Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο κοσμήτωρ με το εθνικό τσεκούρι

Θεσσαλονίκη 1930. Πανελλήνιοι μαθητικοί αγώνες (μετά σημαίας) στο γήπεδο της ΧΑΝΘ

«ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1900-1960» (Αθήνα 1994)
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ο κοσμήτωρ με το εθνικό τσεκούρι

  • A-
  • A+
Ιδεολογικό face control στις εισαγωγικές εξετάσεις του 1930.

Μπορεί η ανεπανάληπτη Μιράντα Ξαφά να κέντησε στο τουίτερ, ανακαλύπτοντας με φρίκη ότι στις φετινές πανελλαδικές οι απαντήσεις στα θέματα της Κοινωνιολογίας περιείχαν «42 αναφορές στον Μαρξ» έναντι 2 μόλις στον Ανταμ Σμιθ, σε παλιότερους όμως καιρούς το ιδεολογικό face control των υποψηφίων δεν ήταν καθόλου φαιδρή ιστορία.

Με το σημερινό σύστημα των πανελλαδικών, με διορθωτές χιλιάδες καθηγητές του Δημοσίου σε όλη την επικράτεια, ένας κεντρικά οργανωμένος ιδεολογικός έλεγχος των γραπτών είναι βέβαια πρακτικά αδύνατος. Ο πιθανότερος κίνδυνος για τον εξεταζόμενο έγκειται στην πιθανότητα να πέσει σε κάποιο φανατισμένο διορθωτή με προσωπικές απόψεις διαμετρικά αντίθετες από τις δικές του −εξ ου και τα φροντιστήρια ασκούν επιμελώς τους μαθητές στην αυτολογοκρισία και τις αμφίσημες αερολογίες, όπως αυτές που διανθίζουν συνήθως τον δημόσιο λόγο των αναδυόμενων πολιτικών του «μεσαίου χώρου».

«Είθισται να ηγείται η μορφωμένη νεολαία κάθε πατριωτικής κινήσεως» Δημοσθένης Στεφανίδης (κοσμήτωρ ΑΠΘ) προς τον υπουργό Παιδείας Γ. Παπανδρέου, 14/10/1930

Εντελώς διαφορετικές ήταν όμως οι αντίστοιχες δυνατότητες όταν η εξέταση πραγματοποιούνταν ανά σχολή από έναν ενιαίο (και αρκετά συμπαγή πολιτικοϊδεολογικά) μηχανισμό, όπως ίσχυε μέχρι την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Παπανδρέου-Παπανούτσου το 1965.

Το ζήτημα του ιδεολογικού ελέγχου των υποψήφιων φοιτητών μέσω του μαθήματος της έκθεσης τέθηκε μάλιστα δημόσια με εκρηκτικό τρόπο ήδη από τα πρώτα βήματα της καθιέρωσης εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ως υπουργό Παιδείας του Βενιζέλου, να κρατά μάλιστα μιαν αμήχανη στάση μεταξύ κατηγορουμένου και Ποντίου Πιλάτου. Ας δούμε λοιπόν από κοντά αυτή την ξεχασμένη αλλά εξαιρετικά διδακτική υπόθεση.

Μια νεολαία εθνικά επικίνδυνη

Η ιστορία μας ξεκινά στις 14 Οκτωβρίου 1930, όταν ο 35χρονος κοσμήτορας της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του νεοσύστατου Αριστοτελείου, Δημοσθένης Στεφανίδης, έστειλε στον Παπανδρέου εξασέλιδη αναφορά για τα εκπαιδευτικά προβλήματα και τους εθνικούς κινδύνους που διέγνωσε στις απαντήσεις των υποψηφίων κατά τις πρόσφατες εισαγωγικές εξετάσεις της σχολής. Αντίγραφο της αναφοράς έστειλε την επομένη και στον πρωθυπουργό Βενιζέλο, στο προσωπικό αρχείο του οποίου και εντοπίστηκε (Φ.117, εγγρ.13-14).

Οι εισαγωγικές εξετάσεις του ΑΠΘ είχαν πραγματοποιηθεί στα τέλη Σεπτεμβρίου («Μακεδονία» 20/8/1930) για δεύτερη ή τρίτη χρονιά. Οσον αφορά το εκπαιδευτικό σκέλος, ο Στεφανίδης δεν ήταν ο μόνος που, «ως εξεταστής εις το μάθημα της εκθέσεως ιδεών», αλίευσε στα γραπτά των υποψηφίων «χονδροειδείς ανορθογραφίας», απουσία στίξης, «ασυνταξίας και έλλειψιν συνδέσεως των προτάσεων προς αλλήλας», που πιστοποιούσαν «ότι κατά κανόνα οι απολυόμενοι κατά τα τελευταία έτη εκ των Γυμνασίων μας αγνοούν και στοιχειωδεστάτους γραμματικούς κανόνας, οίους δεν θα επετρέπετο προ μιας δεκαπενταετίας ν’ αγνοούν και μαθηταί δημοτικών σχολείων».

Παρεμφερείς δηλώσεις είχε κάνει δημόσια την προηγούμενη χρονιά και ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γ. Ματθαιόπουλος (Αλέξης Δημαράς, «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε», Αθήνα 1974, τ.Β', σ.158-9), εγκαινιάζοντας μια πρακτική ατέρμονης γκρίνιας, κινδυνολογίας και ωραιοποίησης του εκπαιδευτικού παρελθόντος που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Η καινοτομία του κοσμήτορα αφορούσε τον απροκάλυπτο ιδεολογικό έλεγχο των υποψηφίων με βάση τις δικές του εθνικιστικές πεποιθήσεις.

«Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως επέστησε την προσοχήν μου εις τας εκθέσεις των υποψηφίων», εξηγεί, «υπήρξαν αι εις αυτάς εκτιθέμεναι ιδέαι. Το δοθέν εις αυτούς θέμα αφεώρα την πατρίδα, αν πρέπη δηλαδή να μένωμεν προσηλωμένοι εις αυτήν ή να επιδιώκωμεν την εξαφάνισίν της μέσα εις την διεθνή κοινωνίαν. Λοιπόν εκ των 210 υποψηφίων της πρώτης σειράς, αποφοίτων κατά το πλείστον των γυμνασίων της Βορείου Ελλάδος, 103 μόνον εκηρύχθησαν υπέρ της αγάπης προς την πατρίδα, 95 απεφάνθησαν υπέρ της ανάγκης της εξαφανίσεως της ιδέας της πατρίδος και οι λοιποί 12 απέφυγον να εκφράσουν σαφώς την γνώμην των. Τινές μάλιστα εκ των πολεμίων της πατρίδος ενόμισαν ότι εύρον την περίστασιν πρόσφορον όπως ειρωνευθούν την “δόξαν των προγόνων” και εκδηλώσουν με χαρακτηριστικάς λέξεις την περιφρόνησίν των προς την ιδέαν, ήτις προ 15 μόλις ετών μόνον δάκρυα συγκινήσεως και ενθουσιασμού θα ηδύνατο να προκαλέση εις τους οφθαλμούς της ελληνικής νεολαίας».

Από μεταγενέστερο δημοσίευμα («Μακεδονία» 16/12/1930) πληροφορούμαστε ότι το ακριβές ερώτημα, στο οποίο κλήθηκαν ν’ απαντήσουν οι εξεταζόμενοι, ήταν επί λέξει το παρακάτω: «Πατρίς ή κοσμοπολιτισμός: πρέπει να παραμείνωμεν προσηλωμένοι εις την έννοιαν της Πατρίδος ή να επιδικάσωμεν την απορρόφησίν της εις την ιδέαν της διεθνούς κοινωνίας και δια ποίους λόγους;»

Τη στατιστική αποτίμηση των απαντήσεων, με τριχοτόμηση που θα ζήλευαν τα σημερινά τηλεφωνικά γκάλοπ, ακολουθεί δε στην αναφορά του κοσμήτορα η επιλεκτική παράθεση διατυπώσεων που τον εξόργισαν:

«Αλλ’ ας αφήσωμεν τους νέους Ελληνας να ομιλήσουν. Εις εκ των υποψηφίων κάμνει λόγον διά τον “κουτό και μάταιο πατριωτικό εγωισμό και την παράλογη περηφάνεια για την καταγωγή”, κατ’ άλλον “η έννοια της πατρίδος έχει σχεδόν ξεριζωθή από τις ψυχές εκείνων που είχαν την ατυχία να την γνωρίσουν από κοντά” και κατά τρίτον” ο εθνικισμός είναι ο καταστροφεύς των ανθρώπων, ο εφιάλτης του ανθρωπίνου νου, ο φραγμός ο εμποδίζων την μετάβασιν προς την πρόοδον και τον πολιτισμόν”. “Κάτω η πατρίδα” ανακράζει εις, “η πατρίς με έχει πια κουράσει” λέγει έτερος. “Οφείλω να ομολογήσω”, παρατηρεί εις υποψήφιος, “ότι αναλογιζόμενος μίαν αδικαιολόγητον προσήλωσιν εις έννοιαν εντελώς κενήν, ως είναι η έννοια της πατρίδος, αισθάνομαι ποιαν τινα αηδίαν. Διότι τι είναι πατρίς; Ουσιαστικώς τίποτε”. “Οι νέες αντι-πατριωτικές ιδέες”, λέγει άλλος υποψήφιος, “σαν καινούριος ήλιος θα σκορπίσουν τα μαύρα σύγνεφα, που οι περασμένοι χρόνοι άφησαν στον διανοητικό μας ουρανό .... η πατρίδα βρίσκεται στο βάθος των παληών συντριμιών ... η ιδέα της είναι εμπόδιο στην εκπλήρωσι των ηθικών αναγκών του ανθρώπου....”. Κατά τινα υποψήφιον “...ο πατριωτισμός έχει ταπεινές ροπές και τάσεις, μολύνει την επιστημονική έρευνα και φέρει το λαό στον καθαρό υλισμό ...”, κατ’ άλλον είναι αδύνατον να πραγματοποιηθή η ανθρωπίνη ευδαιμονία, “εφ’ όσον θα καλλιεργώμεν εις την ψυχήν μας την ιδέαν περί πατρίδος, τον εθνικόν εγωισμόν και την ποταπήν και εσφαλμένην ιδέαν της αγάπης προς τον ομοεθνή μας, προς τον συμπατριώτην μας...”. Εις θεωρεί ότι “ήλθε καιρός πια να παύση η παληά ιδέα της πατρίδος ... η λέξις αυτή πρέπει να παύση να προφέρεται με ξεχωριστή ευλάβεια ... είναι ντροπή μέσα στον εικοστόν αιώνα να εξακολουθούμε να κάνουμε διάκρισι διαφόρων πατρίδων ...”. Η ιδέα της πατρίδος χαρακτηρίζεται εν γένει από μέγα μέρος των υποψηφίων ως “νοσηρά”, “ξηρά”, “κενή”, “μεσαιωνική”, “τερατώδης” και “επικίνδυνος”. Περί των ονείρων της ελληνικής φυλής, με τα οποία εγαλουχήθησαν αι τρεις τελευταίαι γενεαί, δεν γίνεται κανείς απολύτως λόγος και παρ’ αυτών ακόμη, οι οποίοι αποκλίνουν προς την ιδέαν της πατρίδος. Εις μόνο μεταξύ αυτών ενθυμείται την Αγιά Σοφιά και την Κωνσταντινούπολιν, ενθυμείται ότι το έθνος μας είχε κάποτε μερικά ιδανικά και ότι διά να μεγαλουργήση εις το μέλλον πρέπει να ζητήση να τα ξαναθερμάνη».

Βρισκόμαστε στο 1930, μόλις οχτώ χρόνια μετά την οδυνηρή συντριβή της Μεγάλης Ιδέας στα πολεμικά πεδία της Μικρασίας και τον δραματικό ενταφιασμό της στην προκυμαία της πυρπολημένης Σμύρνης. Οι υποψήφιοι φοιτητές είχαν ζήσει αυτή την καταστροφή σε ηλικία περίπου δέκα χρόνων, έχοντας ήδη μεγαλώσει σε μια δεκαετία αλλεπάλληλων πολέμων, ξένης στρατιωτικής κατοχής (στη Βόρεια Ελλάδα του Α' Παγκοσμίου) και ξεριζωμού (οι πρόσφυγες). Απ’ αυτούς του τελευταίους προερχόταν, πιθανότατα, και ο νέος ή η νέα που διακήρυξε ευθαρσώς πως «“η έννοια της πατρίδος έχει σχεδόν ξεριζωθή από τις ψυχές εκείνων που είχαν την ατυχία να την γνωρίσουν από κοντά”».

Εθνικοσοσιαλιστική φαρμακευτική αγωγή

Αντιμέτωπος με τη διάχυτη απαξίωση της δικής του κοσμοθεωρίας, ο εθνικιστής καθηγητής σπεύδει στην αναφορά του να εντοπίσει τη ρίζα του «κακού» στις ειρηνιστικές κι αντιπολεμικές διαθέσεις που γέννησε στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη η φρίκη της πρόσφατης αιματοχυσίας:

«Είναι δυστυχώς αναμφισβήτητον ότι η ιδέα της πατρίδος υπέστη πανταχού από του μεγάλου πολέμου αλλεπάλληλα πλήγματα, εις τρόπον ώστε να μη κατέχη πλέον εις την ψυχήν των ατόμων την παλαιάν θέσιν. Τούτο δέον να αποδοθή όχι μόνον εις την μακράν διάρκειαν του πολέμου και τας υπερόγκους θυσίας τας οποίας προσέφερον εις τον βωμόν του τα άτομα, αλλά και εις την σφαλεράν κατεύθυνσιν ή παρανόησιν της μεταπολεμικής πανειρηνιστικής κινήσεως. Από τας νέας αυτάς ιδέας δεν ήτο δυνατόν να παραμείνη ανεπηρέαστος και η Ελλάς. Αι περιπέτειαι της πολεμικής περιόδου, το λιβανωτόν το οποίον καίομεν υπερμέτρως προ της Κοινωνίας των Εθνών, τα διάφορα ειρηνιστικά συνέδρια, η έξαρσις εν τω τύπω των κατά βάθος ήκιστα αλτρουιστικών πανευρωπαϊκών σχεδίων, τέλος αι ανάλογοι δηλώσεις και ενέργειαι των εκπροσώπων της εξωτερικής μας πολιτικής, πάντα ταύτα έπρεπεν αναγκαίως να φέρουν τους καρπούς των. Τους καρπούς αυτούς βλέπομεν εις τας στήλας του ημερησίου και περιοδικού τύπου, εις τα εκδιδόμενα φιλολογικά ή και επιστημονικά έργα, εις τας δημοσίας διαλέξεις, εις ιδιωτικάς συζητήσεις, ως και εις τας τόσον πενιχράς ζητωκραυγάς που ακολουθούν τους πατριωτικούς λόγους των ρητόρων των τελευταίων εορτών της εκατονταετηρίδος και των μνημοσύνων των υπέρ πατρίδος πεσόντων».

Παραδοχή ουδόλως σημαίνει, ωστόσο, αποδοχή. Ο κοσμήτορας του ΑΠΘ θεωρεί, μάλιστα, πως όποιος δεν «κουράστηκε» να πολεμά αυτοπροσώπως, δεν δικαιούται ν’ απορρίπτει τον πόλεμο ως προοπτική και ιδανικό της ανθρωπότητας:

«Αν τα συναισθήματα αυτά της κοπώσεως, της ηττοπαθείας και της προς την πατρίδα αδιαφορίας κατείχον μόνον την σύγχρονον ώριμον γενεάν, την τόσον δεινοπαθήσασαν και ιδούσαν εν τέλει κατά τραγικόν τρόπον διαψευδομένας τας εθνικάς της ελπίδας, το πράγμα θα ήτο θλιβερόν μεν, αλλ’ οπωσδήποτε ευεξήγητον. Το να βλέπη τις όμως το ήμισυ των αποφοίτων των γυμνασίων μας να αποσκορακίζουν την πατρίδα των, να απαρνώνται τα εθνικά όνειρα και να περιφρονούν εν παρελθόν, το οποίον ζηλεύουν όλοι οι λαοί της γης, αυτό, νομίζω, είναι πολύ περισσότερον από θλιβερόν, είναι επικίνδυνον διά το παρόν και το μέλλον του έθνους μας. Οι Ελληνόπαιδες εν τούτοις, οι οποίοι με περισσήν ελευθεροστομίαν διατυπώνουν τοιαύτας γνώμας, δεν επολέμησαν, δεν έχυσαν το αίμα των διά την πατρίδα, δεν υπηρέτησαν καν εις τον στρατόν, αι δε κακουχίαι της πολεμικής περιόδου μόλις διατηρούνται εις την μνήμην των». Τα παιδικά κι εφηβικά τραύματα δεν μετρούσαν προφανώς παρά μόνο ως παράγοντες εθνωφελούς προπαρασκευής και «σκληραγώγησης».

Ακολουθώντας την πάγια τακτική των απανταχού εθνικιστών, ο συντάκτης της αναφοράς δεν παραλείπει, τέλος, ν’ αντιπαραθέσει στην ειρηνόφιλη ελληνική νεολαία τους εθνικιστές ομολόγους της άλλων χωρών ως πρότυπο προς μίμηση:

«Αφ’ ετέρου είθισται να ηγείται η μορφωμένη νεολαία κάθε πατριωτικής κινήσεως, να υπερθεματίζη εις ενθουσιασμόν και να είναι ο κυριώτερος φορεύς των εθνικών ιδανικών, με τα οποία μόνον μεγαλύνονται τα έθνη ή και διατηρούνται απλώς εις την ζωήν. Εχομεν πληροφορίας ότι η μορφωμένη νεολαία των γειτονικών βαλκανικών λαών ούτε αισθάνεται, ούτε σκέπτεται όπως η ημετέρα. Είναι γνωστόν επίσης το πρόσωπον το οποίον διεδραμάτισε η γερμανική νεολαία κατά τας προσφάτους βουλευτικάς εκλογάς και η έμπρακτος απάντησις την οποίαν έδωκεν εις εκείνους, οι οποίοι υπό τον πέπλον της παγκοσμίου ειρήνης ηθέλησαν να επιβάλουν εις τον γερμανικόν λαόν την διαιώνισιν της οικονομικής του υποδουλώσεως και πολιτικής εξουθενώσεως».

Η αναφορά στη «γερμανική νεολαία» δεν ήταν καθόλου τυχαία. Οι ομοσπονδιακές κάλπες της 14ης Σεπτεμβρίου 1930 στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μόλις είχαν καταγράψει έναν απότομο οκταπλασιασμό της εκλογικής δύναμης των Εθνικοσοσιαλιστών, από 810.127 ψήφους και 2,6% το 1928 σε 6.379.672 ψήφους και 18,25%, αναδεικνύοντας τον Χίτλερ σε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης κι ανοίγοντάς του τον δρόμο προς την εξουσία. Εν μέρει τουλάχιστον η εξέλιξη αυτή αποδόθηκε στη συμμετοχή 4 εκατομμυρίων νέων ψηφοφόρων (William Shirer, «The Rise and Fall of the Third Reich», Ν. Υόρκη 1960, τ.Α', σ.137-8).

Ο ίδιος ο Στεφανίδης, οπαδός του οικονομικού και πολιτικού εθνικισμού, θα εξελισσόταν σε ένθερμο υποστηρικτή των ναζί και του «υπερταξικού πνεύματός» τους που επέβαλε την «ψυχική ένωσιν του γερμανικού λαού» μέσω της (βίαιης) «ισοπεδώσεως των ισχυροτάτων κομματικών αντιθέσεων»· το αποκορύφωμα αυτής της ταύτισης επήλθε με το βιβλίο του «Το κοινωνικόν ζήτημα υπό το φως του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού», που εκδόθηκε στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας (1939). Εξ ου και η αναφορά του προς τον Παπανδρέου κλείνει με την απαίτηση για δραστικά μέτρα συμμόρφωσης των κατώτερων εκπαιδευτικών κλιμακίων, προκειμένου οι «αντιπατριωτικές» τάσεις να καταπολεμώνται εξ απαλών ονύχων:

«Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ
Ηδη από των πρώτων μηνών του διορισμού μου εις το ενταύθα Πανεπιστήμιον και της επαφής μου με τους σπουδαστάς ήρχισα να φοβούμαι ότι αι ψυχαί των ήσαν από των μαθητικών εδωλίων δηλητηριασμέναι με παντοειδείς αντεθνικάς και αντιπατριωτικάς ιδέας. Νυν εκ των απαντήσεων, τας οποίας έλαβον εις το δοθέν αυτοίς ερώτημα, πείθομαι απολύτως περί τούτου. Τους εντεύθεν φόβους μου ενόμισα σκόπιμον όπως υποβάλω διά της παρούσης εις την υμετέραν κρίσιν. Η εξαιρετική δράσις την οποίαν ανεπτύξατε εν τω Υπουργείω της Παιδείας και Θρησκευμάτων και η αρμόζουσα λύσις, την οποίαν εδώσατε επί τόσων επιμάχων εκπαιδευτικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων μοι επιβάλλουν να ελπίζω ότι δεν θα βραδύνουν να ληφθούν και εν τη προκειμένη περιπτώσει τα ενδεικνυόμενα μέτρα, ιδία προς καθοδήγησιν της κατωτέρας και κατωτάτης εκπαιδεύσεως, ήτις αν δεν υποθάλπη, πάντως δεν φαίνεται να κάμνη τι το σοβαρόν προς καταπολέμησιν των αντιπατριωτικών ιδεών εις τας σχολεία της Ελλάδος».

Η απειλή των ευφυεστέρων

Δεν πρόλαβε να κλείσει δίμηνο από την αποστολή της αναφοράς και ο κοσμήτορας, ενοχλημένος από την απουσία άμεσης ανταπόκρισης του παραλήπτη, τη διοχέτευσε στον Τύπο ως τεκμήριο πολιτικοεκπαιδευτικού «σκανδάλου». Σε μεταγενέστερο απολογισμό του έργου του, την επαύριο της απελευθέρωσης του 1944, περιγράφει μάλιστα αυτή την κίνησή του ως «μίαν ευγενήν προσπάθειαν», που τον εξέθεσε στον «κίνδυνον να παρεξηγηθώ προ των ομμάτων του προϊσταμένου μου κ. υπουργού [πρωθυπουργού, πλέον, το 1944] και να δυσαρεστήσω Θεσσαλονικείς συναδέλφους και ανωτάτους υπουργικούς υπαλλήλους» («Μία πτυχή πανεπιστημιακής ζωής», Αθήναι 1944, σ.67).

Ως αλτρουιστική προσφορά στο έθνος, που δεν εκτιμήθηκε όμως όπως έπρεπε, την προβάλλει και σε κατοχική αναφορά του προς τον δωσίλογο υπουργό Παιδείας -μετέπειτα πρωθυπουργό- Λογοθετόπουλο (15/7/1941): «Κατά το φθινόπωρον του 1930, διαπιστώσας ότι οι φοιτηταί μας εισήρχοντο εις το πανεπιστήμιον κομίζοντες αντιπατριωτικάς ιδέας, είχον το θάρρος να καταγγείλω τούτο και να συστήσω την λήψιν μέτρων. [...] Εκείνο, όπερ παρέμεινεν, υπήρξεν η πικρία μου διά την κρατικήν ανταμοιβήν και η επί εξάμηνον, σχεδόν, απασχόλησίς μου με την ως άνω υπόθεσιν» (όπ.π., σ.65).

Εν έτει 1930 το ευρύ κοινό πληροφορήθηκε έτσι την ύπαρξη (και τα πορίσματα) της αναφοράς από κύριο άρθρο της «Εστίας» (8/12), εφημερίδας που εκπροσωπούσε την αντιδραστική τάση του κυβερνώντος Κόμματος Φιλελευθέρων και τα επόμενα χρόνια θα επιδιδόταν στην αναζήτηση μιας φασιστικής εξόδου από την κρίση («Τρίτη Κατάστασις»).

Με τίτλο «Ενας σοβαρώτατος κίνδυνος» το άρθρο σταχυολογεί τα φανταχτερότερα σημεία της έκθεσης ως απόδειξη «ότι ένα μέγα μέρος των μαθητών εξέρχονται από τα γυμνάσια όχι μόνον αγράμματοι και ασύντακτοι, αλλά και ψυχικώς και πνευματικώς ανάπηροι»: «Ως εξεταστής εις τας εισιτηρίους εξετάσεις», διαβάζουμε, «ο κ. Στεφανίδης ηδυνήθη να διαπιστώση, όχι μόνον την αγραμματωσύνην των διδόντων εξετάσεις, αλλά και προ παντός την έλλειψιν παντός υγιούς και ωραίου ιδανικού εις τας ψυχάς και τα πνεύματα των νεαρών αυτών παιδιών».

Η αγάπη για την ειρήνη, την επιστημονική πρόοδο και τον πολιτισμό, που διαπερνά τα επίμαχα «αντεθνικά» αποσπάσματα, δεν θεωρούνταν φυσικά «υγιές και ωραίο ιδανικό» − πόσο μάλλον ικανό ν' αντιπαραβληθεί με τη φαντασίωση «ανάκτησης» της Αγια-Σοφιάς... Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται από την εφημερίδα στους «νεωτερισμούς» της πρόσφατης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που με τη σειρά τους κρίνονται ακατάλληλοι για τη Βόρεια -ιδίως- Ελλάδα, στην οποία αρμόζει μόνο η εξαντλητική εθνική κατήχηση: «Αι νέαι θεωρίαι αι τόσον επικίνδυνοι -και τόσον αστήρικτοι, άλλως τε, και από επιστημονικής απόψεως- ας εφαρμοσθούν αλλού. Οχι, όμως, εις την Μακεδονίαν και την Θράκην».

Μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε από το δημοσίευμα, ο Στεφανίδης θα ξεκαθαρίσει τα κίνητρα του εξεταστικού «πειράματός» του με επιστολή που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα (22/12). Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η παραδοχή του (υψηλού) πνευματικού επιπέδου των αντιπάλων του − και της συνακόλουθης λειτουργίας της συγκεκριμένης εξέτασης ως μηχανισμού ιδεολογικού αποκλεισμού: «Οτε προ ολίγων ετών εισήλθον εις το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ως καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας, έκαμον την παρατήρησιν ότι δυσαναλόγως μέγας αριθμός σπουδαστών της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών εφαίνετο επηρεασμένος από ιδέας μη συμβιβαζομένας ούτε με τας εθνικάς και θρησκευτικάς μας παραδόσεις, ούτε με το κρατούν κοινωνικοοικονομικόν σύστημα. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως μοι έκαμεν εντύπωσιν, ήτο ότι οι φοιτηταί αυτοί ήσαν κατά σημαντικόν μέρος εκ των επιμελεστέρων, ευφυεστέρων και διακρινομένων εις τας φροντιστηριακάς ασκήσεις διά των ευστόχων απαντήσεων και παρατηρήσεών των. Επιθυμών να εμβαθύνω εις την κατάστασιν αυτήν, εζήτησα και έλαβον παρά της Σχολής την άδειαν να εξετάσω κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον τους υποψηφίους εις την έκθεσιν ιδεών».

Από επιστολή του υπουργού Γ. Παπανδρέου προς την εφημερίδα (10/12) οι αναγνώστες γνώριζαν ήδη πως οι συντάκτες των επίμαχων διατυπώσεων είχαν «απορριφθεί» στις εισαγωγικές εξετάσεις. Για τον κοσμήτορα κάτι τέτοιο ήταν βέβαια αυτονόητο: «Οι υποψήφιοι», ισχυρίζεται, «δεν ετέθησαν προ διλήμματος, διότι ουδείς τους ημπόδισε να εκθέσουν ελευθέρως τας σκέψεις των και να συνδυάσουν, αν ήθελον, την αγάπην προς την πατρίδα με την αγάπην προς την ειρήνην».

Τι κι αν το ερώτημα δεν αφορούσε τη σχέση ειρήνης και πατρίδας, αλλά τη στάση των εξεταζόμενων απέναντι στην «κοσμοπολίτικη» υπέρβαση αυτής της τελευταίας;

Αγια-Σοφιά εναντίον Παστέρ

Στη συζήτηση θα παρέμβουν με χαιρέκακη ικανοποίηση τα εγχώρια φύλλα της παραδοσιακής Δεξιάς, αποδίδοντας το «τεράστιον και θανατηφόρον καρκίνωμα» των βέβηλων ιδεών στο προπατορικό εκσυγχρονιστικό αμάρτημα του ίδιου του βενιζελισμού.

«Αυτό το οποίον τώρα μόλις ανακαλύπτει η συνάδελφος», εξηγεί η «Εσπερινή» του επικεφαλής των εγχώριων Μελανοχιτώνων, Αλέξανδρου Γιάνναρου (9/12), «είνε το αποτέλεσμα μακράς, συστηματικής, μεθοδικής δηλητηριάσεως των ψυχών των νεωτέρων γενεών, δηλητηριάσεως εις την οποίαν επρωτοστάτησε, με την επιπόλαιον ασυνειδησίαν του κατ’ αρχάς, με την ενσυνείδητον επαναστατικήν του νοοτροπίαν ακολούθως, και με την αντιπατριωτικήν του στάσιν τώρα, ο κ. Ελευθέριος Βενιζέλος. [...] Δεν είνε ο βενιζελισμός ο εισαγάγων εις την εκπαίδευσιν τους νεωτεριστάς μεταρρυθμιστάς, τους Γληνούς και Δελμούζους, οίτινες ενόμισαν ότι ηδύναντο από των εδράνων του δημοτικού σχολείου να σπείρουν τον σπόρον της αθεΐας, και των κοσμοπολιτικών θεωριών των; [...] Δεν είνε ο βενιζελισμός ο καταργήσας τα παλαιά ηθικά σχολικά αναγνώσματα, δια να εισαγάγη όλα τα νεωτερίζοντα ψυχοφθόρα κατασκευάσματα των ξένων; [...] Και δεν είνε αυτός ο ίδιος ο αρχηγός του εθνοκτόνου συγκροτήματος, αυτός ούτος ο κ. Βενιζέλος, όστις διακηρύττει από τινός ότι η Ελλάς ολοκλήρωσε τους εθνικούς της πόθους και δεν έχει πλέον ιδεώδη, ούτε όνειρα, ούτε βλέψεις;»

«Διατί εκπλήσσεται η συνάδελφος;», αναρωτιέται πάλι ρητορικά η ακραιφνώς φιλοβασιλική «Ελληνική» (9/12). «Οταν ο Πρωθυπουεργός βεβαιοί ότι δεν υπάρχουν πλέον ιδανικά εθνικά, δεν επιτρέπεται άραγε εις φοιτητάς να φθάνουν και μέχρι ύβρεων κατά των ιδανικών αυτών;».

Στο ίδιο μήκος κύματος ο Θεολόγος Νικολούδης, πρώην υπουργός Παιδείας (1927-28) και μελλοντικός υφυπουργός Τύπου και Προπαγάνδας της μεταξικής δικτατορίας (1936-41), θ’ αποδώσει, με τρία διαδοχικά άρθρα του στη σοβαρή «Πρωία» (13-15/12), τον «εκπαιδευτικό κατήφορο» στα ριζοσπαστικά ατοπήματα του (συντηρητικοποιημένου κατά τα άλλα) Κόμματος Φιλελευθέρων: «εμβολιασμός των προσφύγων εις τον κορμόν του», «συστηματική εκ μέρους του δημαγωγία των εργαζομένων μαζών», παράδοση της παιδείας «εις χείρας σοσιαλιστών κομμουνιζόντων».

Για την υποτιθέμενη πτώση του μορφωτικού επιπέδου ενοχοποιούνται, εν μέρει τουλάχιστον, οι «περί τας 5 χιλιάδας πρόσφυγες δημοδιδάσκαλοι, άνευ εξηκριβωμένων προσόντων», ενώ για την ιδεολογική εκτροπή ο ίδιος ο Βενιζέλος, «όστις παρασυρθείς από εν είδος ειρηνιστικού σνομπισμού, δεν παραλείπει ευκαιρίαν, ακόμη και προ των οστών του Κολοκοτρώνη να αντιτάσση εις την ηρωικήν παράδοσιν του Εθνους τον Παστέρ».

Το τελευταίο καρφί παρέπεμπε στην πολυσυζητημένη (τότε) ρηξικέλευθη ρήση του πρωθυπουργού, ότι «κανείς από τους μεγάλους στρατηλάτας που ηξεύρομεν δεν έχει δόξαν τόση, όση ανήκει εις ένα Παστέρ» για την ανακάλυψη των μικροβίων και την επινόηση της παστερίωσης.

Συμπληρωματικές παρεμβάσεις θα κάνουν και οι υποστηρικτές μιας αποκατάστασης του έντονα θρησκευτικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης παλιότερων εποχών, με άρθρα στην «Εστία» του επισκόπου Σάμου Ειρηναίου (13/12) και του καθηγητή της Θεολογικής, Αμίλκα Αλιβιζάτου (18/12).

Οταν η υπόθεση φάνηκε να ξεφουσκώνει, το πλήρες κείμενο της αναφοράς Στεφανίδη θα δημοσιευτεί πάλι στην «Πρωία» (7/1/1931), δίχως θεαματικά αποτελέσματα. Ο μόνος που αντέδρασε, με άρθρο του στην «Ελληνική» (13/1), ήταν ένας στρατηγός ονόματι Ιωάννης Τριλίβας.

Κυβερνητικές εξηγήσεις

Για τον πολιτικοϊδεολογικό συσχετισμό των ημερών, στα ανώτερα ιδίως κλιμάκια του κράτους, αποκαλυπτική είναι η αμηχανία με την οποία αντέδρασαν οι αρμόδιοι στις «αποκαλύψεις» Στεφανίδη. Δυο μέρες μετά το κύριο άρθρο της «Εστίας», η εφημερίδα δημοσίευσε πρωτοσέλιδα απάντηση του υπουργού Παιδείας με την οποία ο Γ. Παπανδρέου γνωστοποιούσε εγκύκλιό του «προς άπαντας τους Γενικούς Επιθεωρητάς και τους Γυμνασιάρχας του κράτους» για τη λήψη δραστικών μέτρων «προς εμπέδωσιν εθνικού φρονήματος, ηθικού χαρακτήρος και υγιούς ιδεαλισμού εις τας ψυχάς των Ελληνοπαίδων» − απειλώντας ταυτόχρονα πως «εάν κατά [το] προσεχές σχολικόν έτος παρατηρηθή επανάληψις εφετεινής λυπηράς εικόνος, θέλουν ζητηθή αυστηραί ευθύναι παρά συλλόγων καθηγητών, οίτινες τόσον αβασανίστως παρέχουν απολυτήρια γυμνασίου εις ακαταρτίστους και ασυναρτήτους μαθητάς».

Στην ίδια επιστολή ο Παπανδρέου προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει τη θέση του, οριοθετούμενος από «δυο παρεξηγήσεις του εθνικού ιδεώδους»: την αδυναμία κάποιων «παλαιών ανθρώπων», από τη μια, «ν’ αντιληφθούν το Εθνικόν ιδεώδες χωρίς πολεμικόν μένος και εδαφικήν διεκδίκησιν», κι ορισμένων «νεώτερων ανθρώπων», από την άλλη, «ν’ αντιληφθούν την ειρήνην χωρίς διεθνιστικόν χαρακτήρα».

Αποφεύγοντας προσεκτικά κάθε αποστασιοποίηση από τις πολεμικές δάφνες του παρελθόντος, ο υπουργός προσπαθούσε πάντως ν’ αναδείξει διακριτικά μια διαφορετική (και προπαντός επίκαιρη) πρόσληψη του πατριωτισμού: «Εφ’ όσον το Εθνος ήτο υπόδουλον, η Εθνική αποκατάστασις απετέλει το ιδεώδες. Και διότι δεν επετυγχάνετο με την ειρήνην, εχρειάζετο πόλεμος. Μετά την εθνικήν μας αποκατάστασιν, το ιδεώδες είναι η λαϊκή ευημερία και η δημιουργία ανωτέρου πολιτισμού, δηλαδή η Εθνική Αναγέννησις. Την Εθνικήν Αναγέννησιν υπηρετεί η ειρήνη. Και ο πόλεμος δεν χρειάζεται πλέον, παρά μόνον ως Εθνική Αμυνα».

Την εικόνα συμπληρώνουν οι ενδοϋπηρεσιακές ενέργειές του, σύμφωνα με ημιεπίσημο ρεπορτάζ της φιιλοκυβερνητικής «Μακεδονίας» (16/12): αμέσως μετά την παραλαβή της αναφοράς Στεφανίδη, πληροφορούμαστε, ο Παπανδρέου έσπευσε «να ζητήση τηλεφωνικώς από τας 3 Σχολάς του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης πληροφορίας περί των αποτελεσμάτων των εισιτηρίων αυτών εξετάσεων, τας παρατηρήσεις των σχολών επί των γραπτών των εξετασθέντων φοιτητών, καθώς και πίνακα των εξετασθέντων φοιτητών, την επιτυχίαν ή αποτυχίαν των και του Γυμνασίου από το οποίον προήρχοντο».

Οι απαντήσεις ήταν μάλλον καθησυχαστικές, καθώς οι κοσμήτορες της Φιλοσοφικής και της Φυσικομαθηματικής δεν διαπίστωσαν ούτε αξιοσημείωτα γραμματικά ή εκφραστικά λάθη ούτε «ατόπους περί πατρίδος ιδέας πέραν του από ετών μέσου όρου».

Ακόμη κι ο ίδιος ο Στεφανίδης φέρεται δε να παραδέχτηκε ότι «τα γραπτά των φοιτητών μαρτυρούν περί ευρείας οπωσούν εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως», διευκρινίζοντας πως οι επίμαχες φράσεις αντλήθηκαν από τις εκθέσεις δεκατριών -όλων κι όλων- υποψηφίων. Εκείνο που τον ενόχλησε ήταν οι «δυσαναλόγως πολλαί απαντήσεις» που «απέκλιναν υπέρ της δευτέρας απόψεως» του διλήμματος, στο οποίο ο ίδιος είχε υποβάλει τους εξεταζόμενους.

Ανήλικα θηράματα και πατριωτική ρεκλάμα

Αν τα προϊστάμενα κλιμάκια αντέδρασαν αμυντικά στις καταγγελίες του εθνικοσοσιαλιστή κοσμήτορα, δεν ίσχυσε το ίδιο για όλους τους θιγόμενους. Στη «Μακεδονία» της ίδιας μέρας διαβάζουμε απάντηση του συλλόγου καθηγητών του Γυμνασίου Καβάλας, προϊόν γενικής συνέλευσης, όπου το επίμαχο θέμα των εξετάσεων χαρακτηρίζεται «άστοχον και μάλιστα παραπειστικόν», ο δε εμπνευστής του εξομοιώνεται με τα όργανα των κατασταλτικών μηχανισμών: «Τοιαύτης φύσεως διλημματικά ερωτήματα μόνον εις υποδίκους [θέτουν] οι Ανακριταί διά να εκμαιεύσουν ομολογίας [...]. Τοιούτον ερώτημα ηδύνατο να υποβληθή εις μαθητάς ή φοιτητάς μόνον προς ψυχολογικόν πειραματισμόν δι’ έρευναν καθαρώς επιστημονικήν και ουδέποτε ως θέμα διά την έκθεσιν των ιδεών».

Μια τέτοια δημόσια στάση δεν ήταν καθόλου ανώδυνη. «Κατά μοιραίαν σύμπτωσιν», σημειώνει με εμφανή ικανοποίηση μιάμιση δεκαετία αργότερα ο Στεφανίδης, «ολίγον χρόνον βραδύτερον ανεγίγνωσκον εις εφημερίδας της Θεσσαλονίκης ότι συνελαμβάνοντο καθηγηταί και μαθηταί του γυμνασίου τούτου επί διαδόσει επικινδύνων ανατρεπτικών ιδεών, καταδικασθέντες, ως έμαθον, βραδύτερον υπό του δικαστηρίου» (όπ.π., σ.68).

Πιο άφοβα μπορούσε να εκφραστεί -και εκφράστηκε- ένας διανοούμενος υπεράνω πάσης υποψίας για «αντεθνικές αποκλίσεις»: ο θεατρικός δάσκαλος και σκηνοθέτης τότε του Εθνικού Θεάτρου, Φώτος Πολίτης (1890-1934). Με δυο άρθρα του στην «Πρωία» (18-19/12) θα προβεί στη μοναδική απροσχημάτιστη καταδίκη της ενέργειας του κοσμήτορα από πλευράς της εγχώριας διανόησης:

«Ποιο σκοπό είχε ένα τέτοιο ερώτημα: “Πατρίς ή κοσμοπολιτισμός”; Να αποκαλύψη τα πολιτικά φρονήματα των εισακτέων φοιτητών; Αλλά ποια ηθική παρέχει σ’ έναν καθηγητή τέτοιο δικαίωμα; Κι αν ο φοιτητής συμβή να έχη, από κατακάθαρον ιδεαλισμό, κομμουνιστικά φρονήματα, θα απορριφθή τάχα για την απάντηση που θα δώση; Ποιος δεν υπήρξε επαναστάτης στα νειάτα του; Θα κριθή όλο το μέλλον ενός ανθρώπου από τις ιδέες που έχει στα δεκαεφτά του χρόνια; Αν όμως δεν πρόκειται να εξετασθή το περιεχόμενο της απαντήσεως, γιατί τότε ο θόρυβος στις εφημερίδες; Μήπως επειδή ο εξυπνότατος καθηγητής ήθελε με τέτοιον, καθαυτό “ρωμαίικον” τρόπο, να κάμη τη ρεκλαμίτσα του, ως υπερπατριώτης;

Εκείνο που καταδικάζει οριστικά τον καθηγητήν αυτόν, είναι το γεγονός πως το ερώτημά του δεν κρύβει αγάπη προς τον εξεταζόμενο, αλλ’ ούτε καν επίγνωση της ψυχολογίας του. Οι καθηγηταί του Γυμνασίου της Καβάλας χαρακτήρισαν πολύ σωστά ως “παραπειστικό” το θέμα εκείνο. Κι έκαμαν καλά να δώσουν ψυχολογία ανακριτού στον καθηγητή, κι όχι παιδαγωγού, δασκάλου. Ο άνθρωπος αυτός δεν έδειξε ενδιαφέρον απέναντι των νέων που είχε μπροστά του, νέων με την οδυνηρή ψυχική κατάσταση του εξεταζομένου, του ανθρώπου που ίσως εκείνη τη στιγμή αισθάνεται να κρίνεται όλη η ζωή του. Τους αντίκρυσε σα θήραμα, σα λεία, όχι με αγάπη, αλλά με εγωιστική εξυπνάδα. Για να καγχάση ή να θριαμβεύση έπειτα εις βάρος τους. Πώς όμως θα “διδάξη” ο άνθρωπος αυτός αργότερα; Πού θα βρει την αγνότητα που απαιτείται για να αντικρύση ψυχές που γυρεύουν ν’ ακουμπήσουν κάπου σταθερά, να ενθουσιαστούν, να πιστέψουν;»


Διαβάστε
▶ Δημοσθένης Σ. Στεφανίδης, «Μία πτυχή πανεπιστημιακής ζωής» (Αθήναι 1944). Αυτοβιογραφικό πόνημα του εθνικοσοσιαλιστή κοσμήτορα του 1930, συνταγμένο δύο βδομάδες μετά την Απελευθέρωση. Περιέχει το υπόμνημά του για την κατάληψη της θέσης του τακτικού καθηγητή (1928) και δύο υπομνήματά του προς τον κατοχικό υπουργό Παιδείας -μετέπειτα πρωθυπουργό- Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο (15/7/1941 και 21/2/1942) εκτενώς σχολιασμένα σε μια ευδιάκριτη προσπάθεια αυτοδικαιολόγησης, απόσπασης εθνικών ευσήμων για την απόλυσή του τον Μάρτιο του 1942 (λόγω «αδικαιολογήτου απουσίας από την υπηρεσία») και προσαρμογής στη νέα συγκυρία· αξιοσημείωτη πάντως η επιφύλαξη του συγγραφέα ότι λόγω «διάθεσης όλων των δακτυλογραφημένων αντιτύπων» και ανασύστασής της «εκ των αρχικών σημειώσεων», η δημοσιευμένη εκδοχή του υπομνήματος του 1941 «δεν αποκλείεται να παρουσιάζη ασημάντους φραστικάς μεταβολάς εν σχέσει προς το πρωτότυπον» (σ.5). Τέσσερις από τις 77 σελίδες του φυλλαδίου είναι αφιερωμένες στην έκθεση του 1930 προς τον Παπανδρέου για την ανάγκη εκκαθάρισης της εκπαίδευσης από τα «αντεθνικά στοιχεία».
▶ Ελισάβετ Βιδάλη, «“Η πατρίς με έχει πια κουράσει”: εθνικά ιδεώδη και Παιδεία το 1930» (περ. Ιστωρ, τχ.14, 2005, σ.35-67). Η αναφορά Στεφανίδη και η διαχείρισή της, με εξαντλητική ανάλυση του πολιτικοκοινωνικού πλαισίου των ημερών. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η επισήμανση της χρονικής σύμπτωσής της με την επίθεση που η βενιζελική κυβέρνηση εξαπέλυσε, εν μέσω οικονομικής κρίσης, κατά του συνδικαλισμού των δημοσίων υπαλλήλων, στην πρωτοπορία του οποίου βρίσκονταν τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών.

 
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
«Ανομία», ετών 180
Ως ζωντανός χώρος ανθρώπων, το ελληνικό Πανεπιστήμιο υπήρξε ανέκαθεν πεδίο έντονων εσωτερικών συγκρούσεων, που δεν τηρούσαν πάντα τους κανόνες της κοσμιότητας. Ακόμη κι όταν δεν υπήρχαν ούτε καταχθόνιοι...
«Ανομία», ετών 180
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
«Ολίγον» δωσίλογος;
Στις 29 Ιανουαρίου 1971 η χούντα αποφασίζει να τιμήσει τον δωσίλογο στρατηγό Αθανάσιο Χρυσοχόο, δίνοντας το όνομά του σε δρόμο της Θεσσαλονίκης ● 47 χρονια μετά, η απόφαση ανατράπηκε μετά από γνωμοδότηση του...
«Ολίγον» δωσίλογος;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τα γεννητούρια της εθνικοφροσύνης
Ως καθοριστικός παράγοντας της εθνικόφρονος εγρήγορσης που επιβεβαίωσε το συλλαλητήριο της συμπρωτεύουσας προβάλλει ευδιάκριτα μια πολύ πιο πρόσφατη ιστορική παρακαταθήκη: η παρατεταμένη πολιτική...
Τα γεννητούρια της εθνικοφροσύνης
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από το «πεζοδρόμιο» στα αμφιθέατρα
Είναι άραγε η Ιστορία υπόθεση μόνο των επαγγελματιών ιστορικών ή μιας ολόκληρης κοινωνίας – κάθε κοινωνίας; Το ερώτημα μοιάζει μάλλον αφελές. Στη χώρα μας οι πρώτες συγγραφές της νεότερης ιστορίας της, αυτές...
Από το «πεζοδρόμιο» στα αμφιθέατρα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Πού ’σαι νιότη...
Η δεκαετία του 1980 υπήρξε η ύστερη φάση της Μεταπολίτευσης, η εποχή που αναμετρήθηκαν με την πραγματικότητα τα οράματα, όχι μόνο των αμέσως προηγούμενων χρόνων αλλά και παλαιότερων εποχών, μεταξύ άλλων το...
Πού ’σαι νιότη...

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας