβάλλουν την ανακοπή της πεπατημένης οδού περαιτέρω μείωσης των συντάξεων καθώς και τη δημιουργία μιας δυναμικής ενεργοποίησης των πολιτικών, κοινωνικών και επιστημονικών δυνάμεων της χώρας μας για τη συγκρότηση ενός ρεύματος σκέψης και πολιτικής για την αναγκαιότητα μιας ολιστικής, θεσμικής, ουσιαστικής (όχι ταμειακής) ανασύστασης του ΣΚΑ, σε αντίθεση με τις απόψεις και τις ασκούμενες πολιτικές, οι οποίες, συνεπικουρούμενες από τις επιπτώσεις της ύφεσης και την παρατεταμένη υψηλή ανεργία, έδωσαν την προ-χαριστική βολή στην κοινωνική ασφάλιση της χώρας μας.
Με αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν η εναλλακτική στρατηγική για το οικονομικά βιώσιμο και κοινωνικά αποτελεσματικό μέλλον του ΣΚΑ απαντά με έγκυρο και τεκμηριωμένο τρόπο στην πεπατημένη, εισπρακτική και αδιέξοδη πολιτική των δανειστών, η οποία συμπυκνώνεται στην αναγκαιότητα περαιτέρω μειώσεων των συντάξεων (κύριων και επικουρικών).
Στην κατεύθυνση αυτή, ακόμη και με την υπόθεση εργασίας ότι η μακροχρόνια βιωσιμότητα του ΣΚΑ συμπίπτει με τη στρατηγική του επιπέδου (15,5% του ΑΕΠ το 2060) των συνταξιοδοτικών δαπανών (κύριων και επικουρικών), αποδεικνύεται από την αναλογιστική προσέγγιση ότι μπορεί να εξασφαλιστεί με ποσοστό αναπλήρωσης στα σημερινά (2015) επίπεδα (65%-67%), επιτυγχάνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε ποσοστό 2,5%-3%, αντίστοιχη αύξηση της απασχόλησης, διατήρηση του πληθυσμού της χώρας μας στα σημερινά επίπεδα και αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.
Με άλλα λόγια, αυτή η ουσιαστική και βέβαιη οικονομικά και κοινωνικά προοπτική του ΣΚΑ στη χώρα μας από το 2015 μέχρι το 2050 αναδεικνύει, εκτός των άλλων, ότι η οικονομικά βιώσιμη και κοινωνικά αποτελεσματική εξέλιξή του βασίζεται στην εξασφάλιση τεσσάρων καθοριστικών για το μέλλον του παραμέτρων: δηλαδή την αύξηση του ΑΕΠ, την αύξηση της απασχόλησης, τη δημογραφική ανανέωση του πληθυσμού και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, οι οποίες παράμετροι ελλείπουν και με τη συμβολή των πολιτικών λιτότητας και της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης ανησυχητικά κατά τη σημερινή περίοδο στην Ελλάδα.
Ομως, επειδή ο αναγκαίος αυτός μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ κατά 2,5%-3% κατά την περίοδο 2015-2050 θεωρείται αισιόδοξος για την ελληνική οικονομία, μία πρόσθετη αναλογιστική προσέγγιση με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 1,5%, κατά την περίοδο 2015-2050, με τις ίδιες παραδοχές (οικονομικές, δημογραφικές, ασφαλιστικές) και με θεσμικές και διαρθρωτικές παρεμβάσεις εξορθολογισμού στο σκέλος των εισροών και των εκροών του ΣΚΑ αναδεικνύει ότι δεν απαιτείται περαιτέρω μείωση των συντάξεων.
Ετσι, η μακροχρόνια βιωσιμότητα και κοινωνική αποτελεσματικότητα του ΣΚΑ επιτυγχάνεται, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα της αναλογιστικής προσέγγισης, κατά τη διάρκεια της επόμενης 15ετίας, με την έννοια ότι τα οικονομικά ελλείμματα σταδιακά απορροφώνται, οι συνολικές (κύριες και επικουρικές) συνταξιοδοτικές δαπάνες δεν υπερβαίνουν το 15,5% του ΑΕΠ και το επίπεδο των συντάξεων διατηρείται στα σημερινά επίπεδα.
Το εύρημα αυτό αποδεικνύει με τεκμηριωμένο τρόπο ότι οι συγκεκριμένες και μετρήσιμες σε απόδοση παρεμβάσεις θεσμικού, διαρθρωτικού και εξορθολογιστικού χαρακτήρα στο ΣΚΑ αποτελούν τον μονόδρομο επίτευξης της μακροχρόνιας βιωσιμότητας και κοινωνικής του αποτελεσματικότητας και δεν αποτελούν μονόδρομο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες φτωχοποίησης του συνταξιοδοτικού πληθυσμού, οι περαιτέρω μειώσεις των συντάξεων (κύριων και επικουρικών).
* ομότιμου καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου
** υποψήφιου διδάκτορος Παντείου Πανεπιστημίου
