• Αθήνα
    Ελαφρές νεφώσεις
    28°C 26.4°C / 29.6°C
    3 BF
    47%
  • Θεσσαλονίκη
    Ασθενείς βροχοπτώσεις
    28°C 24.7°C / 30.4°C
    4 BF
    40%
  • Πάτρα
    Αίθριος καιρός
    25°C 25.5°C / 26.0°C
    2 BF
    71%
  • Ιωάννινα
    Σποραδικές νεφώσεις
    20°C 19.9°C / 20.0°C
    2 BF
    66%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    26°C 25.9°C / 25.9°C
    3 BF
    57%
  • Βέροια
    Αραιές νεφώσεις
    25°C 24.0°C / 26.0°C
    0 BF
    55%
  • Κοζάνη
    Αραιές νεφώσεις
    22°C 21.8°C / 22.4°C
    3 BF
    31%
  • Αγρίνιο
    Αίθριος καιρός
    26°C 25.7°C / 25.7°C
    2 BF
    57%
  • Ηράκλειο
    Σποραδικές νεφώσεις
    26°C 25.8°C / 28.2°C
    1 BF
    81%
  • Μυτιλήνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    27°C 26.9°C / 26.9°C
    1 BF
    50%
  • Ερμούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    26°C 26.1°C / 26.8°C
    4 BF
    65%
  • Σκόπελος
    Σποραδικές νεφώσεις
    27°C 26.7°C / 26.8°C
    3 BF
    54%
  • Κεφαλονιά
    Σποραδικές νεφώσεις
    26°C 25.9°C / 25.9°C
    2 BF
    69%
  • Λάρισα
    Σποραδικές νεφώσεις
    27°C 26.9°C / 27.9°C
    4 BF
    41%
  • Λαμία
    Αίθριος καιρός
    27°C 26.7°C / 30.5°C
    3 BF
    43%
  • Ρόδος
    Ελαφρές νεφώσεις
    28°C 27.8°C / 27.8°C
    3 BF
    57%
  • Χαλκίδα
    Ελαφρές νεφώσεις
    29°C 26.5°C / 29.8°C
    3 BF
    30%
  • Καβάλα
    Ελαφρές νεφώσεις
    24°C 24.4°C / 26.3°C
    3 BF
    72%
  • Κατερίνη
    Αίθριος καιρός
    25°C 23.9°C / 28.7°C
    4 BF
    75%
  • Καστοριά
    Αραιές νεφώσεις
    25°C 24.5°C / 24.5°C
    3 BF
    32%

Αφίσα μιας από τις πρώτες φεμινιστικές κινητοποιήσεις για το ζήτημα του βιασμού (1982)

notafeministproject.gr
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ενα έγκλημα καθόλου «κοινό»

  • A-
  • A+
Νομικές και ιστορικές σημασιοδοτήσεις του βιασμού τον 19ο και 20ό αιώνα

Οταν μετά από 150 χρόνια ύπαρξης το ελληνικό κράτος συζητούσε για πρώτη φορά στη Βουλή έναν νόμο που προέβλεπε την ύπαρξη του ενδοοικογενειακού βιασμού, ένας «προοδευτικός» βουλευτής διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι η Βουλή θα έπρεπε να ασχολείται μόνο με σοβαρά ζητήματα, άρα «δεν είναι δυνατόν να ασχολείται με τον συζυγικό βιασμό». Ο ίδιος βουλευτής έπειτα διαμαρτυρήθηκε ενάντια στη νομική εξίσωση βιασμού και εξαναγκαστικής «παρά φύσει ασέλγειας»· εφόσον η «παρά φύσει ασέλγεια» δεν οδηγεί σε εγκυμοσύνη, «τι κίνδυνο επισύρει;».

Αυτές οι μικρές στιγμές που διέσωσε η Καίτη Παπαρήγα-Κωσταβάρα στο βιβλίο της «Βιασμός. Το έγκλημα, η δίκη, ο νόμος και οι κοινωνικές αντιλήψεις» (Αθήνα 2007, σ. 172) είναι ενδεικτικές της μεγάλης εικόνας γύρω από τους νόμους για τον βιασμό στην ελληνική ιστορία. Ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα πράγματα σε δύο αιώνες ελληνικού κράτους σε σχέση με τις νομοθεσίες για τον βιασμό είναι αρκετός για να μας δείξει ότι ο βιασμός σε καμία περίπτωση δεν είναι ένα κοινό έγκλημα. Είναι βουτηγμένο στις σχέσεις εξουσίας και τις έμφυλες κοινωνικές ιεραρχίες, την προστασία και άρα τον έλεγχο των γυναικών, τη ρύθμιση των οικογενειακών σχέσεων, τις συζητήσεις γύρω από το ρόλο των γυναικών στην κοινωνία, τα όρια της παιδικής ηλικίας και της προστασίας της κ.ο.κ.

Το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καθορίζεται η ποινική αξιολόγηση του βιασμού στην Ελλάδα αντλεί βέβαια κυρίως από τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.), η μορφή του οποίου έχει αλλάξει χονδρικά τέσσερις φορές στην ιστορία της χώρας (1834, 1950, 1984, 2019). Σημαντική όμως συνδρομή στην ερμηνεία του νομικού πλαισίου προσφέρει τόσο η νομική θεωρία όσο και η δικαστηριακή πρακτική. Οι τρεις αυτοί πυλώνες καθορίζουν εξίσου τον τρόπο που ρυθμίζεται μέσω του κράτους η ποινική αντιμετώπιση του βιασμού και άρα θα έπρεπε κανείς να μελετήσει και τους τρεις για να προσπαθήσει να γράψει μια αφήγηση για τη νομική ιστορία του βιασμού στην Ελλάδα. Ωστόσο, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, δεν πρόκειται για ένα αμιγώς ή στενά νομικό ζήτημα, μια και τόσο οι κανόνες δικαίου όσο και η θεωρία και η νομολογία επικαθορίζονται από τις κοινωνικές εξελίξεις της εκάστοτε εποχής.

Σημεία για μια κοινωνική-νομική ιστορία του βιασμού

Το πρώτο ποινικό κείμενο στην Ελλάδα, το 1823, δεν περιείχε κάποια ριζοσπαστική αλλαγή σε σχέση με τις πρότερες αντιλήψεις περί γυναικών. Ο υπολογισμός της βλάβης μιας γυναίκας κυμαινόταν αναλόγως του μεγέθους της βλάβης που υφίσταντο οι άνδρες συγγενείς της. Αν μια χήρα υφίστατο «αρπαγή» –έτσι λεγόταν τότε το πιο κοντινό στον βιασμό αδίκημα (Georges Vigarello, «Ιστορία του βιασμού», Αθήνα 2001, σ. 79 & 139)– ο δράστης αντιμετώπιζε ποινή ενός χρόνου φυλάκισης, ενώ αν το θύμα ήταν «παρθένα», η ποινή μπορούσε να φτάσει τα πέντε χρόνια φυλάκιση ή τα έξι χρόνια αν το θύμα ήταν «παντρεμένη».

Η διάκριση της «παρθένας» γυναίκας από τη «χήρα» ή την «παντρεμένη» γινόταν επί τη βάσει ενός μικρού υμένα στον γυναικείο κόλπο. Η οπή του υμένα αυτού λέγεται «κ ό ρ η» και η φθορά του μας φέρνει στην έννοια της «εκκόρευσης», η οποία περιγράφει την καταστροφή του παρθενικού υμένα, μιας ανατομικής λεπτομέρειας κεφαλαιώδους σημασίας για τις γαμήλιες σχέσεις της εποχής.

«Ο διά σωματικής βίας ή δι’ απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζων θήλυ εις εξώγαμον συνουσίαν τιμωρείται διά καθείρξεως» | Ορισμός του βιασμού από τον μεταπολεμικό Ποινικό Κώδικα (Ν. 1492/1950, άρθρο 336)

Το 1835, με τον πρώτο Ποινικό Νόμο, ο βιασμός και ο ποινικός κολασμός του ρυθμίζονταν από το άρθρο 273 του 15ου κεφαλαίου που έφερε τον τίτλο «Περί Βλάβης των Ηθών». Σύμφωνα με τη νεότερη τότε νομοθεσία, το θύμα μπορούσε να είναι άνδρας ή γυναίκα, και προστατευόταν ανεξαρτήτως παρθενίας ή έγγαμου βίου. Η έκταση της ποινής εξαρτιόταν από περιστάσεις σώρευσης άλλων εγκλημάτων, όπως η σοβαρή σωματική βλάβη ή ο φόνος. Ο ποινικός νόμος απέκλειε αποζημιώσεις για χάρη της οικογένειας του θύματος, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες περιόδους, όταν η παρθενία θεωρούνταν προστατευόμενο αγαθό της οικογενειακής περιουσίας.

Αυτή η προσπάθεια τυποποίησης του βιασμού από πλευράς του νεαρού τότε κράτους μάς υπενθυμίζει πως το κράτος προσπάθησε να παρέμβει στον κυρίαρχο τότε κοινωνικό τρόπο επίλυσης των σχετικών ζητημάτων και να επεκταθεί, ηγεμονεύοντας επί του μακραίωνου εθιμικού δικαίου. Ετσι, στον πρώτο κιόλας νόμο του ελληνικού κράτους περί βιασμού παρατηρούμε να αναδύεται μια διάκριση μεταξύ μιας αντίληψης του θύματος που βλάπτεται στο πλαίσιο της ζωής του, ως μέρους μιας οικογενειακής κοινότητας, και μιας αντίληψης με βάση την οποία το θύμα θεωρούνταν υποκείμενο με δική του τιμή και ελευθερία. Ωστόσο, η σχετική διάσταση απόψεων γύρω από το ζήτημα του ποιος υπέφερε πραγματικά από τον βιασμό: η οικογένεια (ή η κοινότητα) ή το ίδιο το θύμα, θα ταλάνιζε για δεκαετίες τόσο τους νομικούς όσο και τις τοπικές κοινωνίες (Νίκος Παρασκευόπουλος, «Ερωτας και τιμωρία στην Ελλάδα», Αθήνα 2011).

Μεταξύ νόμου και εθιμικού δικαίου, τοπικών κοινωνιών και κεντρικής διοίκησης δεν υπήρξαν βέβαια μονάχα ρήξεις αλλά και συνέχειες. Τόσο στη μία παράδοση όσο και στην άλλη, ο βιασμός που τυποποιήθηκε ποινικά το 1834 ήταν ένα αδίκημα που γύρευε τη ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων στην κοινωνία. Το παραπάνω είναι εμφανές κι από τον τρόπο που ο βιασμός συζητιόταν σε σχέση με άλλα σεξουαλικά εγκλήματα της εποχής, όπως η μοιχεία και η πορνεία.

Οπως το αντιλαμβανόταν τότε η νομική θεωρία, «η μείξη ενός άνδρα και μιας γυναίκας» συνέβαινε με την ελεύθερη βούλησή τους ή εναντίον της βούλησής τους. Στην πορνεία συνέβαινε με την ελεύθερη βούλησή τους και με ανταμοιβή, στη μοιχεία συνέβαινε ανάμεσα σε ένα ή περισσότερα έγγαμα άτομα και στον βιασμό λάμβανε χώρα ενάντια στη θέληση του ενός μέρους, με τη χρήση βίας. Συνεπώς, κάτι που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι ο βιασμός περισσότερο συνδεόταν με τη σεξουαλικότητα παρά με τα βίαια εγκλήματα εν γένει. Και κατ’ επέκταση, εφόσον το έγκλημα συνδεόταν με τη σεξουαλικότητα και όχι τη βία, η παρθενία και ο σχετικός υμένας συνιστούσαν αντικείμενα συζήτησης όχι μόνο μεταξύ νομικών αλλά και γιατρών.

Οι άνδρες γιατροί, ιατροδικαστές και νομικοί αντιπαρατίθεντο μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα γύρω από το ζήτημα της παρθενίας, συχνά όμως επικαλούμενοι το πεδίο της ανατομίας ως ακόμη ένα «όνομα» περί της ηθικής ακεραιότητας του θύματος. Το ελληνικό Κοινοβούλιο στη δεκαετία του 1910 ψήφισε μια αλλαγή στον Ποινικό Νόμο (Ν. 3841/1911, άρθρο 279Α), με βάση την οποία αν ένας άνδρας εκμεταλλευόταν την έλλειψη εμπειρίας ή την εμπιστοσύνη μιας ανήλικης «κόρης αμέμπτων ηθών» και την εξαπατούσε για να πετύχει σεξουαλική πράξη, τιμωρούνταν με 6 μήνες έως 1 έτος φυλάκιση. Ωστόσο, ο δράστης παρέμενε ατιμώρητος σε περίπτωση που παντρευόταν την «εξαπατημένη».

Στις επόμενες τέσσερις δεκαετίες, μέχρι το 1950, οι δικαστές καλούνταν να ερμηνεύσουν την έννοια της «κόρης αμέμπτων ηθών» σε κάθε μία υπόθεση, βασισμένοι περισσότερο στις κυρίαρχες αντιλήψεις της κοινωνικής ηθικής.

Με τον πρώτο Ποινικό Κώδικα (Ν. 1492 της 17.8.1950), έναν χρόνο μετά το τέλος του εμφυλίου, το άρθρο 336 παρέμεινε στο οικείο κεφάλαιο (περί Βλάβης των Ηθών) και τιμωρούνταν αυστηρότερα σε σχέση με το παρελθόν· ταυτόχρονα όμως στην πράξη προστατεύονταν κυρίως οι παντρεμένες γυναίκες – και όχι βέβαια σε περιπτώσεις βιασμών από τους συζύγους τους. Με αυτόν τον τρόπο, ο νόμος έριχνε το βάρος προστασίας των γυναικών μόνο σ’ όσες εντάσσονταν σε οικογένειες, εκφράζοντας έτσι τον μακρινό απόηχο νομοθεσιών των αρχών του 19ου αιώνα.

Ο υφηγητής ποινικού δικαίου Γιώργος Μαγκάκης, ερμηνεύοντας τον νόμο του 1950 με κριτικό πνεύμα, σημείωνε ότι η βλάβη που επιφέρουν τα εγκλήματα κατά των ηθών ερείδεται στους κανόνες της κυρίαρχης κοινωνικής ηθικής, ωστόσο η αποστολή του Νομοθέτη είναι θεμελιωδώς κοινωνική και όχι ηθική («Τα εγκλήματα περί την γενετήσιον και την οικογενειακήν ζωήν», Αθήνα 1967, σ. 5-7).

Ωστόσο και ο Μαγκάκης θεωρούσε ότι τα αδικήματα κατά των ηθών βρίσκονται στο όριο μεταξύ των εγκλημάτων κατά της κοινωνίας και των εγκλημάτων κατά των ατόμων, και αυτό είναι που συνιστούσε τον «παράξενο χαρακτήρα» τους (ό.π., σ. 10-11). Το κεντρικό αυτό «παράδοξο» εντοπίζεται και στο ζήτημα της ποινικής διαδικασίας κατά του βιασμού, ο οποίος ήταν το μόνο κακούργημα στον Ποινικό Κώδικα που δεν διωκόταν αυτεπάγγελτα: το θύμα χρειαζόταν να κινητοποιηθεί εναντίον του θύτη και να επιμείνει στην απόφασή του, επειδή αν αργότερα άλλαζε γνώμη η δίωξη έπαυε.

Ο λόγος γι’ αυτό, σύμφωνα με τον Μαγκάκη, είναι ότι ο Νόμος προστατεύει το θύμα από τον περαιτέρω ψυχικό του τραυματισμό, είτε αυτός προέρχεται από τον κοινωνικό στιγματισμό είτε από την επανάληψη του τραύματος όπως προκύπτει από την ανάκληση –στο δικαστήριο– της αφηγηματικής ροής των γεγονότων του βιασμού. Η μόνη εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα εντοπίζεται όταν μια υπόθεση βιασμού δημιουργεί κοινωνικό «σκάνδαλο», οπότε τότε ο εισαγγελέας κινεί μόνος του τη δίωξη ακόμη και δίχως τη συγκατάθεση του θύματος. Αλλά αυτή ακριβώς η λογική δείχνει ότι ο βιασμός γινόταν αντιληπτός ως έγκλημα μάλλον κατά της κοινωνίας παρά κατά των ατόμων, συμπεριφορά στενά συνυφασμένη με τη σεξουαλικότητα αλλά όχι την πειθάρχηση των γυναικών.

Το βιβλίο του Μαγκάκη θεωρείται ένα από τα βιβλία θεωρίας που προετοίμασαν το έδαφος για τις θεμελιώδεις αλλαγές στη σχετική νομοθεσία στη μεταπολίτευση. Ο Μαγκάκης έγραψε το βιβλίο του για τα «Εγκλήματα κατά των Ηθών» το 1967 ενώ δίδασκε ως υφηγητής στη Νομική της Αθήνας. Εκδιωχθείς από τη νομική σχολή και φυλακισμένος από τη στρατιωτική χούντα, ο Μαγκάκης μετατράπηκε σε πρόσωπο-σύμβολο για τους δημοκρατικούς νομικούς και τον αντιδικτατορικό αγώνα. Ο παλιός του φίλος από τα χρόνια της Νομικής της Χαϊδελβέργης, Βίλι Μπραντ, έπειτα καγκελάριος της Γερμανίας, πέτυχε την απελευθέρωση του Μαγκάκη, ο οποίος στην πρώτη μεταπολίτευση ορίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης. Εργα σαν το δικό του, γραμμένα από άνδρες υψηλής μόρφωσης στο εξωτερικό –και πάντα με την έννοια ότι τα ατομικά έργα είναι και κοινωνικά προϊόντα της εποχής τους– φαίνεται ότι εξυπηρέτησαν εξάλλου σαν ένα βολικό όχημα κριτικής ενάντια στην κυρίαρχη καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και ειδικά το νομικό της περίβλημα.

Το κοινωνικό επίδικο

Παρά το γεγονός ότι γυναίκες δεν εμπλέκονταν ακόμη μαζικά στα νομικά επαγγέλματα της εποχής (η Ζώγια Χρονάκη και η Γιώτα Κραβαρίτου, μεταξύ των επιφανέστερων, εμφανίστηκαν μετά τη δεκαετία του 1970), προφανώς δεν πρέπει να παραβλέψουμε την παρουσία των γυναικών στο συγκείμενο της περιόδου, στην κειμενική ατμόσφαιρα της νομοθεσίας περί Ηθών, αλλά και της κριτικής της. Οι γυναίκες της χώρας βίωσαν ιστορικά δύο μαζικές εξόδους από την ιδιωτική σφαίρα: η πρώτη συνέβη για λόγους εργασίας από τα τέλη του 19ου αιώνα –και συνεχίστηκε σε κύματα μέσα στον 20ό– ενώ η δεύτερη πραγματοποιήθηκε και με όρους πολιτικής δραστηριοποίησης στα μέσα του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου που ακολούθησε. Και οι δύο έξοδοι, τελικά, αποτέλεσαν αγώνες για την επιβίωση.

Η νομοθεσία του 1911 θα μπορούσε λοιπόν, σκέφτομαι, να διαβαστεί σαν απαντητική θεσμική πρωτοβουλία απέναντι στην πρώτη μεγάλη έξοδο, όταν οι ανήλικες εργάτριες έβρισκαν τον δρόμο τους προς τα εργοστάσια, σε χαμηλόμισθες και ανθυγιεινές δουλειές, συναντώντας παράλληλα νέα όρια στην ώς τότε κοινωνικότητα και σεξουαλική τους δραστηριότητα, προκαλώντας έτσι την «ανησυχία» του κράτους που έσπευσε στη δεκαετία του 1910 να παραγάγει αρκετές νομοθετικές πρωτοβουλίες γύρω από την εργατική τάξη και την ανηλικότητα.

Η νομοθεσία του 1950, αντίστοιχα, θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια απάντηση στο γεγονός ότι οι γυναίκες διαμόρφωσαν ενεργά τη δημόσια σφαίρα της δεκαετίας του 1940, μια πραγματικότητα που από τη Δεξιά αναγνώστηκε ως σοβαρή απειλή κατά των κυρίαρχων κοινωνικών ηθών, ειδικά όταν δεν είχε να κάνει με την ανάπτυξη φιλανθρωπίας ή εθνικών πρωτοβουλιών. Και στις δύο αυτές μαζικές εξόδους από το σπίτι, οι οικογένειες έχασαν έδαφος σε σχέση με τον έλεγχο των γυναικών, το οποίο καλύφθηκε από άλλους κοινωνικούς θεσμούς αλλά και πολιτικές οργανώσεις.

Πιθανόν, λοιπόν, αυτή η αποσταθεροποίηση του παραδοσιακού, πατριαρχικού status quo ώθησε το κράτος να παράξει αυτές τις εξισορροπητικές νομοθεσίες κατά των προσβολών των Ηθών, οι οποίες εξυπηρέτησαν σαν κειμενικές πλατφόρμες προστασίας –και άρα ελέγχου– των γυναικών και των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες εμπλέκονταν.

Από τη δεκαετία του 1980 στο σήμερα

Αν και μια πρώτη φεμινιστική κριτική των νόμων μπορεί να βρεθεί ήδη από τα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως έχουν δείξει η Εφη Αβδελά και η Αγγέλικα Ψαρά στην έρευνά τους για τους φεμινισμούς του μεσοπολέμου, δεν ήταν παρά στα χρόνια της αποκατάστασης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που αναδύθηκε μια συστηματική φεμινιστική προσέγγιση του ποινικού νόμου για τον βιασμό, και μια κριτική με όρους μαζικού κινήματος και διευρυμένη κοινωνική εμβέλεια, όταν πολλές γυναίκες άλλαζαν τις αντιλήψεις τους για τις έμφυλες σχέσεις και ρόλους, βασισμένες στις εμπειρίες των μανάδων τους και στα δικά τους έμφυλα και πολιτικά βιώματα σε μια χώρα στην οποία οι κοινωνικές συνθήκες ζωής αλλάζανε ραγδαία.

Το 1984, την εποχή της συζήτησης του νέου Ποινικού Κώδικα, κάποιες θεσμικές φεμινιστικές ομάδες εμφανίστηκαν με συμπαγή αιτήματα που στόχευαν στην επέκταση του νομικού ορισμού του βιασμού αλλά και την επέκταση του ποινικού ελέγχου: ο βιασμός θα έπρεπε να θεωρείται έγκλημα κατά της προσωπικής ελευθερίας, όχι των ηθών· η ποινική του δίωξη θα έπρεπε να συμβαίνει αυτεπάγγελτα· καμία αποκατάσταση του βιασμού δεν θα έπρεπε να συμβαίνει μέσω γάμου ή χρηματικής αποζημίωσης, σε οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο· η μη συναινετική «παρά φύσει ασέλγεια» εναντίον γυναικών και ανδρών εξίσου, καθώς και ο ενδοοικογενειακός βιασμός, θα έπρεπε να θεωρείται και νομικά βιασμός· η σεξουαλική πράξη δεν θα έπρεπε να ανάγεται στη διείσδυση και, αντίστοιχα, οι υποθέσεις «εξαναγκασμού εις ασέλγειαν» θα έπρεπε να θεωρούνται επίσης βιασμός.

Ο ποινικός νόμος 1419/1984 πράγματι ενσωμάτωσε κάποιες απ’ αυτές τις ολότελα διαφορετικές σε σχέση με το παρελθόν αντιλήψεις. Οι νέες νομικές ρυθμίσεις αποσυνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους ηθικούς κανόνες, αν και όχι ολότελα από την ασάφειά τους. Ο καθηγητής Νίκος Παρασκευόπουλος, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης κι ο ίδιος, αναγνώρισε στον Π.Κ. του 1984 «μια αλλαγή στον ρου της ιστορίας», ακόμη κι αν αυτή η «ανατροπή» δεν υπήρξε πλήρης. Ο ενδοοικογενειακός βιασμός, πάντως, θα χρειαζόταν ακόμη 22 χρόνια για να θεσπιστεί, μέχρι δηλαδή τον νόμο 3500/2006.

Αν και ο Ποινικός Κώδικας του 2019 δεν συμπεριέλαβε ριζοσπαστικές αλλαγές στο νομικό κείμενο, ούτε συνοδεύτηκε από ευρείες συζητήσεις στην ελληνική κοινωνία ή στις νομικές σχολές, αρκετές κριτικές στον πρόσφατο κώδικα διαπνέονταν από τη λογική του κρατικού παρεμβατισμού, την επέκταση και την επιβάρυνση του ποινικού ελέγχου, γεγονός για το οποίο μπορούν να αναζητηθούν αιτίες στα χρόνια της κρίσης και την ανανεωμένη σημασία που έλαβε η οικογένεια στα χρόνια αυτά (Νίκος Παρασκευόπουλος – Ευτύχης Φυτράκης, «Αξιόποινες σεξουαλικές πράξεις», Αθήνα-Κομοτηνή 2021, σ. 16).

Παρ’ όλα αυτά, ο βιασμός ακόμη και σήμερα δεν διώκεται αυτεπάγγελτα, πράγμα που σημαίνει ότι ενώ στο ελληνικό ποινικό σύστημα η δίωξη των εγκλημάτων είναι κρατική, σ’ αυτό το αδίκημα αφήνεται ένα περιθώριο να υπάρχουν σκοτεινοί αριθμοί. Το «παράδοξο» που ο Μαγκάκης περιέγραφε πριν από 55 χρόνια σχετικά με την ιδιοτροπία των συγκεκριμένων εγκλημάτων παραμένει. Μέσα σ’ όλα αυτά, ο βιασμός θεωρείται ακόμη σήμερα σεξουαλικό έγκλημα, όχι έγκλημα ενάντια στην προσωπικότητα, δηλαδή θεωρείται μη συναινετική σεξουαλική πράξη και όχι επίθεση ειδικού έμφυλου βάρους, με όχημα τη σεξουαλική πράξη.

Προσπάθησα να δείξω εν συντομία ότι ο τρόπος που εξελίχθηκαν ιστορικά οι νόμοι για τον βιασμό αντανακλούν κυρίαρχες έμφυλες αντιλήψεις αυτής της κοινωνίας. Πρόκειται για μια σειρά νομικών ρυθμίσεων που στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν στη δημόσια συζήτηση γύρω από το τι συνιστά «γυναίκα»: μέρος μιας ανδρικής κοινότητας, πρόσωπο του οποίου το πιο πολύτιμο μέρος του σώματος, ένας υμένας, παραμένει υπό την «ηθική» προστασία της κοινωνίας, ή πρόσωπο πλήρες δικαιωμάτων και αυτονομίας στο σώμα του;

Επιπλέον, στον 20ό αιώνα οι νομικές ερμηνείες του βιασμού εμπλουτίστηκαν από τη σταδιακή παρακμή της έννοιας της παρθενίας και η νομοθεσία για τα ήθη φαίνεται να λειτούργησε σαν πεδίο ευρείας αντιπαράθεσης: τόσο σαν μια πλατφόρμα νομικών κειμένων πίσω από την οποία το κράτος προσπάθησε να προστατέψει και να ελέγξει τις γυναίκες, επανεγγράφοντας την ισχύουσα κοινωνική θέση τους, όσο και σαν βολικό όχημα για την κριτική της κυρίαρχης κοινωνικής ηθικής και της κρατικής τυραννίας.

Η νομικο-ιστορική συζήτηση για τον βιασμό κείται στο όριο ευρύτερων αλλαγών σ’ αυτούς τους δύο αιώνες και αναγκαστικά μας ωθεί να εμπλακούμε με την ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων που προηγήθηκαν και συνόδευσαν τις αντίστοιχες νομικές κατασκευές. Νομίζω ότι μια ιστορία των νόμων του βιασμού δεν είναι ωφέλιμο να συζητείται με γενικούς όρους προοδευτικότητας και συντηρητισμού ούτε για την έρευνα ούτε για την ανίχνευση του επίδικου. Είναι εξάλλου σε μεγάλο βαθμό μπλεγμένη με άλλες ιστορίες, αυτές του κράτους, της γενεαλογίας του νομικού επαγγέλματος και των ειδικών του, του φεμινιστικού κινήματος, της γυναικείας εργασίας, του γάμου.

Ο νόμος είναι μια γλώσσα ρύθμισης όλων των παραπάνω, αποκρυσταλλωμένων σε ένα κείμενο που καλείται να διαφεντεύει τη ζωή των επόμενων γενεών, «εκφράζει μια κυρίαρχη ιδεολογία και συνάμα την επιβάλλει στον κοινωνικό χώρο» (Ιωάννης Μανωλεδάκης, «Μελέτες για Εμβάθυνση στο Ποινικό Δίκαιο 1978-2005», Αθήνα-Κομοτηνή 2005, σ. 25)· ταυτόχρονα, συνιστά μια παγωμένη εικόνα κοινωνικών διεργασιών που ξεχάστηκαν στο πέρασμα του χρόνου.

Το να βλέπουμε έτσι τους νομικούς μετασχηματισμούς είναι πολύτιμο, γιατί μας βοηθάει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τι κείται κάτω από τον νόμο· πέρα από τα νομοθετικά σώματα, τους νομικούς και τη δικαστηριακή πρακτική, υπάρχουν τα ίχνη μιας συζήτησης για τις νόρμες, την ερμηνεία τους και τον κοινωνικό μετασχηματισμό.


 Το παραπάνω άρθρο προέκυψε από έρευνα για το πρόγραμμα «Brutal Intimacies. A history of rape in modern Greece, 1900s-1960s», με επιστημονική υπεύθυνη τη Δήμητρα Βασιλειάδου. Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα υποστηρίζεται από το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) στο πλαίσιο της Δράσης «2η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών» (Αριθμός Εργου: 9).

 * μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Ακολουθήστε μας στο Google news
Google News
ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΤΙΑ
Για τη γαλανόλευκη και τον Φίρερ
Πρόκειται για τη γνωστότερη -και συνάμα αποκαλυπτική- από τις ετήσιες αντικομμουνιστικές «γιορτές μίσους». Στον Μελιγαλά η επιμνημόσυνη τελετή αποτίει φόρο τιμής σε μια πολύ διαφορετική πτυχή της δεκαετίας του...
Για τη γαλανόλευκη και τον Φίρερ
ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΤΙΑ
Ενας μύθος, μα ποιος μύθος;
Τελικά, το τραύμα είναι πολύ βαθύ. Δεκαετίες τώρα, κάθε απόπειρα αντιδραστικής αναδιάρθρωσης του ελληνικού Πανεπιστημίου συνοδεύεται από αλλεπάλληλους εξορκισμούς και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Ενας μύθος, μα ποιος μύθος;
ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΤΙΑ
«Ομηρίες» για κάθε γούστο
Οταν η εφημερίδα της οικογένειας Μητσοτάκη πανηγύριζε για την «ανομία» όσων βρίσκονταν στη σωστή πλευρά της πανεπιστημιακής ιστορίας.
«Ομηρίες» για κάθε γούστο
ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΤΙΑ
Το πραγματικό πρόσωπο ενός απωθημένου πολέμου
Ενα εξαιρετικό βιβλίο για τη μικρασιατική εκστρατεία όπως τη βίωσαν οι Ελληνες φαντάροι, μια ανασύσταση της συλλογικής εμπειρίας των ανθρώπων που εκόντες άκοντες επιφορτίστηκαν με τη διεξαγωγή του τριετούς...
Το πραγματικό πρόσωπο ενός απωθημένου πολέμου

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας