Από τη γλωσσοκεντρική στη «σχηματική» ποίηση

gynaika.jpg

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Ο Χαρίλαος Νικολαΐδης (Αθήνα, 1986), νομικός με διδακτορικές σπουδές στο Λονδίνο, και ο Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος (Καβάλα, 1988), τοπογράφος μηχανικός, κάτοικος επίσης Λονδίνου, εμφανίζονται με το πρώτο και το δεύτερό τους βιβλίο αντίστοιχα, καθιστώντας την ποιητική τους εκκίνηση διακριτή.

Τι συνδέει όμως πραγματικά τους δύο αυτούς ποιητές, πέρα από το Λονδίνο και τη νεότητά τους, και γιατί αποφασίζουμε να τους συνεξετάσουμε; Απαντούμε ευθύς αμέσως. Και οι δύο συνδέονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, με τη γλωσσοκεντρική ποίηση.

Πρόκειται για έναν γλωσσοκεντρισμό έντονα φορμαλιστικό που συνδυάζει και ανα-ταξινομεί τον κόσμο σε νέους οπτικούς και ηχητικούς συνδυασμούς, προτάσσοντας επίμονα την προτεραιότητα της γλώσσας.

Μια γλώσσα που αντικαθιστά το «παλαιότερο» υπερρεαλιστικό υποσυνείδητο με τον εαυτό της, που μεταπλάθεται στις μορφικές της αναζητήσεις, που τοποθετείται επίμονα μπροστά από το θέμα-περιεχόμενο - μια γλώσσα που παιχνιδίζει με τη σκέψη, στην περίπτωση του Νικολαΐδη, και με τη δομή, στην περίπτωση του Παπαχαράλαμπου.

Ο Νικολαΐδης αυτοσυστήνεται σημειώνοντας στο «αυτί» της έκδοσης πως «γράφει ποιήματα και πετάει πέτρες ψηλά στον αέρα» και αμέσως μετά στο πρώτο του ποίημα προσθέτει: «μπουμ/ τα σκαλιά κόλλησαν/ θα πάρω το ασανσέρ», ξαφνιάζοντάς μας.

Αυτοσκηνοθετούμενος ζητά από τους αναγνώστες να αφήσουν «ήσυχα τ’ αστέρια» και να μην τα βασανίζουν με τα ζώδια και με τις μελαγχολίες τους, για να ποντάρει επαναληπτικά στο ζευγάρωμα, καθότι «καθετί αζευγάρωτο» του «φαίνεται θλιμμένο».

Χαρίλαος Νικολαΐδης  Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο  Μελάνι, 2015, σελ. 48 Χαρίλαος Νικολαΐδης Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο Μελάνι, 2015, σελ. 48 |

Κι έτσι ζευγαρώνει τα πάντα, από τους ποιητές Νικόλα Ασιμο και Ελύτη και τα ζευγάρια-μύθους (Λήδα-Δίας, Μήδεια-Ιάσονας κ.λπ.) μέχρι τον Ντόναλντ Ντακ, που αρνείται να υπηρετήσει τον Μπάτμαν, και την Ηλέκτρα, που λέει στο πρώτο της ραντεβού: «Οχι, δεν κατάλαβες καλά./Ο πατέρας μου/σκότωσε την αδελφή μου,/η μάνα μου τον πατέρα μου,/ο αδελφός μου την μάνα μου./Τι απρέπεια όμως·/σε κουράζω με τα δικά μου/από το πρώτο rendez-vous».

Για να καταλήξει στα μότο των Νάσου Βαγενά και Ευγένιου Αρανίτση που λένε αντίστοιχα: «οδήγησαν τον ελεύθερο στίχο σε μιαν άλλη συμβατικότητα, στη συμβατικότητα του επίμονα αντισυμβατικού», «το μοντέρνο Σημείο δείχνει το ίδιο το δείχνειν», αφήνοντας την ποίησή του ανοιχτή πέρα από το μεταμοντέρνο στο υπερ-μοντέρνο, με την έννοια του υπερβολικά αλλά και του πάνω από το μοντέρνο. Και μια εξήγηση των παραπάνω;

Ισως τη συναντούμε στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, όπου διαβάζουμε: «Πέρα από τον φράχτη/ξαφνικά/παύουν τα δέντρα,/τα λουλούδια, το χορτάρι./Μέχρι τον άλλο φράχτη,/υπάρχει μόνο/στρωτό γκρι».

Ετσι, συναντούμε συνολικά μια παιγνιώδη ψυχοστασία, που χωρίς να αυτο-υπονομεύεται ή να αυτο-ειρωνεύεται (κάτι που θα έκανε την ποίησή του ίσως πιο ανθρώπινη), σαρκάζει και με τρόπο δηκτικό επικεντρώνεται στη ναρκισσιστική κοινωνική μονάδα από την οποία ξεκινά και στην οποία τελικά καταλήγει. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια ποίηση που παίζει επαναληπτικά με τα «όρια της γλώσσας» (Βιτγκενστάιν) αλλά και «τα όρια του κόσμου» (Ντεριντά).

Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος  Είναι  Φρμκ, 2015, σελ. 64 Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος Είναι Φρμκ, 2015, σελ. 64 |

Ο Παπαχαράλαμπος εμφανίζεται εξαρχής πιο εσωστραμμένος, πιο περίκλειστος, θυμίζοντας τον μουσικοσυνθέτη και εικαστικό Σένμπεργκ, ο οποίος «έδειξε» ότι η «αθεματική αρχή» ή, καλύτερα, η πολυθεματική αρχή, όχι δηλαδή η επανάληψη και η επεξεργασία ενός θέματος αλλά η συνεχής μεταμόρφωσή του, είναι αυτή που μπορεί να δώσει έργα ιδιαίτερων μορφολογικών δομών.

Ο νέος ποιητής με τα «γραφικά» του ποιήματα, τα οποία προσλαμβάνονται τόσο ως οπτικά ποιήματα όσο και ως τεχνοπαίγνια, ιδεογράμματα αλλά και ως καλλιγράμματα, συναντά ρεύματα που εισήγαγε στα γράμματά μας ο Νάνος Βαλαωρίτης και που επίσης είδαμε στο έργο των Αντρέα Παγουλάτου, Μιχαήλ Μήτρα, Κώστα Γιαννουλόπουλου και Βασίλη Αμανατίδη.

Τα ποιήματα της σύνθεσής του τον εντάσσουν στην αποκαλούμενη «οπτική» (οp) ή και στη «συγκεκριμένη» ή «σχηματική» ποίηση (concrete), όπως αυτή μορφοποιείται κατασταλαγμένη στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, στην κίνηση δηλαδή από τον υπερρεαλισμό προς τον μετα-υπερρεαλισμό, του οποίου αποτελεί πλέον μια οργανική προέκταση.

Ο ποιητής χρησιμοποιεί και επικεντρώνεται στην ίδια τη γλώσσα, τόσο ως φώνημα όσο και ως τοπογραφικό απείκασμα, σε μια διαλεκτική συνύφανση, πλησιάζοντας τη μουσική και επιτρέποντας τελικά στις λέξεις και στους στίχους να υποβάλουν το δικό τους κλίμα τονίζοντας την ανεξαρτησία του κειμένου.

Απηχώντας εμφανώς τον Ρώσο ποιητή Χλέμπνικοφ, ο οποίος έβλεπε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια γεμάτη ένταση διπλή ζωή σε κάθε λέξη: τη ζωή της λέξης ως ηχώ και τη ζωή της ως νόημα, όπου άλλοτε το νόημα περιστρέφεται σαν πλανήτης γύρω από τον Ηλιο του ήχου κι άλλοτε ο ήχος περιστρέφεται σαν τη Γη γύρω από τον Ηλιο του νοήματος, λειτουργώντας ταυτόχρονα με τις τρεις της διαστάσεις: την «ακουστική», τη «νοητική» και ως «αγωγός του πεπρωμένου» της πορείας του ανθρώπου στον κόσμο και στην ιστορία.

Κάτι που κατορθώνει κι ο νέος μας ποιητής με δικό του αναγνωρίσιμο, τοπογραφικό θα λέγαμε, τρόπο.