• Αθήνα
    Αίθριος καιρός
    27°C 24.4°C / 27.9°C
    1 BF
    38%
  • Θεσσαλονίκη
    Αίθριος καιρός
    24°C 21.9°C / 26.6°C
    0 BF
    68%
  • Πάτρα
    Αίθριος καιρός
    26°C 20.0°C / 28.7°C
    2 BF
    48%
  • Ιωάννινα
    Αίθριος καιρός
    19°C 18.9°C / 23.1°C
    1 BF
    82%
  • Αλεξανδρούπολη
    Αίθριος καιρός
    23°C 23.0°C / 23.0°C
    3 BF
    54%
  • Βέροια
    Αίθριος καιρός
    24°C 21.8°C / 25.1°C
    1 BF
    69%
  • Κοζάνη
    Αίθριος καιρός
    19°C 18.4°C / 20.6°C
    1 BF
    72%
  • Αγρίνιο
    Αίθριος καιρός
    26°C 21.6°C / 25.6°C
    2 BF
    43%
  • Ηράκλειο
    Ελαφρές νεφώσεις
    24°C 22.1°C / 24.8°C
    2 BF
    75%
  • Μυτιλήνη
    Αίθριος καιρός
    24°C 23.9°C / 23.9°C
    3 BF
    65%
  • Ερμούπολη
    Αίθριος καιρός
    25°C 24.1°C / 25.5°C
    3 BF
    61%
  • Σκόπελος
    Αίθριος καιρός
    25°C 24.6°C / 24.6°C
    2 BF
    55%
  • Κεφαλονιά
    Αίθριος καιρός
    25°C 25.1°C / 25.1°C
    2 BF
    67%
  • Λάρισα
    Αίθριος καιρός
    22°C 19.5°C / 21.9°C
    0 BF
    68%
  • Λαμία
    Αίθριος καιρός
    26°C 19.5°C / 27.3°C
    0 BF
    71%
  • Ρόδος
    Αίθριος καιρός
    26°C 26.0°C / 27.8°C
    2 BF
    64%
  • Χαλκίδα
    Αίθριος καιρός
    26°C 24.7°C / 28.1°C
    2 BF
    37%
  • Καβάλα
    Αίθριος καιρός
    25°C 21.5°C / 25.5°C
    1 BF
    54%
  • Κατερίνη
    Αίθριος καιρός
    24°C 22.2°C / 26.7°C
    1 BF
    81%
  • Καστοριά
    Αίθριος καιρός
    19°C 18.8°C / 18.8°C
    0 BF
    51%
Νεολαία για δέσιμο

Η άποψη της Νεολαίας Λαμπράκη για το αστυνομοκρατούμενο προδικτατορικό Πανεπιστήμιο. Εξώφυλλο της «Πανσπουδαστικής» (φ.50, Φλεβάρης 1966)

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νεολαία για δέσιμο

  • A-
  • A+
Η δαιμονοποίηση των «Λαμπράκηδων» από την προδικτατορική Δεξιά ● Aυτά που καταλόγιζε μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 στους «Λαμπράκηδες» παρουσιάζουν απίστευτες ομοιότητες με τον σημερινό λόγο της Ν.Δ.
Ακολουθήστε μας στο Google news

Σε μια απροσδόκητη ιστορική αναφορά κατέφυγε ο πρωθυπουργός κατά την πρόσφατη συζήτηση του νομοσχεδίου Χρυσοχοΐδη-Κεραμέως (11/2), για να κατακεραυνώσει όσους αντιδρούν στη συγκρότηση της πανεπιστημιακής αστυνομίας. Διάβασε κάποια αποσπάσματα από «κείμενο της Νεολαίας Λαμπράκη, με το οποίο καλούσε τους νέους να πρωταγωνιστήσουν στον αγώνα για περισσότερες και ποιοτικότερες σπουδές», προεξοφλώντας πως αυτό το τελευταίο ταυτίζεται με την εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησής του: «Εάν δεν συμφωνείτε με μας», διακήρυξε στρεφόμενος προς τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, «τουλάχιστον συμφωνήστε με τις εμβληματικές προσωπικότητες μιας άλλης Αριστεράς -με την οποία δεν έχετε καμία σχέση-, έστω και την τελευταία στιγμή να αλλάξετε ρότα για την παιδεία και το νομοσχέδιο, να τους ακούσετε και να το ψηφίσετε!».

Παρά το αναμενόμενο χειροκρότημα από τα έδρανα της Ν.Δ., η γελοιότητα της όλης ατάκας έβγαζε μάτι. Οχι μόνο λόγω της εγγενούς φαιδρότητας των ύμνων προς τις «ποιοτικές σπουδές» από μια κυβέρνηση που ετοιμάζεται να κλείσει ΑΕΙ για να διευρύνει την πελατεία των γνωστών κολεγίων, αλλά και για πραγματολογικούς καθαρά λόγους. Είναι βέβαια γνωστό πως κ. Μητσοτάκης δεν διακρίνεται και τόσο για την ιστορική του συγκρότηση· προ τριετίας άφησε, άλλωστε, εποχή με το ρητορικό ερώτημά του «ποιος νέος ψηφοφόρος ενδιαφέρεται τι έγινε το 1963 με τον Γρηγόρη Λαμπράκη;».

«Οι “Λαμπράκηδες” πρέπει να διαλυθούν, αποτελούν μίαν τύποις και ουσία έκνομον οργάνωσιν» - «Η Καθημερινή», 7/4/1967

Η τρέχουσα αναβίωση του κακόφημου «Σπουδαστικού» της Ασφάλειας (με πολύ χειρότερη μάλιστα μορφή) υπήρξε όμως τόσο έντονα φορτισμένη με ιστορικές μνήμες, που τον ώθησε στην αναζήτηση δικών του αναλογιών με το παρελθόν. Λιγότερο ή περισσότερο εύστοχα, οι αγορητές της αντιπολίτευσης του θύμισαν, φυσικά, όχι μόνο τους αγώνες της Νεολαίας Λαμπράκη κατά του «Σπουδαστικού» αλλά και όσα η Δεξιά τής έσερνε τον καιρό της ύπαρξής της.

Θα ήταν κρίμα, πάντως, να περιοριστούμε σε όσα φευγαλέα ειπώθηκαν επ’ αυτού από μνήμης, στη διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Αν μη τι άλλο, επειδή αυτά που η προδικτατορική Δεξιά καταλόγιζε μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 στους «Λαμπράκηδες» παρουσιάζουν απίστευτες ομοιότητες με τον σημερινό λόγο της Ν.Δ.

Μας αποκαλύπτουν, δηλαδή, αυτούσιες τις καταβολές της τωρινής κυβερνητικής υστερίας γύρω από την «ανομία» που (υποτίθεται ότι) βασιλεύει στα ΑΕΙ και πρέπει να παταχθεί από τους ειδικούς φρουρούς της Ομάδας Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, αυτή τη σύγχρονη μετενσάρκωση των μετεμφυλιακών ΤΕΑ. Ας τις δούμε, λοιπόν, κάπως πιο διεξοδικά.

Τα ελληνικά σίξτις

Οι «Λαμπράκηδες» ιδρύθηκαν ως αυτοτελής αντιφασιστική «Δημοκρατική Κίνηση Νέων» στις 8/6/1963, δύο βδομάδες μετά τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από το καραμανλικό παρακράτος. Η πρωτοβουλία ανήκε στον Μίκη Θεοδωράκη και πλαισιώθηκε από νεότερα στελέχη της ΕΔΑ, που διέγνωσαν τις διάχυτες αντιαυταρχικές διαθέσεις μιας νεολαίας που ασφυκτιούσε από την αστυνομοκρατία και τους πολιτικοϊδεολογικούς αποκλεισμούς του κράτους των εθνικοφρόνων –και ταυτόχρονα, όπως σ’ ολόκληρο τον τότε αναπτυγμένο κόσμο, αμφισβητούσε υπόκωφα τις παραδοσιακές αξίες κι ιεραρχίες.

Τον Σεπτέμβριο του 1964 η οργάνωση μετονομάστηκε σε Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ) κι αναγορεύθηκε σε επίσημη κομματική νεολαία της ΕΔΑ· μεταβολή που απέβλεπε όχι μόνο στον κομματικό έλεγχο αλλά και στη θεσμική προστασία της από την κρατική καταστολή, καθώς είχε ήδη αρχίσει να στοχοποιείται σαν όργανο -υποτίθεται- του παράνομου ΚΚΕ. Χάρη και στην πολιτική φιλελευθεροποίηση που ακολούθησε την εκλογική ήττα της ΕΡΕ, η ραγδαία οργανωτική ανάπτυξή της συνεχίστηκε μέχρι τα Ιουλιανά του 1965, με συμμετοχή 42.500 νέων στις προσυνεδριακές διαδικασίες εκείνης της χρονιάς. Ακολούθησε μια σχετική κάμψη (κι αγωνιστική σκλήρυνση) λόγω των διώξεων που δέχτηκε από τις δεξιές κυβερνήσεις των αποστατών και της ΕΡΕ (1965-1967), για ν’ απαγορευτεί τελικά αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.

Εκτός από την έμπρακτη αμφισβήτηση των μετεμφυλιακών φραγμών, η ΔΝΛ επιδόθηκε σε μια ευρύτατη γκάμα καθημερινών δραστηριοτήτων: από τη δημιουργία χώρων πολιτισμού (οι περίφημες «Λέσχες») και τον «μήνα βιβλίου» μέχρι την αυτόβουλη βελτίωση των συλλογικών όρων ζωής των λαϊκών συνοικιών, διαμορφώνοντας πλατείες κι άλλες κοινόχρηστες υποδομές με ομαδική εργασία. Στο εκπαιδευτικό επίπεδο, οι αγώνες των Λαμπράκηδων κινήθηκαν τέλος σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από τις στρατηγικές επιλογές της Δεξιάς, τοτινής και τωρινής.

Παράδειγμα, η πάλη κατά της μείωσης των εισακτέων μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου: «Ο φωστήρας υπουργός [Παιδείας] κ. Διαμαντόπουλος», διαβάζουμε στο περιοδικό της ΔΝΛ, «βρήκε τη λύση και για το πρόβλημα της επάρκειας των κτιρίων των ανωτάτων σχολών και σύμφωνα με την αρχή “πονάει μάτι – βγάζεις μάτι” έκοψε τον αριθμό των εισαγομένων στις ανώτατες σχολές κατά δύο χιλιάδες. Χαρακτηριστική η συγγένεια των προδοτών της Δημοκρατίας με τους υπουργούς του …”ας γεννιόσασταν πλούσιοι για να σπουδάσετε”» («Η Γενιά μας», 15/8/1965, σ.5).

Για τον λόγο των αντιπάλων της πάνω στα ίδια ζητήματα, αρκετά εύγλωττο είναι το βιβλίο που εξέδωσε τότε ο βουλευτής και πρώην υπουργός Παιδείας της ΕΡΕ, πανεπιστημιακός Γρηγόριος Κασιμάτης. «Η δωρεάν παιδεία», υποστήριζε, «είναι ένα από τα πολλά δημαγωγικά συνθήματα της σημερινής Κυβερνήσεως [Παπανδρέου] που αποβλέπει, κατά τον διεθνή όρον, εις τον “βιασμόν του πλήθους”. Αλλαι πρέπει να είναι αι βάσεις. Δωρεάν διά τους αρίστους και διά τους απόρους. Αυστηρότης εις την μόρφωσιν. Αλλά και ακαμψία έναντι της δημαγωγίας» («Ετος αγώνων», Αθήναι 1965, σ.100).

Εξίσου γνώριμος ακούγεται ο ισχυρισμός του ίδιου καθηγητή, πως «από του 1952 η αριστερά είναι αμέσως ή εμμέσως ο κυρίαρχος παράγων της πολιτικής μας ζωής» (σ.9), και ορισμένες ακόμη ιδέες του: «Υπάρχει σήμερον Δημοκρατία; Πού την είδατε; Δημοκρατία δεν σημαίνει ασυδοσίαν. Σημαίνει ελευθερίαν, εντιμότητα, σταθερότητα και απόδοσιν. Σήμερον τα πάντα διαλύονται» (σ.17).

«Μειοψηφίες ταραχοποιών»...

Ενα πάγιο στερεότυπο που επιστρατεύθηκε κατά της ΔΝΛ ήταν πως αποτελούσε μειοψηφία ταραχοποιών που υπονόμευαν την εύρυθμη λειτουργία των ΑΕΙ. Οταν λ.χ. τον Ιανουάριο του 1966 ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής, Νικόλαος Τωμαδάκης, έστειλε στο πειθαρχικό το Δ.Σ. του φοιτητικού συλλόγου «Ο Πλάτων» επειδή είχε πραγματοποιήσει εκδήλωση υπέρ του κατασυκοφαντημένου σχολικού βιβλίου Ιστορίας του Καλοκαιρινού, δικαιολόγησε δημόσια την ενέργειά του ως εξής:

«Ενεκάλεσα εις την Πανεπιστημιακήν Σύγκλητον την διοίκησιν του εν λόγω Συλλόγου […] διότι ουδείς ούτε είναι ούτε δύναται να είναι ασύδοτος. Σκοπιμότης ν’ αφήσωμεν τα παιδιά ήσυχα δεν υπάρχει, όταν δρα εν τη Φιλοσοφική Σχολή παράνομον σωματείον “Λαμπράκηδων”, όπερ θέτει υπό τον έλεγχόν του ή επιδιώκει να θέση και να κατευθύνη την φοιτητικήν εκπροσώπησιν. Οι εν λόγω αριστεροί δεν είναι περισσότεροι των 5% του όλου των φοιτητών μας (δηλαδή είναι 200 επί 4.000 φοιτητών της Φιλοσοφικής), έχουν όμως τον δυναμισμόν να καταπτοούν τους 3.800 υπολοίπους φοιτητάς και να καπηλεύωνται την εκπροσώπησίν των.

Ως έχων την ευθύνην διά τα εν τη Σχολή, δεν αναγνωρίζω τον λεγόμενον “φοιτητικόν συνδικαλισμόν” (οι φοιτηταί δεν είναι αρτεργάται ή οδοκαθαρισταί), ουδέ την ανάμιξιν της πολιτικής εις τας ενεργείας των φοιτητών. Δεν ανακρίνω τας σκέψεις, δεν διώκω τα φρονήματα, αλλά θα θέσω υπό έλεγχον τας πειθαρχικάς παραβάσεις των παρανομούντων και, πολλώ μάλλον, των υποκινούντων την αταξίαν. Το αντίθετον θα εσήμαινεν ότι θα παρεδίδωμεν τα αθώα τέκνα του Ελληνικού Λαού, άτινα εστάλησαν να σπουδάσουν και ουχί να θητεύσουν εις τους “Λαμπράκηδες” και τα ενεργούμενά των, εις τους ινστρούχτορας του Κομμουνισμού, διά την εγκαθίδρυσιν σοβιέτ εν τω Πανεπιστημίω (αντιπροσώπευσιν των “Λαμπράκηδων” εις την διοίκησιν του Ιδρύματος)» («Καθημερινή», 1/2/1966).

Λίγα χρόνια μετά, ο Τωμαδάκης θα εξυμνούσε γλοιωδώς την εθνοσωτήριο χούντα του Παττακού και του Παπαδόπουλου. Ο κοσμήτορας που δεν δεχόταν φοιτητικό «σοβιέτ» στα πόδια του, μια χαρά ανέχτηκε τους καραβανάδες «επιτρόπους» που επέβαλε στις σχολές η εθνικόφρων στρατοκρατία.

Δεν ήταν, άλλωστε, ο μόνος που επικαλούνταν αυτό το επιχείρημα. «Αι ταραχαί προκαλούνται από ολιγωτέρους των 2.000 επαγγελματίας ταραχοποιούς, με τους οποίους ο λαός ουδέν κοινόν έχει», υποστήριζε λ.χ. στις παραμονές του πραξικοπήματος ο αρχηγός της κοινοβουλευτικής Δεξιάς, Παναγιώτης Κανελλόπουλος («Μεσημβρινή», 7/4/1967). «Οι κομμουνισταί φοιτηταί, αν και αποτελούν μειοψηφία -υπολογίζονται σε 13%- έχουν ουσιαστικά υπό τον έλεγχό τους τους φοιτητικούς συλλόγους των Αθηνών» χάρη στη σύμπραξή τους με την πολυπληθέστερη Κεντροαριστερά, ισχυριζόταν την ίδια εποχή ο Γιάννης Λάμψας, από τους βασικούς διαύλους τότε του βαθέος κράτους στον Τύπο. «Χωρίς την κομμουνιστική βοήθεια, το ψηφοδέλτιο των εθνικοφρόνων θα υπερείχε κατά πολύ. Αλλά το Λαϊκό Μέτωπο εξουδετέρωσε τους εθνικιστάς» («Ακρόπολις», 5/2/1967).

...και χιλιάδες «αρουραίοι»

Τους ισχυρισμούς περί οικτρής μειοψηφίας συμπλήρωνε, κατά την πάγια μεθοδολογία της εθνικόφρονος κινδυνολογίας, το ακριβές αντίθετό τους: η ασύστολη διόγκωση του υποτιθέμενου κινδύνου. «Η ηγεσία του Στρατεύματος», εξηγεί λίγο αργότερα ο Λάμψας, «ανησυχεί για την υποχθόνια δράσι των Λαμπράκηδων στας ενόπλους δυνάμεις. Ενας συνταγματάρχης έλεγε, προ ημερών, τα εξής: “Το ποσοστόν των Λαμπράκηδων στο Στρατό λένε πως είναι 15-17%. Ας παραδεχθούμε πως είναι μόνο 10%. Αλλά την άνοιξη του '67 που θα κληθούν οι νέες κλάσεις θα γίνη αυτομάτως 20%. Και την άνοιξι του '68 θα έχει φθάση, όπως πηγαίνουν τα πράγματα, το 30%. Ποιος απ’ τους πολιτικούς μας σκοτίζεται γι’ αυτό το ανησυχητικό γεγονός;”» («Ακρόπολις», 16/2/1967).

«Οι κυβερνητικοί κόλποι κατέστησαν το θερμοκήπιον μιας άνευ προηγουμένου, μετά τον Δεκέμβριον του 1944, ανδρώσεως του κομμουνιστικού κινήματος μέχρις σημείου ώστε ν’ αποτελή πλέον και εκ νέου ο κομμουνισμός θανάσιμον κίνδυνον διά τον ελληνισμόν», διαπίστωνε πάλι σε κύριο άρθρο της η «Καθημερινή» (16/2/1965). «Η οργάνωσις των “Λαμπράκηδων”, με τας ευλογίας της αριστεράς ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας -το ολιγώτερον με την ευμενή της ανοχήν- έθεσεν την μαθητιώσαν και την φοιτητιώσαν νεολαίαν υπό τον έλεγχόν της».

Για την ανάσχεση του κακού, η Ελένη Βλάχου θα προτείνει έτσι επωνύμως, εν μέσω Ιουλιανών, τη λήψη ανορθόδοξων μέτρων: «Η μόνη λύσις: Να κλείση η Βουλή και ν’ ανοίξουν τα φλίππερς. Να ξαναγλυστρίσουν οι αρουραίοι της Ομονοίας και των Χαυτείων στις φωληές τους, στις στοές και στα υπόγεια, να βρούνε τα παλαιά τους παιχνίδια, και ν’ αφήσουν τα καινούργια, τις “Δημοκρατίες” και τα “114”...».

Το κακό εξορκιζόταν έτσι διά της πλασματικής αποπολιτικοποίησής του: «τα παιδιά» που έβγαιναν μαζικά στους δρόμους κατά του βασιλικού πραξικοπήματος έπαιζαν απλώς «κλέφτες κι αστυνόμους», αφού «μέσα στη φύσι τους είναι να φανατίζωνται, να μεθούν με επαναστατικά συνθήματα, να ηλεκτρίζωνται και από τα ζήτω και από τα κάτω χωρίς καν ν’ αναζητούν εξηγήσεις ούτε για το ένα ούτε για το άλλο» («Καθημερινή», 26/8/1965).

Βία και φοβία

Το συνηθέστερο μοτίβο αφορούσε, φυσικά, τη «βία» που η ΔΝΛ, ως γνήσιος επίγονος των κατσαπλιάδων της δεκαετίας του ’40, ασκούσε σε βάρος των εθνικοφρόνων και του κράτους τους.

«Οι Λαμπράκηδες είναι πρώτοι και καλύτεροι σε κάθε εκδήλωσι που στρέφεται εναντίον της τάξεως και της ησυχίας. Στις φοιτητικές διαδηλώσεις παίζουν τον ρόλο υποκινητών και υποδαυλιστών κάθε ταραχής», υπενθυμίζει ο Λάμψας δύο μήνες πριν από το πραξικόπημα («Ακρόπολις» 16/2/1967). Σε άλλο ρεπορτάζ του διαβάζουμε, πάλι, πως «οι “Λαμπράκηδες” επωφελούνται του πανεπιστημιακού ασύλου για να δημιουργούν ταραχές έξω απ’ τον καθαυτό χώρο του Πανεπιστημίου» (5/2/1967).

Οι «ταραχές» εκτός ασύλου προκαλούνταν σχεδόν πάντα από τις προσπάθειες των φοιτητών να σπάσουν τη μόνιμη -τότε- απαγόρευση των διαδηλώσεων. Αυτή η τελευταία δεν εμπόδιζε, φυσικά, τους κυβερνώντες να προβάλλουν (όπως και σήμερα) ένα ψευδεπίγραφα μετριοπαθές προσωπείο. «Πάσα εκδήλωσις ή συγκέντρωσις εις το μέλλον πραγματοποιουμένη εντός των πλαισίων του νόμου όχι μόνον θα επιτρέπεται αλλά θα προστατεύεται απολύτως», δήλωσε λ.χ. ο υπουργός Δημόσιας Τάξης των αποστατών, Χρήστος Αποστολάκος, μετά τη βίαιη διάλυση μιας απαγορευμένης πορείας της ΕΦΕΕ (1/2/1966), για να συμπληρώσει με νόημα: «Θα πατάσσεται όμως αμειλίκτως πάσα απόπειρα εκμεταλλεύσεως δικαίων αιτημάτων και μεταβολής αυτών εις οχλοκρατικάς εκδηλώσεις με αντικειμενικόν σκοπόν την διασάλευσιν της τάξεως εις βάρος των φιλησύχων πολιτών» («Βραδυνή», 2/2/1966).

Ετσι κι αλλιώς το «άσυλο» δεν κάλυπτε σχεδόν τίποτα, όπως εξήγησε η «Καθημερινή» (13/4/1967) μετά τη βίαιη εισβολή της Χωροφυλακής στο Αριστοτέλειο: «Ούτε νόμιμον δικαίωμα είχον ούτε και ηθικήν δικαιολογίαν διά την κατάληψιν του πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου και την μετατροπήν του εις κέντρον κομμουνιστικής προπαγάνδας και ασχημιών, οι Θεσσαλονικείς “Λαμπράκηδες”. Το ακαδημαϊκόν άσυλον προσφέρεται εις την ελευθέραν έκφρασιν και ανάπτυξιν επιστημονικών ιδεών και όχι ως άντρον ύβρεων του υποκόσμου εναντίον των πανεπιστημιακών αρχών, της χωροφυλακής και του εισαγγελέως. Διά το είδος αυτό των εκδηλώσεων υπάρχουν άλλα άσυλα, εις τα οποία η δημοσία γνώμη αναμένει ότι θα αποσταλούν οι πρωτεργάτες των χθεσινών ασχημιών».

Ακόμη και η ειρηνική έκβαση μιας κινητοποίησης θεωρήθηκε λόγος εισαγγελικής παρέμβασης από την ίδια εφημερίδα, προς τα τέλη των Ιουλιανών (26/8/1965): «Δεν γνωρίζομεν ακριβώς ποίος είναι αυτός ο κ. Λ. Κύρκος. Ηκούσαμεν, πάντως, ότι πρόκειται περί αριστερού πολιτευομένου-δημοσιογράφου, συμμαθητού εις το Αμερικανικόν Κολλέγιον και προσωπικού φίλου του κ. Α. Παπανδρέου και εδιαβάσαμεν ότι ήρκεσε εν και μόνον “νεύμα” του διά να διαλυθή ησύχως η προχθεσινή συγκέντρωσις “Λαμπράκηδων” και άλλων “ευγενών νέων”. Εάν το τελευταίον αληθεύη, τούτο σημαίνει ότι ο εν λόγω κύριος διαθέτει μεγάλην επιρροήν επί των εξ επαγγέλματος ταραξιών και οχλοκρατών. Κατ’ ακολουθίαν: εφ’ όσον διεξάγεται μία ανάκρισις σχετιζομένη και με το πώς οργανούνται αι οχλοκρατικαί εκδηλώσεις και αι συναφείς ελεεινότητες, λογικόν θεωρούμεν να κληθή ο ανωτέρω κ. Λ. Κύρκος από τον αρμόδιον Εισαγγελέα να διαφωτίση σχετικώς την Δικαιοσύνην».

Οποιαδήποτε μορφή πολιτικής δραστηριότητας στιγματιζόταν σαν έκνομη, εφόσον προερχόταν από τη ΔΝΛ: «Είναι προφανές ότι οι “Λαμπράκηδες” επωφελούνται της έναντί των ανοχής και -όπως συνέβη προχθές εις τον Πειραιά- προκαλούν θρασύτατα και τους αστυνομικούς ακόμη, διανέμοντες προκηρύξεις -“έξω οι Αμερικάνοι από την Ελλάδα”- και δηλούντες ότι “ναι, είμεθα Λαμπράκηδες και αι προκηρύξεις είναι της οργανώσεώς μας”!», εξανίσταται ο «Εθνικός Κήρυξ» (17/2/1965).

Το αποκορύφωμα αυτής της ιδιότυπης αντίληψης περί δημοκρατικών ελευθεριών αναπτύχθηκε από τον ίδιο τον αρχηγό της ΕΡΕ, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, κατά την τοποθέτησή του στο συμβούλιο του στέμματος (1/9/1965): «Η κρίσις του καθεστώτος της ελευθερίας είναι βαρυτάτη», ισχυρίστηκε. «Εις τα περισσότερα Υπουργεία, αν όχι εις όλα, εις ολόκληρον την ύπαιθρον υπάρχουν ωργανωμένα συνεργεία Λαμπράκηδων. Τα συνεργεία αυτά εκφοβίζουν και απειλούν τους κατοίκους, τους οποίους κρατούν υπό καθεστώς φοβίας. [...] Η ύπαρξις και το κύρος του Κράτους εις την ύπαιθρον έχουν σχεδόν μηδενισθή. Επί 1½ έτος υπετιμήθη η έννοια της παρουσίας του Κράτους εις το πρόσωπον εκείνου ο οποίος είναι τεταγμένος να ενσαρκώνη εις την ύπαιθρον το Κράτος, εν τω προσώπω του χωροφύλακος. Ο χωροφύλαξ Μεγαλειότατε κρύπτεται αντί να είναι παρών» («Φως εις την πολιτικήν κρίσιν που συνεκλόνισε την Ελλάδα», Αθήναι 1965, σ.32-33).

Στο ίδιο μήκος κύματος, η «Καθημερινή» είχε από καιρό ξεκαθαρίσει σε κύριο άρθρο της (22/2/1965) πως εκλογές ήταν δυνατό να γίνουν μονάχα από «κυβέρνησιν υπηρεσιακήν “ηυξημένης εθνικής ευθύνης”, η οποία θα διαλύση την φοβίαν εις την ύπαιθρον, θα εμπνεύση εμπιστοσύνην εις τα όργανα ασφαλείας του κράτους, διά να ημπορέσουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά των χωρίς να τελούν υπό την απειλήν της γιγαντιαίας ερυθράς αράχνης που έχει απλωθή εις ολόκληρον την χώραν».

Σε μια εποχή, θυμίζουμε, που κάθε χωριό είχε διμοιρία ΤΕΑ από ένοπλους εθνικόφρονες, θεσμικά επιφορτισμένους με τον έλεγχο και την προληπτική καταστολή των «ερυθρών» ή «υπόπτων» συντοπιτών τους!

Κατόπιν εορτής, ο Κανελλόπουλος έκανε βέβαια την αυτοκριτική του για όλα αυτά, παραδεχόμενος ότι έπεσε θύμα σκόπιμης παραπληροφόρησης από τις εντεταλμένες υπηρεσίες: «Γύρω στις αρχές του 1965, συστηματικά έφθαναν σε μένα -όχι μόνο σε μένα, αλλά και στον βασιλέα Κωνσταντίνο και σε άλλους- πληροφορίες δήθεν υπεύθυνες, ότι το κομμουνιστικό κόμμα, εκμεταλλευόμενο την χαλάρωση των προφυλακτικών μέτρων του Κράτους και την φοβία που είχαν προκαλέσει, με ανοχή παραγόντων της Ενώσεως Κέντρου, στα όργανα ασφαλείας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, η οργάνωση “Λαμπράκη” και άλλα στοιχεία, άρχισε να εφοδιάζεται με όπλα [...]. Ποιοι είχαν συμφέρον να κατασκευάζουν τις ψευδείς αυτές πληροφορίες, το γνωρίζουμε σήμερα πολύ καλά. Είναι εκείνοι που -αφού κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967- δεν ανακάλυψαν ούτε ίχνος όπλων στα χέρια των κομμουνιστών ή άλλων οργανώσεων» («Ιστορικά δοκίμια», Αθήνα 1975, σ.69-70).

Οπλα και ζάχαρη

Στις αρχές του 1967, ο Λάμψας φλόμωνε έτσι τους αναγνώστες του με συγκλονιστικά ρεπορτάζ σαν το παρακάτω:

«– Ο Λαός των Αθηνών είναι ωργανωμένος κι αποφασισμένος να χρησιμοποιήση και όπλα ακόμα, σε περίπτωσι εκτάκτου ανάγκης!

Τα λόγια αυτά τα λέει ένας ώριμος άνδρας, σε μια συγκέντρωσι αριστερών φοιτητών. Τα παιδιά αυτά, που υποτίθεται πως σπουδάζουν, αλλά περνούν το μεγαλύτερο μέρος του καιρού τους μαθαίνοντας “επαναστατική τακτική”, ακούνε προσεκτικά τον “καθοδηγητή”.

– Είμαστε σε θέσι, συνεχίζει εκείνος, να εξαπολύσωμε την επαναστατική μας δύναμι μέσα σε τρεις ώρες! Ο σπουδαστικός κόσμος θα είναι πρωτοπόρος σ’ αυτό τον αγώνα…

Την ίδια στιγμή, κομμουνιστικά στελέχη μοιράζουν σ’ άλλους νέους περίστροφα, κι εκπαιδεύουν νεοσυλλέκτους του παράνομου μηχανισμού του κόμματος στην κατασκευή αυτοσχεδίων χειροβομβίδων. Πριν ακόμα στρατευθούν, οι φανατικοί σπουδασταί διδάσκονται πράξεις δολιοφθοράς κι ανατινάξεις αποθηκών. Μαθαίνουν να ρίχνουν ζάχαρι μέσα στη βενζίνη των οχημάτων και να αχρηστεύουν ασυρμάτους.

Στο Λιόπεσι Αττικής, ομάδες κομμουνιστών φοιτητών ασχολούνται, τις Κυριακές, με το ευγενές σπορ της σκοποβολής. Χιλιάδες άλλοι νέοι έχουν αποκτήσει, τις τελευταίες εβδομάδες, άδειες κυνηγίου. [...] Στην Ελασσόνα, νεολαίοι της ΕΔΑ μαθητεύουν σ’ ένα εκπαιδευτικό κύκλο Παρακολουθήσεως - Προσηλυτισμού - Εξουδετερώσεως - Κρούσεως.

Αλλά και στην επαρχία, η κατάστασις είναι ανάλογη. Στις νομαρχιακές επιτροπές της ΕΔΑ μοιράζεται το σχέδιο της “λαϊκής εξεγέρσεως”: Κωδωνοκρουσίες, χωνιά, διανυκτέρευσις στελεχών σε προκαθωρισμένα σημεία… Στην Τρίπολι, με τον συνθηματικό τίτλο “Σχέδιο Λένιν”, καταρτίζεται ένα πρόγραμμα επαναστατικής εξεγέρσεως των νέων. Στην Θεσσαλονίκη, οι “οπαδοί του Μπέρτραντ Ράσσελ” συγκροτούν “ομάδες λαϊκών τιμωρών”. [...] Στην ύπαιθρο χιλιάδες Λαμπράκηδες έχουν ζώσει την Αστυνομία και την Χωροφυλακή. Στα εργοστάσια έχουν εισδύσει σκληροί πυρήνες του ΚΚΕ. Οχήματα, με τα οποία γίνεται κανονικά η διανομή φαρμακευτικών προϊόντων, χρησιμοποιούνται τώρα για τη διανομή όπλων και πυρομαχικών» («Ακρόπολις», 9/2/1967).

«Εκατοντάδες νέων έχουν παραπεμφθεί μέχρι σήμερα σε δίκες για “πρόκληση ανησυχίας μεταξύ των πολιτών”, επειδή έγραψαν το “Ζ” στα γραφεία της οργανώσεώς τους», σχολίαζε πικρά η «Αυγή» της μεθεπομένης, «ενώ κανείς δεν πρόκειται να καλέσει αυτούς τους Τζαίημς Μποντ της “Ακροπόλεως” να αποδείξουν με στοιχεία τις ηλιθιότητες που ονομάζουν “τολμηράς αποκαλύψεις”».

«Σεξουαλικά κίνητρα»

Ειδικό πρόβλημα για την εθνικοφροσύνη συνιστούσε η οδυνηρή διαπίστωση πως οι γραμμές του εχθρού πύκνωναν και με δικούς της γόνους. Εγκύκλιος της Γενικής Ασφάλειας που διοχετεύθηκε στην «Απογευματινή» (14/1/1965) ζητούσε έτσι από τους υφισταμένους της «να αναφέρουν πόσα και ποία μέλη των “Λαμπράκηδων” ανήκουν εις οικογενείας εθνικοφρόνων, δοθέντος ότι υπάρχουν στοιχεία ότι νέοι εθνικοφρόνων οικογενειών παρασύρονται εις την κομμουνιστικήν οργάνωσιν». Από το ίδιο ρεπορτάζ μαθαίνουμε, πάντως, «ότι 57 νέοι εθνικοφρόνων οικογενειών εις Πειραιά, παρασυρθέντες, προσεχώρησαν εις τους “Λαμπράκηδες”».

Παρόμοιες αποσκιρτήσεις από την οικογενειακή πολιτική ταυτότητα ήταν τότε γενικευμένο φαινόμενο σε Δύση κι Ανατολή, σύμφυτο με την ανάδυση της νεολαίας ως διακριτής κοινωνικοπολιτικής κατηγορίας. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, η επαφή με την αγριότητα του κράτους των εθνικοφρόνων λειτουργούσε πάλι συχνά ως καταλύτης εφηβικής ριζοσπαστικοποίησης.

Στα απομνημονεύματά του, ένα τυπικό παιδί μεσοαστικής συντηρητικής οικογένειας που εξελίχθηκε σε γνωστό πολιτικό της Αριστεράς περιγράφει λ.χ. αρκετά γλαφυρά πώς η συνειδησιακή μεταπήδησή του αποκρυσταλλώθηκε τον Δεκέμβριο του 1965, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όταν ο αγαπημένος του θείος -αξιωματικός του στρατού- περιέγραψε μ’ ενθουσιασμό στο οικογενειακό τραπέζι τον άγριο ξυλοδαρμό ενός νεαρού «Λαμπράκη» που είχε το θράσος να διαβάζει μπροστά του την «Αυγή» (Νίκος Μπίστης, «Προχωρώντας κι αναθεωρώντας», Αθήνα 2010, σ.9-12).

Για τη Δεξιά της εποχής, η ρίζα του προβλήματος βρισκόταν ωστόσο αλλού, όπως εξήγησε στη Βουλή ο αρχηγός της ΕΡΕ (16/2/1965), καταγγέλλοντας πως «η φονικωτέρα από απόψεως ψυχικής υπονόμευσις γίνεται από τον κομμουνισμόν εις την νεολαίαν, από την οποίαν θα προέλθουν οι στρατιώται του έθνους και αι μητέρες του λαού» («Καθημερινή», 17/2/1965).

Ακολούθησε η παρακάτω στιχομυθία, όπως την κατέγραψε ο ομόφρων «Εθνικός Κήρυξ» (17/2/1965):

«Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Οι δεσμοί εδώ, εις τον τομέα της νεολαίας δεν χρειάζεται να είναι αμέσως σφιχτοί, ορθόδοξοι, αυστηροί. Εδώ αρκεί και ένα τραγούδι του κ. Θεοδωράκη ως πρώτος αρραβών. Εδώ συγχωρούνται όλα τα μέσα: Εκδρομαί και πάρτυ, διασκεδάσεις πάσης φύσεως, καλλιτεχνικαί εκδηλώσεις ασαφούς πολιτικής χροιάς και όχι καθαρώς κομμουνιστικής. Εδώ μάλιστα χρησιμοποιείται δυστυχώς εις μεγάλην έκτασιν και το σεξουαλικόν κίνητρον με πρωτοβουλίαν των κοριτσιών έναντι των εφήβων. Το καταγγέλλω υπευθύνως ότι αυτό γίνεται και θα δώσω ονόματα εις την κυβέρνησιν αγοριών και κοριτσιών. Και στρέφεται η πρωτοβουλία αυτή των κοριτσιών κυρίως προς εφήβους που ανήκουν εις οικογενείας διεπομένας από εθνικόφρονα ιδεολογίαν. (Διαμαρτυρίαι εκ της πλευράς της ΕΔΑ). Στρέφονται ακόμη και προς εφήβους που είναι παιδιά αξιωματικών.
Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (ΕΔΑ): Επειδή αυτοί είναι ομορφότεροι…
Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Οχι διότι είναι ωραιότεροι, αλλά διότι η προσπάθειά σας είναι να υπονομεύσετε τας οικογενείας που διέπονται από εθνικόν φρόνημα.
Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Προσβάλλετε την ελληνικήν νεολαίαν.
Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ: Οχι την ελληνικήν, αλλά το τμήμα εκείνο που διαφθείρετε σεις».

Το βραβείο κερδίζει πάντως κι εδώ το εκπληκτικό (από κάθε άποψη) ανώνυμο παράδειγμα που παρέθεσε ο Λάμψας στην «Ακρόπολι» (16/2/1967): «Μια κοπέλλα 15 ετών είχε γνωρισθή με πολλούς νέους, μέλη της Δ.Ν.Λ. Επηρεάσθηκε τόσο απ’ τα κηρύγματά τους, ώστε άρχισε να κάνη θεωρία στον πατέρα της ο οποίος και την έκλεισε σε μια νευρολογική κλινική, γιατί η κατάστασί της έφθανε τα όρια του υστερισμού. Αλλά οι φίλοι της Λαμπράκηδες την απήγαγαν από την κλινική και την αποπλάνησαν. Οταν ο πατέρας έφερε την υπόθεσι στην Δικαιοσύνη, ένας απ’ τους πολλούς αποπλανητάς της προσφέρθηκε να την παντρευτή, κατ’ εντολήν του κόμματος, για να συγκαλυφθή το σκάνδαλο».

Προς την απαγόρευση

Κερασάκι στην τούρτα όλων αυτών των τερατολογιών ήταν φυσικά το μόνιμο αίτημα της Δεξιάς για απαγόρευση της ΔΝΛ. Στις αρχές του 1965, π.χ., ο βουλευτής της ΕΡΕ -πρώην Α/ΓΕΕΘΑ- Αθανάσιος Φροντιστής «παρετήρησεν εις τον υπουργόν της Δημοσίας Τάξεως κ. Πολυχρονίδην ότι, ενώ η Κυβέρνησις επέδειξε μεγίστην επιμέλειαν και ταχύτητα ενεργείας προκειμένου να συγκεντρώση και να παραπέμψη εις την Δικαιοσύνην στοιχεία διά τας οργανώσεις εκείνας τας οποίας οι κομμουνισταί κατήγγειλαν ως “δεξιάς”, ουδέν πράττει διά να συγκεντρώση στοιχεία κατά των “Λαμπράκηδων”» («Καθημερινή», 17/2/1965). Σαν «δεξιές» -απλώς- οργανώσεις, ο αρχιτέκτονας της εκλογικής βίας και νοθείας του 1961 περιέγραφε, βέβαια, τις παρακρατικές συμμορίες που είχαν οργιάσει τα προηγούμενα χρόνια. Απόρροια αυτών των πιέσεων υπήρξε ωστόσο η διαβόητη Εγκύκλιος 1010 του παπανδρεϊκού ΥΠΕΠΘ (11/3/1965), με την οποία αποβλήθηκαν από τα σχολεία δεκάδες «Λαμπράκηδες».

Μια μέρα μετά τον φόνο του Σωτήρη Πέτρουλα, πληροφορούμαστε πάλι πως ο νέος υπουργός Δημόσιας Τάξης των αποστατών «συνεχίζει την συγκέντρωσιν στοιχείων, την οποίαν είχεν αρχίσει όταν μετείχεν της κυβερνήσεως Παπανδρέου, διά να προχωρήση εις την διάλυσιν των “Λαμπράκηδων”» («Μεσημβρινή», 22/7/1965).

Το ίδιο μοτίβο θα επαναληφθεί ύστερα από κάθε λογής επεισόδια. Οταν η χωροφυλακή αιματοκύλησε τους σιτοπαραγωγούς στις πύλες της Θεσσαλονίκης, ο πολιτικός της προϊστάμενος έσπευσε λ.χ. ν’ αποφανθεί πως «ήλθεν ο καιρός διαλύσεως της οργανώσεως Λαμπράκηδες, καθώς και οιασδήποτε άλλης αναρχικής οργανώσεως, οπουδήποτε και αν ανήκει» («Απογευματινή», 11/7/1966). Δύο βδομάδες πριν από την 21η Απριλίου, η «Καθημερινή» διακήρυξε πάλι πρωτοσέλιδα πως «οι “Λαμπράκηδες” πρέπει να διαλυθούν και είναι νόμιμον να διαλυθούν εφ’ όσον δεν έχουν συσταθή συμφώνως προς τον Νόμον, αλλ’ αποτελούν μίαν τύποις και ουσία έκνομον οργάνωσιν και δη επαναστατικήν» (7/4/1967).

Ο διαλυτικός οίστρος της σοβαρής εφημερίδας δεν περιοριζόταν πάντως στη ΔΝΛ και μόνο. Μία βδομάδα μετά, περιλάμβανε πλέον κάθε μαζικό φορέα που δεν ήταν αρεστός σε μια στριμωγμένη Δεξιά. Με τη δέουσα, εννοείται, νομική «τεκμηρίωση»:

«Δεν είναι καθόλου δύσκολον να κινηθή ο μηχανισμός του Νόμου –ο οποίος Νόμος επιβάλλει την διάλυσιν των σωματείων τα οποία παρεξέκλιναν του σκοπού των. Θα εύρη πολλά τοιαύτα σωματεία ο κ. Εισαγγελεύς, πλην των εντελώς παρανόμως υφισταμένων “Λαμπράκηδων”. Σωματεία πάσης φύσεως. Ακόμη και... θρησκευτικά, τα οποία δύνανται και πρέπει να διαλυθούν. Πρέπει δε να διαλυθούν τοσούτον μάλλον όσον βαδίζομεν προς εκλογάς. Και ακριβώς επειδή βαδίζομεν προς εκλογάς. Ο δε λόγος είναι απλούς: Αι εκλογαί δεν δύνανται και δεν πρέπει να γίνουν εν μέσω ταραχών και συρράξεων. Και δεύτερον, διότι αι εκλογαί θα γίνουν διά να εκφράση ελεύθερος την βούλησίν του ο λαός και θα είναι ελεύθερος εάν θα είναι πληροφορημένος και αδημαγώγητος. Δεν είναι λογικόν και δεν είναι και δημοκρατικόν να λειτουργούν οργανώσεις εκ των οποίων άλλαι από σχεδίου και συστηματικώς επιδίδονται εις την δημιουργίαν ταραχών και άλλαι από σχεδίου και συστηματικώς παραπλανούν τους πολίτας» («Καθημερινή» 13/4/1967, κύριο άρθρο).

● «Η παράνομος φοιτητική οργάνωσις του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [ΦΕΑΠΘ] εδημοσίευσε χθες ανακοίνωσιν κατά την οποίαν θα προβή εις την οργάνωσιν συγκεντρώσεων και εν γένει αναρχικών εκδηλώσεων “αγνοώντας τις πρυτανικές και αστυνομικές απαγορεύσεις”. Αλλά τόσον ο πρύτανις του Πανεπιστημίου όσον και η αστυνομία στηρίζουν τας απαγορεύσεις των εις τους νόμους του κράτους. Και η δημοσία περιφρόνησις των νόμων αποτελεί παράνομον εκδήλωσιν καθ’ εαυτήν, η οποία επιβάλλει εκτός της λήψεως αμέσων κατασταλτικών μέτρων εναντίον των δραστών, την χάριν του νόμου άμεσον παρέμβασιν του εισαγγελέως προς διάλυσιν της παρανόμου οργανώσεως» («Καθημερινή», 15/4/1967).

Οταν δημοσιεύονταν τα παραπάνω, οι στρατηγοί του βασιλιά μελετούσαν στα παρασκήνια την επιβολή του δικού τους «γύψου». Τελικά τους πρόλαβαν οι συνταγματάρχες, διασώζοντας μακροπρόθεσμα την τιμή ουκ ολίγων πρωτοκλασάτων εθνικοφρόνων. Ως αντιστασιακός, ο Γιάννης Λάμψας θα διοριστεί έτσι μεταπολιτευτικά γενικός γραμματέας Τύπου και Πληροφοριών του Καραμανλή και το 1975-1978 γενικός διευθυντής της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Η προδικτατορική δαιμονοποίηση των «Λαμπράκηδων», που είχε στρώσει τον δρόμο στα τανκς, θεωρούνταν πλέον μια παλιά ιστορία.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Διαδρομές της «εθνικής αφύπνισης»
Μέσα από τη διασταύρωση ντοκουμέντων επιβεβαιώνεται η συνέχεια ανάμεσα στη δωσίλογη αντιΕΑΜική προπαγάνδα της Κατοχής, τον προπαγανδιστικό μηχανισμό της ΕΡΕ και της χούντας αλλά και την πρόσφατη ανάκληση των...
Διαδρομές της «εθνικής αφύπνισης»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Εικονικοί ήρωες
H δεκαετία του 1940 δεν διχάζει μόνο στη βάση του δίπολου Δεξιά-Αριστερά. Ηδη από την επαύριο της Απελευθέρωσης, μια πλειάδα από δευτερεύουσες πολιτικές, τοπικές και προσωπικές αντιθέσεις τροφοδότησαν τη...
Εικονικοί ήρωες
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Οι εμφύλιοι των Ποντίων
Kάθε φορά που μια ιστοριογραφική διαμάχη βγαίνει από τα στενά επιστημονικά πλαίσια για να περάσει στον χώρο της «δημόσιας Ιστορίας», το διακύβευμα είναι καθαρά πολιτικό: η όλη συζήτηση επηρεάζει δραστικά όχι...
Οι εμφύλιοι των Ποντίων
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η Σιβηρία του ελληνικού Νότου
Ο σημερινός παράδεισος υπήρξε κάποτε για κάποιους η κόλαση. Πολλοί από τους σημερινούς δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς λειτουργούσαν, ως γνωστόν, πριν από μερικές δεκαετίες ως τόποι κοινωνικής απομόνωσης...
Η Σιβηρία του ελληνικού Νότου
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΕΠΕΝ του 1989, Ν.Δ. του 2021
Το ξανακοίταγμα παλιών προεκλογικών υλικών είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να συνειδητοποιήσει κανείς τις τεκτονικές μετατοπίσεις που έχουν σημειωθεί στην εγχώρια πολιτική σκηνή από την εποχή που μας άφησε...
ΕΠΕΝ του 1989, Ν.Δ. του 2021

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας