Αθήνα, 34°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
34°C
35.4° 32.5°
2 BF
34%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
34°C
35.5° 32.3°
1 BF
36%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
31°C
33.0° 31.0°
3 BF
40%
Ιωάννινα
Ελαφρές νεφώσεις
31°C
30.9° 30.9°
2 BF
37%
Αλεξανδρούπολη
Αίθριος καιρός
32°C
31.9° 31.9°
2 BF
55%
Βέροια
Αίθριος καιρός
32°C
32.3° 32.0°
2 BF
25%
Κοζάνη
Ελαφρές νεφώσεις
28°C
30.1° 28.4°
1 BF
23%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
30°C
30.2° 30.2°
1 BF
31%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
27°C
29.1° 26.6°
0 BF
82%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
30°C
30.1° 29.4°
3 BF
53%
Ερμούπολη
Αίθριος καιρός
32°C
32.4° 29.8°
4 BF
37%
Σκόπελος
Αίθριος καιρός
34°C
33.7° 31.2°
0 BF
36%
Κεφαλονιά
Αίθριος καιρός
34°C
33.9° 33.9°
4 BF
31%
Λάρισα
Αίθριος καιρός
33°C
33.0° 32.9°
1 BF
26%
Λαμία
Αίθριος καιρός
36°C
35.6° 32.5°
1 BF
32%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
29°C
28.8° 28.8°
4 BF
74%
Χαλκίδα
Αίθριος καιρός
33°C
35.0° 32.3°
2 BF
19%
Καβάλα
Σποραδικές νεφώσεις
29°C
29.3° 29.3°
2 BF
58%
Κατερίνη
Αίθριος καιρός
33°C
34.7° 33.1°
3 BF
36%
Καστοριά
Σποραδικές νεφώσεις
29°C
29.2° 29.2°
2 BF
26%
ΜΕΝΟΥ
Τετάρτη, 17 Ιουλίου, 2024
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Τατόι 1966. Ο Κωνσταντίνος εν ώρα άσκησης στο καράτε, ένα χρόνο μετά την αποστασία | «ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ», 23/11/1974

Φελλός εναντίον δημοκρατίας

Η μεγαλύτερη πλαστογραφία της πρόσφατης Ιστορίας μας που ακούστηκε κατά κόρον μεταξύ θανάτου και κηδείας του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου αφορούσε την υποτιθέμενη αποδοχή από τον εκλιπόντα των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος του 1974, που του στέρησε οριστικά τον θρόνο. Αποδίδοντας τη μακροημέρευση της αβασίλευτης δημοκρατίας στη νομιμοφροσύνη (αν όχι μεγαλοθυμία) του έκπτωτου μονάρχη, κάθε λογής σχολιαστές μας καλούσαν μιαν ολόκληρη εβδομάδα ν’ αναγνωρίσουμε τη συμβολή του στην εμπέδωση του μεταπολιτευτικού εκδημοκρατισμού· ακόμη και να νιώσουμε ενοχή για το γεγονός πως οι μεταπολιτευτικές «ακρότητές» μας αδίκησαν τελικά έναν καλοπροαίρετο και βαθιά δημοκρατικό κληρονομικό άρχοντα.

Μάλλον αναμενόμενο, φυσικά, ο Φαήλος να διακηρύσσει πως ο Κωνσταντίνος «σεβάστηκε απολύτως το δημοψήφισμα του 1975 [sic], καίτοι ήταν unfair», και μάλιστα «με έναν υποδειγματικά αξιοπρεπή τρόπο» («Δημοκρατία», 12/1). Στην ακροδεξιά ψαρεύει τα ψηφαλάκια του ο άνθρωπος· εξ ου και, λίγες σειρές παρακάτω, εξανίσταται που, ενώ «κηδέψαμε δημοσία δαπάνη κάθε κατσαπλιά που σήκωσε όπλα κατά της Πατρίδας, αρνούμαστε το στοιχειώδες ηθικό καθήκον σε νόμιμο Αρχηγό του Κράτους, που δίδαξε ευπρέπεια και πατριωτισμό».

Εξίσου αναμενόμενο, ο Χρήστος Ζαμπούνης να υποστηρίζει στην ειδική έκδοση της «Καθημερινής» (σ. 181) ότι, μετά το 1974, ο Κοκός «με σπάνια αυτοσυγκράτηση αποφεύγει να αναμειχθεί στην εσωτερική πολιτική ζωή και οι ελάχιστες παρεμβάσεις του περιορίζονται στα εθνικά θέματα». Πρύτανης του «ρεπορτάζ βασιλικής οικογενείας» ήταν και παραμένει, τι άλλο θα πει;

Ας συγχωρήσουμε και στον κυρ Παύλο, αγνώστου επωνύμου, την πανηγυρική κακοποίηση της Ιστορίας που εκφώνησε σε ζωντανή μετάδοση, σύμφωνα με την οποία ο εκλιπών πατέρας του «δέχτηκε με σεβασμό την απόφαση του ελληνικού λαού» για αβασίλευτη δημοκρατία· στους επικηδείους λέει κανείς καμιά καλή κουβέντα παραπάνω για τον μακαρίτη, κι ας ξέρουν όλοι καλά πως δεν έχει την παραμικρή σχέση με την αλήθεια. Στην περίπτωσή του, σοβαρότερο αδίκημα υπήρξε άλλωστε η διακήρυξή του, πάνω από το φέρετρο του «βασιλέα της Ελλάδος, τελεία και παύλα», πως οι Γκλίξμπουργκ διατηρούν το δυναστικό έμβλημά τους και τις αξιώσεις που αυτό συνεπάγεται: «Ισχύς μου η αγάπη του λαού ήταν και θα είναι πάντα ο κανόνας της οικογένειάς μας». Από πού κι ώς πού κάποιοι απλοί πολίτες στηρίζονται «στην αγάπη του λαού»; Κανονικά, αυτή η (έμμεση πλην σαφής) διεκδίκηση του θρόνου θα έπρεπε να επιφέρει αυτόματη έκδοση ερυθρού δελτίου και εσαεί απαγόρευση εισόδου του επίδοξου μονάρχη στην επικράτεια του βασιλείου «τους»….

«Ο Ελληνικός Λαός μας έμαθε ότι υπακούει. Αν όμως αντιταχθή, θα κτυπηθή και θα παταχθή» | Κωνσταντίνος (τέως βασιλιάς), αναλύοντας τα σχέδιά του για πραξικόπημα στον Πιέρρο Παναγιωταρέα (13.10.1975)

Το πρόβλημα έγκειται στην αναπαραγωγή παρόμοιων ανιστόρητων ισχυρισμών από κύκλους πέραν των δεδηλωμένα βασιλοφρόνων. Ηταν σοκαριστικό λ.χ. να διαβάζουμε στα πάλαι ποτέ δημοκρατικά «Νέα», διά χειρός του συμβιογράφου τού τέως, ότι ο εκλιπών «είναι απόλυτα στρεβλό να θεωρείται “συνωμότης”», πως «ουδέποτε εμφανίστηκε η ελάχιστη έστω απόδειξη ότι υπήρξε στο επίκεντρο συνωμοσιών», καθώς «οι κατηγορίες αυτές ήταν πάντοτε στον αέρα» (11/1) κι ότι το πολίτευμα της αβασίλευτης «ουδέποτε το αμφισβήτησε, έμμεσα ή άμεσα, υπαινικτικά ή μη» (16/1). Ή το μεσοβέζικο ξέπλυμα του αμφίθυμου Ηλία Κανέλλη, στην ίδια πάντα εφημερίδα (17/1), σύμφωνα με το οποίο ο Κωνσταντίνος –σε αντίθεση με τους αντισυστημικούς μπαχαλάκηδες του ΣΥΡΙΖΑ– «τα τελευταία σχεδόν πενήντα χρόνια είτε δεν μπόρεσε είτε δεν θέλησε να δημιουργήσει πρόβλημα στην ομαλότητα»… Δεν μπόρεσε όντως, τελικά. Δεν θέλησε, όμως;

Ολα αυτά δεν οφείλονται ούτε σε κρίση συλλογικής αμνησίας ούτε αποκλειστικά και μόνο στη γνώριμη ημιμάθεια των προπαγανδιστών του ακραίου κέντρου. Τον συνειδητό χαρακτήρα αυτού του ομαδικού ξεπλύματος επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός της Αννας Παναγιωταρέα πως ο τέως «δέχθηκε, με σεβασμό και αξιοπρέπεια, την απόφασή μας που τον κήρυξε έκπτωτο για την υπόλοιπη ζωή του» («Ελεύθερος Τύπος», 16/1). Αν μη τι άλλο, όπως θα δούμε αναλυτικά παρακάτω, ο μακαρίτης σύζυγός της ήταν εκείνος που το 1975 ξεσκέπασε την πρώτη συνωμοσία του Κοκού για επάνοδό του με στρατιωτικό πραξικόπημα.

Οπως έχουμε ήδη επισημάνει, σκοπός αυτής της όψιμης ανακτολαγνείας δεν είναι η άμεση επαναφορά της βασιλείας αλλά η πολιτική αποκατάσταση της μνήμης της, ως αναγκαία προϋπόθεση της κατασυκοφάντησης του λαϊκού ριζοσπαστισμού της δεκαετίας του 1960 και της Μεταπολίτευσης. Αξίζει, ως εκ τούτου, να θυμίσουμε εδώ με κάθε λεπτομέρεια πώς ακριβώς «σεβάστηκε» ο Κωνσταντίνος τη συντριπτική ετυμηγορία του ελληνικού λαού μετά το 1974.

Ως πηγές θα χρησιμοποιήσουμε υλικά του Αρχείου Καραμανλή (εν μέρει μόνο δημοσιευμένα), έγγραφα από τα βρετανικά και αμερικανικά διπλωματικά αρχεία, κυρίως όμως δημοσιευμένες μαρτυρίες στενών συνεργατών τού τέως εκείνα τα χρόνια. Εκτός από την εξιστόρηση όσων γνωρίζουμε για τις συνωμοτικές κινήσεις του Κωνσταντίνου, θα σκιαγραφήσουμε επίσης ευκρινώς το πολιτικό πλαίσιό τους· πτυχή που διαψεύδει πλήρως τα σενάρια διαφόρων Μαλούχων, που προσπαθούν να μας πείσουν πως ο Γκλίξμπουργκ βρισκόταν κάπου στ’ αριστερά του πολιτικού φάσματος, ζητώντας νομιμοποίηση του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1960 και δραστικότερη κάθαρση των χουντικών μηχανισμών μετά το 1974.

Ο τίτλος του σημερινού μας αφιερώματος είναι φυσικά εμπνευσμένος από το γνωστό άρθρο της μεσοπολεμικής «Καθημερινής» «Ο εστεμμένος φελλός» (6/7/1935), που αφορούσε την προοπτική παλινόρθωσης του Γεωργίου Β΄. Το μεταφορικό σχήμα του φελλού επιστρατεύτηκε τότε για να υποδηλώσει την αδυναμία της μοναρχίας να εκτονώσει αποτελεσματικά τη συσσωρευμένη κοινωνική ένταση της εποχής· η καλή εφημερίδα επιθυμούσε γαρ δραστικότερες λύσεις, εξ ου και πανηγύρισε για τη μεταξική δικτατορία, θεωρώντας την δικαίωση των αγώνων της. Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου, που επανέλαβε ως φάρσα όσα ο θείος του είχε διαπράξει ως τραγωδία το 1935-1936 και το 1944-1946, ο επίμαχος χαρακτηρισμός έχει βέβαια διαφορετική μεταφορική σημασία.

Η «παράνομη» Μεταπολίτευση

Ολα ξεκίνησαν με μια μοιραία ατολμία, το καλοκαίρι του 1974. Οταν στις 23 Ιουλίου ο Καραμανλής τον ενημέρωσε τηλεφωνικά πως η στρατιωτική ηγεσία της χούντας τον κάλεσε να αναλάβει τα ηνία της χώρας, ο Κωνσταντίνος δέχτηκε να παραμείνει στο Λονδίνο αναμένοντας τη δική του, επίσημη πρόσκληση. Σε (πολύ) μεταγενέστερες αφηγήσεις του, θα ισχυριστεί πως απέφυγε να επιστρέψει άμεσα για να μην προκαλέσει τη χούντα κι υπονομεύσει άθελά του τη νεογέννητη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει το παραμικρό· ήθελε να του στρώσουν το χαλί για να γυρίσει πανηγυρικά, σαν αδιαφιλονίκητος αρχηγός του κράτους. Εξ ου και στα απομνημονεύματά του καταγγέλλει τη Μεταπολίτευση σαν «μια ξεκάθαρη συνταγματική εκτροπή ακριβώς πάνω στα χνάρια της χούντας», αφού ο Καραμανλής «τα έκανε όλα παράνομα», παραλαμβάνοντας την εξουσία από τον Γκιζίκη κι όχι από τον ίδιο: «Το σωστότερο ήταν όλα να ακολουθήσουν την έννομη τάξη. Να γυρίσει ο Καραμανλής, να φωνάξει τον Βασιλέα, να γυρίσει ο Βασιλεύς, να γίνει η ορκωμοσία κανονικά [sic] και αν επρόκειτο να γίνει δημοψήφισμα, ας γινόταν τότε» («Χωρίς τίτλο», τ. Γ΄, σ. 138-9). Φέξε μου και γλίστρησα, δηλαδή − στις χαώδεις συνθήκες κατάρρευσης μιας δικτατορίας, πολέμου στην Κύπρο και με το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύρραξης στην ημερήσια διάταξη. Το πρωτόκολλο, το πρωτόκολλο, Ομέρ Βρυώνη…

Οπως αποκαλύπτουν άλλωστε τα ξένα αρχεία, ο τέως δεν έκατσε εκείνες τις ώρες με σταυρωμένα χέρια. Προσπάθησε, αντίθετα, να εκμαιεύσει την επίμαχη πρόσκληση, προσφεύγοντας στις παραδοσιακές πλάτες της ελληνικής μοναρχίας: τις προστάτιδες Δυνάμεις. Μέσα στο απόγευμα της 23ης Ιουλίου τηλεφώνησε λ.χ. δυο φορές στον Βρετανό πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον, ενημερώνοντάς τον και βολιδοσκοπώντας τον για τα περαιτέρω, δίχως όμως αποτέλεσμα. «Οσον αφορά τη δική του θέση, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ξεκαθάρισε ότι θ’ ανταποκρινόταν σε μια πρόταση του Γκιζίκη ή του Καραμανλή να επιστρέψει», διαβάζουμε σε αδημοσίευτο τηλεγράφημα του Βρετανού Υπ.Εξ. Τζέιμς Κάλαχαν προς τις πρεσβείες του στην Αθήνα, την Αγκυρα και την Ουάσινγκτον. «Ο πρωθυπουργός [Ουίλσον] συμβούλευσε επιφυλακτική στάση» (FCO 9/2003/9).

Τις επόμενες μέρες, υπέρ του Γκλίξμπουργκ φαίνεται πάλι πως κινήθηκαν κάποιοι παράγοντες των ΗΠΑ, όπως διαφαίνεται σε σχετικό τηλεγράφημα του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα (26/7): «Στην παρούσα κατάσταση, υπάρχουν ίσως κάποιοι που πιστεύουν ότι πρέπει να κουβαληθεί πίσω ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Αποψή μου ύστερα από σκέψη είναι πως ο Καραμανλής έχει ν’ αντιμετωπίσει τόσο σοβαρά ζητήματα, ώστε δεν θα έπρεπε να περιπλέξουμε τα καθήκοντά του θέτοντας συνταγματικό ζήτημα με οποιαδήποτε μορφή τούτη τη στιγμή. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού είναι αντίθετο στο βασιλιά, όπως και πολλοί από τους πολιτικούς. Είναι προφανές ότι τούτη τη στιγμή, ιδίως τώρα που ο Καραμανλής έχει όντως επιστρέψει, θ’ αποτελέσει μάλλον διχαστικό παράγοντα. Απαιτώ, ως εκ τούτου, ν’ αποφύγουμε ν’ ανακατευτούμε με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτό το αντικείμενο και ν’ αφήσουμε τους Ελληνες ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι γι’ αυτό το ζήτημα» («Foreign Relations of the U.S. Greece; Cyprus; Turkey, 1973-1976», Ουάσινγκτον 2007, σ. 79).

Μόνη λύση ο στρατός;

Αντιμέτωπος με τη λαϊκή ετυμηγορία της 8ης Δεκεμβρίου 1974, ο Κωνσταντίνος δεν μπορούσε μεν ν’ αμφισβητήσει την έκταση του εκδημοκρατισμού που είχε συντελεστεί de factο στην πολιτική σκηνή, εξακολούθησε όμως να θεωρεί ότι μονάχα ο ίδιος ενσάρκωνε τη θεσμική νομιμότητα. Το ξεκαθάρισε στο τηλεοπτικό μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό (26/11), καταγγέλλοντας το επικείμενο δημοψήφισμα σαν «συνέπεια της αυθαιρέτου και παρανόμου μεταπολιτεύσεως που επραγματοποίησε η δικτατορία» («Το Βήμα», 28/11/1974). Μετά το συντριπτικό 69,2% υπέρ της αβασίλευτης, θα «ευχηθεί» πάλι σιβυλλικά «αι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα που προέκυψε από την χθεσινή ψηφοφορίαν», αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν το αμφισβητεί προς το παρόν ρητά, μόνο και μόνο επειδή «προέχει η Εθνική Ενότης» («Τα Νέα», 10/12/1974).

Από το προσωπικό ημερολόγιο του πρώην αυλάρχη του, Λεωνίδα Παπάγου, διαπιστώνουμε άλλωστε πως εκείνο που κυρίως τον ενδιέφερε τη δεδομένη στιγμή ήταν να διασφαλίσει την πρώην βασιλική περιουσία, που είχε ήδη κατάσχει η χούντα. Στην πρώτη επαφή του με τον πρωθυπουργό μετά το δημοψήφισμα (23/12/1974), ο Παπάγος μεταφέρει έτσι μήνυμα του τέως ότι «δεν επιθυμεί να δημιουργήσει ζητήματα στον κ. Καραμανλή». Με τη σειρά του, ο παραλήπτης θα ισχυριστεί καθησυχαστικά πως «έτσι είναι τα πράγματα σήμερα, χωρίς να αποκλείεται να αλλάξουν και να επιστρέψει και πάλιν ο Βασιλεύς» (Λ. Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ. 569-71). Η υποκρισία ήταν εμφανώς αμφίπλευρη. Οσο για το περιουσιακό, που η κυβέρνηση κράτησε σε εκκρεμότητα μεταξύ βασιλικής Σκύλλας και λαϊκής Χάρυβδης, μια γεύση των αντίστοιχων διαβεβαιώσεων παίρνουμε από σχετική συνομιλία του Παπάγου με τον υπουργό Αμυνας (2/2/1975): «Ο Αβέρωφ διατύπωσε την άποψη ότι η κυβέρνηση είναι πιθανό να αντιμετωπίσει το θέμα επιστρέφοντάς του την Κέρκυρα, το Πολυδένδρι και τα ανάκτορα του Τατοΐου με αρκετή έκταση γης, αλλά προβλέπει ότι το Τατόι, το οποίο είναι τεράστιο, θα κηρυχθεί εθνικός δρυμός» (όπ.π., σ. 578).

Από τις επαφές του Παπάγου με διάφορους παράγοντες της ελληνικής Δεξιάς, μεταξύ Μεταπολίτευσης και δημοψηφίσματος, πληροφορούμαστε επίσης ότι σχεδόν όλοι δήλωναν οπαδοί του πρώην βασιλιά, καθόριζαν όμως τις κινήσεις τους με βάση τις επιταγές του Καραμανλή και, κυρίως, το κλίμα των ημερών.

Ιδιαίτερα επίκαιρη, αν αναλογιστούμε τις πρόσφατες εξελίξεις, μπορεί να θεωρηθεί λ.χ. η περιγραφή της συνομιλίας του με την εκδότρια της «Καθημερινής», Ελένη Βλάχου (13/9/1974): «Πρέπει να γίνει διαφώτιση και η ίδια θέλει να βοηθήσει. Η ίδια δεν είναι βασιλική-μοναρχική. Σήμερα, όμως, είναι περισσότερο βασιλική από το 1967. Συμπαθεί πολύ τον Βασιλέα και θεωρεί ότι είναι απαραίτητη η βασιλεία για τον τόπο. Την Κυριακή, που βγαίνει η “Καθημερινή”, θα έχει στη στήλη της ένα άρθρο ενδεικτικό των προθέσεών της. […] “Θα ανοίξω διάλογο και θα αρχίσω να φιλοξενώ γράμματα και άρθρα. Εκεί μπορεί να αρχίσει μία καλή κίνηση για τη βασιλεία”. Κατάλληλα πρόσωπα να γράφουν για τους θεσμούς, της αβασίλευτης, της προεδρικής, ώστε να αρχίσει ένας εποικοδομητικός διάλογος, μέσα από τον οποίο θα προβάλλεται και η προσωπικότητα του Βασιλέως. Αν βγει με ένα άρθρο υπέρ της βασιλείας, θα της απαντήσουν οκτώ εφημερίδες κατά και δεν θα προωθηθεί καθόλου η υπόθεση». Εξίσου εύγλωττες είναι και οι εκτιμήσεις της για τη στάση του Καραμανλή: «Είναι της γνώμης ότι αν μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και να γυρίσει ο Βασιλεύς θα το έκανε. Δεν εμπιστεύεται όμως κανέναν. […] Αυτό που τον ανησυχεί σήμερα είναι η νεολαία που δεν θέλει να ακούσει για τον Βασιλέα» (όπ.π., σ. 559).

Ο αυλάρχης είχε πάντως ήδη κουβεντιάσει, το ίδιο πρωί, μ’ έναν πολύ διαφορετικό παράγοντα του χώρου: τον Σπύρο Θεοτόκη, παλαίμαχο πολιτικό της σκληρής Δεξιάς (υπουργό Δημόσιας Τάξης το 1946, Εξωτερικών, Γεωργίας και Οικονομικών του Καραμανλή το 1955-1963 και Εσωτερικών στην τελευταία προδικτατορική κυβέρνηση), συντονιστή και χρηματοδότη φιλοβασιλικών δικτύων του εξωτερικού επί χούντας· πρόσωπο με κομβικό ρόλο στις φιλοβασιλικές συνωμοσίες των επόμενων χρόνων. «Είναι πολύ ανήσυχος για την έκβαση του ζητήματος του Βασιλέως», σημειώνει ο Παπάγος στο ημερολόγιό του μετά τη συνομιλία τους. «Αν πρόκειται για αφανισμό των εξουσιών του Βασιλέως, κατά τα σκανδιναβικά πρότυπα, είναι τελείως αντίθετος, γιατί τότε δεν έχει νόημα η βασιλεία στην Ελλάδα. […] Θα έπρεπε, αν είναι δυνατό, να διευκρινιστούν οι απόψεις του Καραμανλή και, αν είναι αντίθετες προς τη μοναρχία ή υπέρ του περιορισμού των εξουσιών, δεν υπάρχει άλλη λύση παρά να ανατραπεί. Πώς θα γίνει αυτό; Μόνο από το στρατό, αν αποκτήσει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Βασιλέως. Ο ίδιος δημιουργεί επαφές για να καλλιεργήσει το αίσθημα ότι ο Βασιλεύς είναι ο φυσικός προστάτης των αξιωματικών» (όπ.π., σ. 558-9).

Ακόμη κι αυτός ο επίδοξος πραξικοπηματίας ξεκαθάρισε, ωστόσο, πως άμεση προτεραιότητά του ήταν να διασφαλίσει το βραχυπρόθεσμο πολιτικό του μέλλον: «Αν προηγηθεί το δημοψήφισμα των εκλογών και δεν εκδηλωθεί ο Καραμανλής, αυτός θα γυρίσει όλη την Ελλάδα για να διαφωτίσει όσους μπορεί. Αν προηγηθούν οι εκλογές, είναι υποχρεωμένος να καθίσει ήσυχος, να μη δώσει αφορμή και αποκλειστεί από τους συνδυασμούς» (σ. 558). Τελικά εξελέγη μεν βουλευτής Κέρκυρας της Ν.Δ., παραιτήθηκε όμως αμέσως μετά το δημοψήφισμα, λόγω «πλήρους διάστασης» με τον Καραμανλή στο πολιτειακό («Το Βήμα», 14/12/1974). Από το «στέκι» του στη Λοζάνη της Ελβετίας θα επιδοθεί δε τα επόμενα χρόνια, μαζί με τον πρώην υπασπιστή του Κωνσταντίνου, αντισυνταγματάρχη Μάκη Αρναούτη, και τις ευλογίες του ίδιου του τέως, σε μια σειρά συνωμοτικές προσπάθειες για πραξικοπηματική κατάλυση της νεοσύστατης δημοκρατίας.

Ο πρώτος γύρος

Η πρώτη καταγεγραμμένη κίνηση του τέως προς αυτή την κατεύθυνση σημειώθηκε το φθινόπωρο του 1975. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Καραμανλή πληροφορήθηκε γι’ αυτές τις ζυμώσεις από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις:

 Ο αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού Ιωάννης Βασιλειάδης, μετέπειτα υπουργός Δημόσιας Τάξης του πατρός Μητσοτάκη (1990-91), ενημέρωσε τον υπουργό Προεδρίας Γεώργιο Ράλλη ότι τον προσέγγισε ο Αρναούτης, λέγοντάς του «ότι οργανώνεται στον Στρατό κίνημα για την ανατροπή του Καραμανλή και την επαναφορά του τέως βασιλέως», εξ ονόματος του οποίου ο ίδιος μιλά, κι ότι «το κίνημα επιβάλλεται να ενισχυθεί και από το Ναυτικό, δεδομένου ότι ο Καραμανλής με την πολιτική που ακολουθεί θα καταστρέψει τη χώρα»: «ήδη ο κομμουνισμός απειλεί και πάλι την Ελλάδα και η οικονομία της βρίσκεται υπό κατάρρευσιν». Ο Κωνσταντίνος υποτίθεται πως είχε εξασφαλίσει διπλωματική κι οικονομική βοήθεια από τον Σάχη του Ιράν (που είχε χρηματοδοτήσει και την καμπάνια του στο δημοψήφισμα), σκόπευε δε να «σχηματίση κυβέρνηση υπό εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο» (βλ. Θεοτόκης) και να δώσει «γενική αμνηστία» στους χουντικούς. Ο Βασιλειάδης απέρριψε τη βολιδοσκόπηση, δηλώνοντας ότι «κίνημα υπό τις παρούσες περιστάσεις θα αποτελούσε έγκλημα». Ο Ράλλης έσπευσε, με τη σειρά του, να ενημερώσει τον Καραμανλή (Αρχείο Κ. Καραμανλή [στο εξής: ΑΚΚ], Φ. 43Β, φ. 1402, σχετικό σημείωμα Καραμανλή). Δημόσια, ο Βασιλειάδης θα μιλήσει επ’ αυτού μονάχα μερικές δεκαετίες αργότερα, με επιστολή του στο «Βήμα» (24/11/2008).

 Τις ίδιες ακριβώς μέρες, ο διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού, στρατηγός Κωτσάκης, ενημέρωσε τηλεφωνικά τον προϊστάμενό του Α/ΓΕΣ, στρατηγό Ιωάννη Ντάβο, αυτός τον υπουργό Αμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ κι εκείνος τον Καραμανλή, ότι του τηλεφώνησε κι αυτού ο Αρναούτης, πως ήθελε να τον δει «αλλά επείγεται να φύγει για το Λονδίνο, γιατί έστειλαν από εδώ έναν αξιωματικό του ναυτικού στον τέως Βασιλέα και φοβάται μήπως ο αξιωματικός αυτός τον επηρεάσει αρνητικά για κάτι που παρασκευάζεται» (όπ.π., φ. 1402-1403). Αρκετά περίεργες διατυπώσεις, που υπονοούν πως ο πληροφοριοδότης δεν ήταν και τόσο άσχετος με την όλη ζύμωση, αποφάσισε όμως στην πορεία ν’ αλλάξει στρατόπεδο.

 Απείρως διαφωτιστικότερος αποδείχθηκε τελικά ο τρίτος πληροφοριοδότης: ο αρχιμηχανικός του Πολεμικού Ναυτικού Πιέρρος Παναγιωταρέας, τον οποίο –μαζί με τρεις ακόμη συναδέλφους του, πάλαι ποτέ υπασπιστές του Κωνσταντίνου– είχε προσεγγίσει ο Αρναούτης γύρω στον Ιούνιο. Σύμφωνα με σχετική έκθεση του αρχηγού του στόλου, αντιναύαρχου Κονοφάγου, οι πρώτες αυτές επαφές «θα ηδύναντο να χαρακτηρισθούν ως φιλικαί» («Αρχείο Κ. Καραμανλή», Αθήνα 1997, τ. 9 , σ. 124).

Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Αρναούτης τους ανακοίνωσε όμως πως επίκειται πραξικόπημα του Στρατού Ξηράς, με σκοπό την ανάσχεση του «κομμουνιστικού κινδύνου» και του «διασυρμού των Ενόπλων Δυνάμεων» που ανεχόταν η κυβέρνηση Καραμανλή· ότι «προς την ανάγκην της τοιαύτης επεμβάσεως τάσσεται και ο τέως βασιλεύς» και πως «η συμμετοχή του Ναυτικού και της Αεροπορίας στο πραξικόπημα είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να εξασφαλισθή η δυνατός ελέγχου της καταστάσεως». Σκοπός του πραξικοπήματος, που θα γινόταν μέχρι τον Φεβρουάριο του 1976, ήταν «η πολιτική ή φυσική εξουδετέρωσις» του Καραμανλή, η διενέργεια δημοψηφίσματος για την επαναφορά του Κωνσταντίνου «εντός 15-30ημερών» και βουλευτικές εκλογές «εντός 8 περίπου μηνών». Σύμφωνα με τον Παναγιωταρέα, όλοι τους διαφώνησαν μ’ αυτό το σχέδιο και του ανέθεσαν να ενημερώσει τον αρχηγό του Στόλου. Ο τελευταίος αποφάσισε να στείλει τον Παναγιωταρέα στο Λονδίνο, για να διασταυρώσουν κατά πόσο ο τέως ενεχόταν όντως στη συνωμοσία.

«Αν ο λαός αντιταχθεί, θα παταχθεί»

Η συνάντηση Παναγιωταρέα - Κωνσταντίνου έγινε στις 13/10/1975 και «επεβεβαίωσεν βασικώς τα λεχθέντα υπό του συνταγματάρχου ε.α. Γ. Αρναούτη», με «ελαφράς αποκλίσεις» και κάποιες «διευκρινήσεις». Ο τέως ανέθεσε μάλιστα στον Παναγιωταρέα να βολιδοσκοπήσει επ’ αυτού τον Κονοφάγο. Σύμφωνα με αδημοσίευτο σχετικό σημείωμα του Παναγιωταρέα, ο πρώην βασιλιάς του περιέγραψε μάλιστα ως εξής το σχεδιαζόμενο πρόγραμμα δράσης «των Ενόπλων Δυνάμεων διά της ηγεσίας των»:

«α. Από της πρώτης στιγμής καθορισμός ημερομηνίας διεξαγωγής δημοψηφίσματος εντός 15-30 ημερών.

β. Βουλευτικαί εκλογαί εντός 6 μηνών διά του αναλογικού συστήματος ούτως ώστε “να μάθουμε επί τέλους πόσοι είμαστε και πού πολιτικά ανήκουμε”.

γ. Οικουμενική κυβέρνησις μέχρι των εκλογών (Βουλή κλειστή) με πρωθυπουργόν πολιτικόν πρόσωπον εκτός της σημερινής Βουλής. (Ετόνισεν όχι Γαρουφαλιάς).

δ. Γενική αμνηστία εκτός των βασανιστών.

ε. Ουδείς Αξ/κός εκ των προσφάτως αποστρατευθέντων πρόκειται να επανέλθη εις τας τάξεις των Ε.Δ.

στ. Εξασφάλισις και εξαγγελία απ’ αρχής τεραστίου δανείου εξ Ιράν - Σ. Αραβίας της τάξεως των 2 δισ. δολλαρίων» (ΑΚΚ/43Β/1410-1411).

Πιστή επανάληψη, με άλλα λόγια, της διαδικασίας με την οποία παλινόρθωσε τη μοναρχία ο στρατηγός Κονδύλης το 1935· διεμβολισμός της Ν.Δ., με απόσπαση των φιλοβασιλικών ψηφοφόρων της και εξωκοινοβουλευτική/αντικοινοβουλευτική κυβέρνηση Θεοτόκη, βασισμένη στον Στρατό. Αναβίωση δηλαδή του αλήστου μνήμης «πραξικοπήματος των στρατηγών» που σχεδίαζε ο βασιλιάς την άνοιξη του 1967 και του οπερετικού «αντιπραξικοπήματος» της 13ης Δεκεμβρίου 1967, με το οποίο θέλησε να «αναγεννήσει τη Επανάστασιν» της 21ης Απριλίου αποκλείοντας από τα κοινά την μεν Αριστερά «εις το διηνεκές», τους δε υπόλοιπους «αναμιχθέντας εις την πολιτικήν» για ένα απροσδιόριστο διάστημα (βλ. αναλυτικά «Εφ.Συν.», 16/12/2017).

Η αποφυγή κλονισμού της υφιστάμενης στρατιωτικής ιεραρχίας που θα έκανε το πραξικόπημα (αποφεύγοντας, συν τοις άλλοις, ενδεχόμενη αποστρατεία της στις ετήσιες κρίσεις της ερχόμενης άνοιξης) θεωρούνταν πάλι προϋπόθεση του προσεταιρισμού της, σε συνδυασμό με την υπόσχεση προαγωγής των βολιδοσκοπούμενων: του Κονοφάγου ως αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων, του Βασιλειάδη ως αρχηγού Ναυτικού ή διοικητή Στόλου κ.ο.κ.

Εξαιρετικά εύγλωττη αποδεικνύεται επίσης η επιχειρηματολογία του Κωνσταντίνου, όπως καταγράφηκε στην έκθεση του Παναγιωταρέα:

«Ο τέως βασιλεύς ισχυρίσθη ότι η χώρα ευρίσκεται εις το χείλος εθνικής συμφοράς λόγω:

α. Κομμουνιστικού κινδύνου.

β. Απομονώσεως εκ του Δυτικού κόσμου.

γ. Αθλίων οικονομικών.

Η αναγνώρισις του ΚΚΕ και η ανοχή προς αυτό προβληματίζει και ανησυχεί τρομερά το μέγιστον ποσοστόν του Ελληνικού Λαού. Η εξάπλωσις του Κομμουνισμού κυρίως εις την νεολαίαν και ο τρόπος αντιμετωπίσεως αυτής δεν επιτρέπουν περαιτέρω αναμονήν.

Η πολιτική της απομακρύνσεως εκ του ΝΑΤΟ και γενικά η αλλοπρόσαλλος εξωτερική πολιτική έχει απομονώσει την χώραν εις λίαν επικίνδυνον βαθμόν. Μερικά καυτά ερωτηματικά γεννώνται: Εις περίπτωσιν παγκοσμίου πολέμου ποίος θα βοηθήση την χώραν; Ποία διμερής συμφωνία υπάρχει; Πώς μπορούν να μας δεχθούν εις την ΕΟΚ όταν τείνουμε να γίνουμε Πορτογαλία λόγω των εις την προηγουμένην παράγραφον εκτιθεμένων; […]

Λόγω των ανωτέρω απαιτείται επειγόντως η λήψις μέτρων ίνα η χώρα διασωθή και επανέλθη εις βιώσιμον χώρον» (ΑΚΚ/43Β/1410-1411).

Διαφωτιστικότατες υπήρξαν και οι διευκρινίσεις του τέως για τις μεθόδους με τις οποίες θα επιβαλλόταν το νέο καθεστώς: «Ο Ελληνικός Λαός μας έμαθε ότι υπακούει. Αν όμως αντιταχθή, θα κτυπηθή και θα παταχθή». Κατά την αρχική βολιδοσκόπησή του, διαβάζουμε πάλι στην έκθεση Κονοφάγου, ο Αρναούτης είχε διαβεβαιώσει τους συνομιλητές του πως «οιαδήποτε αντίδρασις θα αντιμετωπισθή δια των όπλων» («Αρχείο», όπ.π., σ. 124).

Οσο για τους εξωτερικούς κινδύνους, ο Γκλίξμπουργκ διαβεβαίωσε τον Παναγιωταρέα πως «υπάρχει εγγύησις ότι κατά την διάρκειαν της αλλαγής οι Τούρκοι δεν πρόκειται να κινηθούν», αλλά και ότι «αι διαφοραί μετά των Τούρκων μετά την αλλαγήν ευκόλως θα διευθετηθούν». Από πού προερχόταν η «εγγύησις» δεν ειπώθηκε ρητά, ήταν όμως προφανές. Κάτι τέτοια είχε ακούσει άλλωστε κι ο Ιωαννίδης, προτού τα κάνει λαμπόγυαλο στην Κύπρο.

Η δεύτερη συνάντηση

Παρά την υπόσχεση προαγωγής, ο Κονοφάγος δεν τσίμπησε και στις 4 Νοεμβρίου έσπευσε να ενημερώσει σχετικά τον Καραμανλή. Ο Καραμανλής ρώτησε με τη σειρά του τον Γκίκα, υπουργό Δημοσίας Τάξεως και πρώην αρχηγό του ΙΔΕΑ, «εάν γνωρίζει τίποτα σχετικώς με τις κινήσεις του Αρναούτη». Πήρε την απάντηση πως ο Αρναούτης, που «παρακολουθείται στενά», σε πρόσφατη επίσκεψή του «ήλθε σε επαφή με διαφόρους αποστάτας αξιωματικούς» κι αναμενόταν να το ξανακάνει επανερχόμενος «στις 8 ή 9 Νοεμβρίου» (ΑΚΚ/43Β/1403-1404). Τελικά ο Αρναούτης ενημέρωσε τον Παναγιωταρέα ότι δεν πρόκειται να έρθει στην Ελλάδα, επειδή παρακολουθείται στενά, και τον κάλεσε ξανά στο Λονδίνο («Αρχείο», σ. 125).

Η δεύτερη συνάντηση Παναγιωταρέα - Κοκού πραγματοποιήθηκε στις 16.11.1975. Ο αρχιμηχανικός ξεκαθάρισε στον τέως πως ο Κονοφάγος απορρίπτει κάθε ιδέα πραξικοπήματος και ότι το ίδιο συνέβη, όπως έμαθε, και με την αεροπορία. Ο Κωνσταντίνος εξέφρασε την απογοήτευσή του και τα μάζεψε όπως όπως, δηλώνοντας ότι, «κατόπιν τούτου, ο ίδιος ουδεμίαν περαιτέρω ανάμιξιν θα έχη», φοβάται όμως πως οι αξιωματικοί του στρατού θα κινηθούν έτσι κι αλλιώς, κι ευχήθηκε «να αναθεωρήση [ο Κονοφάγος] την άποψίν του όταν διαπιστώση ότι η χώρα οδηγείται προς την καταστροφήν».

Ακολούθησε μια άτσαλη επίκληση των ερεισμάτων του τέως στα κάστρα της Δύσης. Κατ’ αρχάς, εξήγησε, «τον επεσκέφθη εκπρόσωπος της αμερικανικής Κυβερνήσεως», τον ενημέρωσε για το επικείμενο πραξικόπημα, «διεδήλωσε την εμπιστοσύνην με την οποίαν τον περιβάλλει η αμερικανική Κυβέρνησις και του συνέστησεν όπως ηγηθή των Ενόπλων Δυνάμεων ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι οι οποίοι διαγράφονται»· αυτός όμως απάντησε «ότι ουδεμίαν ανάμιξιν δύναται να έχη εις τας εν Ελλάδι εξελίξεις». Διακριτικότερη βολιδοσκόπηση προς την ίδια κατεύθυνση, ισχυρίστηκε, του έκανε και ο βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον, «ο οποίος του είπεν ότι κατά την άποψίν του θα έχη να διαδραματίση εκ νέου σοβαρόν ρόλον εις την Ελλάδα, διότι δεν υφίσταται ετέρα πολιτική προσωπικότης εξαιρέσει Καραμανλή». Επεα πτερόεντα; Οχι απαραίτητα, όπως θα δούμε στο επόμενο φύλλο. Από τη συνομιλία τους, ο Παναγιωταρέας έβγαλε, πάντως, το συμπέρασμα πως η πρόσφατη περιοδεία του Κοκού σε Ιράν και Σαουδική Αραβία, προς άγραν χρηματοδότησης, «δεν απέδωσεν τα αναμενόμενα» («Αρχείο», σ. 125).

«Κατάστασις αμηχανίας και απογοητεύσεως»

Σε αυτή την πρώτη φάση, το ζήτημα (φάνηκε πως) έκλεισε προσωρινά με μια αυστηρή προειδοποίηση του Καραμανλή προς στον τέως βασιλιά, μέσω τέως αυλάρχη, «να παύσει να συνωμοτεί» (ΑΚΚ/43Β/1404).

Στο ημερολόγιό του, που δημοσιεύθηκε δυο χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις των αρχείων του εθνάρχη, ο Παπάγος περιγράφει δυο συναντήσεις (7 και 10/1/1976) και μια τηλεφωνική επικοινωνία τους (12/1), κατά τις οποίες ο ίδιος προσπάθησε να διασκεδάσει αμήχανα τις καταγγελίες· όταν ο Καραμανλής του έτριψε στα μούτρα τα παραπάνω στοιχεία, μαζί με πρόσθετες πληροφορίες για επαφές του Αρναούτη με συγκεκριμένους στρατιωτικούς και αντίστοιχες ζυμώσεις του Θεοτόκη, ο αυλάρχης έφυγε επειγόντως για Λονδίνο. Ενημέρωσε τον τέως κι αυτός παραδέχθηκε πως είχε συναντηθεί με τον Παναγιωταρέα, ισχυρίστηκε όμως (ή του υπαγόρευσε να πει) πως οι συνομιλίες τους αφορούσαν την επιτυχή… προάσπιση της δημοκρατίας από τους χουντικούς! Ο Παπάγος τα μετέφερε αυτοπροσώπως στον Καραμανλή στις 26/1 (σ. 584-92), διευκρινίζοντας –σύμφωνα με τον τελευταίο– πως ο Κοκός, όταν άκουσε το μήνυμά του, «βρέθηκε σε κατάσταση αμηχανίας και απογοητεύσεως» (ΑΚΚ/43Β/1404). Ηδη από τον Οκτώβριο ο τέως είχε δεχτεί παρόμοια προειδοποίηση από το Ράλλη, με «ταχυδρόμο» την Ελένη Βλάχου (Παπάγος, όπ.π., σ. 584-5), μάλλον όμως δεν περίμενε τέτοια έκταση διαρροών.

Το μαγκανοπήγαδο των ενστόλων αποτελούσε όμως τη μια μόνο όψη των βασιλικών συνωμοσιών. Υπήρχε κι άλλη, που θα δούμε αναλυτικά το ερχόμενο Σάββατο.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Φελλός εναντίον δημοκρατίας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας