Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο Ελληνας που σκότωσε το απαρτχάιντ

Ο Δημήτρης Τσαφέντας στη φυλακή το 1976

LIZA KEY
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ο Ελληνας που σκότωσε το απαρτχάιντ

  • A-
  • A+

Συμπληρώθηκαν το 2019 είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Τσαφέντα, του ανθρώπου που δολοφόνησε μέσα στη Βουλή της Νότιας Αφρικής τον πρωθυπουργό Χέντρικ Φερβούρντ. Ο Τσαφέντας εργαζόταν ως κλητήρας στη Βουλή και επιτέθηκε στο θύμα του στις 6.9.1966 με μαχαίρι. Ο Φερβούρντ θεωρείται ο αρχιτέκτονας του απαρτχάιντ, δηλαδή του φυλετικού καθεστώτος, μέσω του οποίου είχε επιβληθεί επί δεκαετίες η κυριαρχία της λευκής μειοψηφίας του πληθυσμού.

Το απαρτχάιντ έχει προ πολλού καταργηθεί, ενώ ο εμβληματικός ηγέτης του απελευθερωτικού αγώνα του νοτιοαφρικάνικου λαού, ο Νέλσον Μαντέλα, αναδείχτηκε σε πρόεδρο της χώρας το 1994 και φυσικά αποκατέστησε την ισονομία.

Οι συνθήκες της δολοφονίας του Φερβούρντ, η προσωπικότητα του δράστη και τα κίνητρα της πράξης του Τσαφέντα ακόμα και σήμερα περιγράφονται ως σκοτεινά, ενώ ο ίδιος θεωρείται από τους περισσότερους αναλυτές ως ψυχικά διαταραγμένος. Χάρη στην επίπονη δουλειά ενός Ελληνα ερευνητή, του Χάρη Δουσεμετζή, διαθέτουμε όμως όλα τα στοιχεία για την ιστορική αποκατάσταση όχι μόνο της πράξης του Τσαφέντα, αλλά και της ζωής αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου.

«Είσαι ένοχος όχι μόνο όταν διαπράττεις ένα έγκλημα, αλλά και όταν δεν κάνεις τίποτα για να το αποτρέψεις» 
Δημήτρης Τσαφέντας

Ο Δουσεμετζής, με τη συνεργασία του Gerry Loughran ολοκλήρωσε το 2018 μια εξαντλητική εργασία για την πολυκύμαντη ζωή του Τσαφέντα και τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφασή του να σκοτώσει τον Φερβούρντ. Ο ερευνητής μελέτησε 12.000 σελίδες επίσημων εγγράφων από τα Εθνικά Αρχεία της Νότιας Αφρικής, της Πορτογαλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου και πήρε συνεντεύξεις από 137 άτομα, από τα οποία τα 69 είχαν προσωπική σχέση με τον Τσαφέντα.

Σύμφωνα με την έρευνα του Δουσεμετζή, ο Τσαφέντας δεν οδηγήθηκε στην πράξη του από κάποια «ψυχική διαταραχή», αλλά από καθαρά ιδεολογικά κίνητρα. Δεν υπήρξε ένας «τρελός δολοφόνος», αλλά ένας συνειδητός τυραννοκτόνος. Και το σημαντικότερο: ο τρόπος που είχε παρουσιαστεί τόσα χρόνια η δολοφονία του Φερβούρντ, ως μια πράξη ψυχικά διαταραγμένου ατόμου, δεν ήταν τυχαίος ούτε αυθόρμητος. Υπήρξε προϊόν οργανωμένης συγκάλυψης για λόγους καθαρά πολιτικούς. Την επιχείρηση συγκάλυψης τεκμηριώνει ο Δουσεμετζής στο βιβλίο του με αδιάσειστα στοιχεία.

Ποιος ήταν ο Φερβούρντ;

Οταν ο Φερβούρντ εκλέχτηκε αρχηγός του Εθνικού Κόμματος και κατέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού στις 2.9.1958, οι «New York Times» χαρακτήρισαν τη νίκη του ως «κακές ειδήσεις» και «κακοτυχία» για τους μαύρους της Νότιας Αφρικής: «Κανείς δεν θα χαρεί πουθενά, ούτε βέβαια η πλειονότητα του λαού της Νότιας Αφρικής, όπου αναδείχτηκε πρωθυπουργός ο Χέντρικ Φερβούρντ. Αυτή την οδύνη θα πρέπει να υποστεί ο δυστυχισμένος λαός της Νότιας Αφρικής. […] Ο Δρ Φερβούρντ είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα ενός είδους υπό σταδιακή εξαφάνιση, του ρατσιστή. Στις ημέρες του Χίτλερ ήταν φιλοναζιστής και αντισημίτης. Το πάθος του και ο ρόλος του στη Νότια Αφρική είναι σήμερα να αναδειχτεί η ακραία λευκή κυριαρχία. Πρόκειται για τον πιο φανατικό υποστηρικτή του απαρτχάιντ» (6.9.1958).

Η πολιτική του Φερβούρντ εστιάστηκε στην ενίσχυση του απαρτχάιντ, επιβάλλοντας τον απόλυτο φυλετικό διαχωρισμό και ελέγχοντας την επικοινωνία μεταξύ των εθνοτικών ομάδων. Για να το πετύχει αυτό υποχρέωσε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες του μαύρου πληθυσμού να μετακινηθούν ώστε να μην έρχονται σε επαφή με τη λευκή μειοψηφία, αλλά προχώρησε και σε μια σκληρή καταστολή κάθε προσπάθειας να αμφισβητηθεί το απαρτχάιντ.

Μεταξύ των καινοτομιών που προσέθεσε στο απαρτχάιντ ο Φερβούρντ ήταν οι «ζώνες πολυβόλων», περιοχές όπου οι μαύροι θα μπορούσαν να πυροβοληθούν ομαδικά από την αστυνομία αν υπήρχε η αίσθηση ότι απειλούν τις κατοικημένες περιοχές των λευκών κατά τη διάρκεια εξεγέρσεων. Ηδη από την πρώτη χρονιά της πρωθυπουργίας του (1958), σύμφωνα με την εφημερίδα «The Cape Times», «οι απαγωγές, οι απελάσεις, οι πυροβολισμοί, οι πυρκαγιές, οι εμπρησμοί, το κλείσιμο των σχολείων» ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Λίγες μέρες μετά την ανάληψη της θέσης του πρωθυπουργού από τον Φερβούρντ το περιοδικό «The Economist» έγραφε ότι η Νότια Αφρική «δεν είναι ακόμα ένα αστυνομικό κράτος, αλλά βρίσκεται ήδη σ’ αυτό τον δρόμο» (18.10.1958). Αλλά ενάμιση χρόνο αργότερα, το ίδιο περιοδικό περιέγραφε τις ενέργειες και τη νομοθεσία του Φερβούρντ ως μια προσπάθεια «νομιμοποίησης της τυραννίας» (16.4.1960). Είχε προηγηθεί, στις 21.3.1960 η σφαγή στο Σάρπβιλ, όταν μια ειρηνική διαμαρτυρία σε περιοχή μαύρων έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ αντιμετωπίστηκε με δολοφονική βία από την αστυνομία, που άνοιξε πυρ στο άοπλο πλήθος. Το αποτέλεσμα ήταν 69 νεκροί και 180 τραυματίες.

Σύμφωνα με τον Δουσεμετζή, ο Φερβούρντ θεωρούσε τους κομμουνιστές ως τους βασικούς εχθρούς. Είχε δηλώσει ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στον μείζονα στόχο τής φυλετικά διαχωρισμένης «ανάπτυξης» ήταν η «δυσμενής ατμόσφαιρα» που δημιουργούσαν κάποιες «εχθρικές οργανώσεις» και πρόσωπα, «μερικά από αυτά λευκά και επιλεγμένα με κομμουνιστικούς στόχους που σπέρνουν διχόνοια και υποκινούν τους μη λευκούς».

Ο Φερβούρντ πίστευε και ισχυριζόταν ότι οι επιθέσεις στο καθεστώς της Νότιας Αφρικής από το εξωτερικό και η εσωτερική αντίσταση που αντιμετώπιζε ήταν μέρος μιας συνωμοσίας των κομμουνιστών για να κατακτήσουν τον κόσμο. Ετσι έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να σταματήσει οποιαδήποτε αντίσταση και αντιπολίτευση. Αποφασισμένος να συνεχίσει την πολιτική του απαρτχάιντ και να συντρίψει όσους την αντέκρουαν, ο Φερβούρντ δεν δίσταζε σε κανένα σημείο. Η πολιτική του περιλάμβανε δρακόντεια νομοθεσία και κατάργηση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ακόμη και εκείνων που προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο), διενέργεια βασανιστηρίων, απαγωγές, δολοφονίες, τρομοκρατία, εξορία και απαγορεύσεις.

Στα επόμενα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, επέτεινε και άλλο την κατασταλτική πολιτική, καθώς η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγινε κρατική στρατηγική και περίπου το 79% του πληθυσμού ζούσε υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου.

Η μετάλλαξη της είδησης

Μια πρώτη εικόνα για το πώς δημιουργήθηκε για τον Τσαφέντα η πλαστή εικόνα του «τρελού» δολοφόνου παίρνουμε από τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής. Αρκεί να παρατηρήσουμε το πώς μετέδωσαν αρχικά την είδηση της δολοφονίας και πώς την τροποποίησαν στη συνέχεια.

Ο τίτλος στο «Βήμα» της πρώτης μέρας (7.9.1966) ήταν «Εδολοφονήθη υπό Ελληνος ο πρωθυπουργός της Ν. Αφρικής». Στον υπέρτιτλο σημειωνόταν ότι το θύμα υπήρξε «ο υπέρμαχος των φυλετικών διακρίσεων». Το ρεπορτάζ της εφημερίδας είχε σαφή αναφορά στις ενδεχόμενες πολιτικές συνέπειες της δολοφονίας: «Η δολοφονία του Φέρβαιρντ, η σημαντικωτέρα των τελευταίων ετών μετά την δολοφονίαν του Τζων Κέννεντυ, όπως την χαρακτηρίζει το Ασοσιέτεντ Πρες, επροκάλεσε ποικίλας αντιδράσεις ανά τον κόσμον και γεννά το ερώτημα ποίαν επίδρασιν θα ασκήση επί της συνεχίσεως της φυλετικής πολιτικής του, η οποία έχει δημιουργήσει δυσμενείς αντιδράσεις κατά της Νοτίου Αφρικής».

Οχι μόνο δεν γίνεται εδώ λόγος για «ψυχοπαθή» δράστη, αλλά επισημαίνεται και η εξαιρετική γλωσσομάθειά του: «Εις ό,τι αφορά την καταγωγήν του δολοφόνου, το Νοτιοαφρικανικόν Πρακτορείον Ειδήσεων μετέδωσεν ότι ο ίδιος είχε δηλώσει ότι κατάγεται από Ελληνα πατέρα και Πορτογαλίδα μητέρα. Πρόκειται, κατά τας αυτάς πληροφορίας, περί γλωσσολόγου, ομιλούντος οκτώ τουλάχιστον γλώσσας, ο οποίος επί τι διάστημα ειργάσθη ως διερμηνεύς εις δικαστήριον του Ντάρμπαν». Σημειώνονταν ακόμα οι φόβοι «εκδηλώσεων κατά των Ελλήνων στο Γιοχάνεσμπουργκ, συνεπεία των πληροφοριών περί ελληνικής καταγωγής του δράστου». Εσπευσε ο πρόεδρος της τοπική ελληνικής κοινότητας Πέτρος Παΐζης να δηλώσει ότι ήταν προσωπικός φίλος του Φερβούρντ και τον θαύμαζε: «Η κατάπληξίς μου δεν δύναται να περιγραφή, όταν μου ανήγγειλαν ότι ο δολοφόνος ήτο ελληνικής καταγωγής. Προτίθεμαι να αναζητήσω τους προγόνους του ανδρός αυτού».

Επιτετραμμένος της Ελλάδας στη Νότια Αφρική ήταν εκείνη την εποχή ο Πέτρος Μολυβιάτης, ο επί δεκαετίες στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Εξέφρασε κι αυτός τη βαθιά του λύπη και την κατάπληξη για τη δολοφονία, αλλά απέφυγε να αναφερθεί στις πληροφορίες για την ελληνική καταγωγή του δολοφόνου.

Στην τελευταία σελίδα του ίδιου φύλλου της εφημερίδας, εκεί που δημοσιεύονταν οι τελευταίες ειδήσεις, υπάρχει και ένα μικρό μονόστηλο με τίτλο «Παράφρων ο δολοφόνος του Φέρβαιρντ». Το κείμενο βέβαια της είδησης δεν αποδίδει αυτό τον χαρακτηρισμό σε κάποια ιατρική γνωμάτευση, αλλά στον πρόεδρο της ελληνική κοινότητας Μπλεμφοντέιν, ο οποίος δήλωσε:«Ο δολοφόνος πρέπει να είναι παράφρων. Δεν είναι δυνατόν να αντιπροσωπεύη τα αισθήματα των Ελλήνων εις την Νότιον Αφρικήν. Οι περισσότεροι Ελληνες εις την Νότιον Αφρικήν είναι υποστηρικταί του Φέρβαιρντ».

Πάντως, από το ειδησάριο δεν έλειπε και η έμμεση παραδοχή για τον πολιτικό χαρακτήρα της πράξης: «Ο ραδιοσταθμός του Καΐρου μετέδωσε ότι η δολοφονία εξήλειψεν έναν εκ των πλέον εξεχόντων ηγετών των φυλετικών διακρίσεων και θα πρέπει να ενθαρρύνη τους αφρικανικούς και ασιατικούς λαούς εις τον αγώνα κατά του απαρτχάιντ».

Την επομένη, ο ελληνικός Τύπος αναφερόταν στις απειλές κατά της ελληνικής κοινότητας στη Νότια Αφρική και διέψευδε την ελληνική καταγωγή του δράστη. «Απειλούν τους Ελληνας εις την Νότιον Αφρικήν», ήταν ο τίτλος στο «Βήμα» (8.9.1966) και υπότιτλο «Αποκρούεται η ελληνική καταγωγή του δολοφόνου».

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο εκπρόσωπος της ελληνικής κοινότητας Παΐζης δήλωσε ότι προτίθεται να μεταβεί στο Κέιπ Τάουν για να πληροφορήσει την αστυνομία ότι «ο Τσαφέντας δεν είναι ελληνικής καταγωγής. Είναι υιός Αφρικανίδος εκ Μοζαμβίκης και Αιγυπτίου ονόματι Μιγκουέλ, ο οποίος εγκατεστάθη προ 45 ετών εις την πορτογαλικήν Αφρικήν». Το ρεπορτάζ φτάνει στο σημείο να υποστηρίξει ότι ρατσιστής δεν ήταν το θύμα, αλλά ο δράστης: «Κατά τας υπαρχούσας πληροφορίας, ο Τσαφέντας είχε παραπονεθή συχνά ότι η κυβέρνησις της Νοτίου Αφρικής έπραττε πάρα πολλά πράγματα διά τους εγχρώμους και όχι αρκετά διά τους ταλαίπωρους λευκούς».

Την επομένη υπήρξαν δημοσιεύματα που καθησύχαζαν την ελληνική κοινή γνώμη ότι «Ουδείς ομογενής διατρέχει κίνδυνον εις Νότιον Αφρικήν», μόνο και μόνο επειδή «ο δολοφόνος έφερε ελληνικόν όνομα», καθώς και αστήρικτες υποθέσεις ότι ο Τσαφέντας ήταν «όργανο τρίτων» («Βήμα», 9.9.1966).

Ο πραγματικός Τσαφέντας

Λίγες μέρες μετά τη δολοφονία, το Ανώτατο Δικαστήριο του Κέιπ Τάουν κατέληξε ότι ο Τσαφέντας δεν μπορούσε να δικαστεί, διότι έπασχε από σχιζοφρένεια. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν ότι ο δράστης δεν είχε πολιτικά κίνητρα. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η επίσημη επιτροπή που ορίστηκε να ερευνήσει το ζήτημα.

Ο Τσαφέντας κλείστηκε αρχικά στη φυλακή και στη συνέχεια σε ψυχιατρικό νοσοκομείο μέχρι τον θάνατό του. Το μεγαλύτερο διάστημα των 33 αυτών χρόνων, το έζησε σε απομόνωση και κάτω από απάνθρωπες συνθήκες.

Σήμερα είναι απολύτως σαφείς οι λόγοι για τους οποίους το καθεστώς τού απαρτχάιντ επέλεξε να εμφανίσει τον Τσαφέντα ψυχασθενή και να αποκρύψει όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν το πολιτικό του κίνητρο. Πρώτα απ’ όλα δεν έπρεπε να φανεί ότι ένα ψυχικά υγιές άτομο θα μπορούσε να επιβουλευτεί τη ζωή του «λαοπρόβλητου ηγέτη της χώρας».

Επίσης ο υπουργός Δικαιοσύνης και Αστυνομίας Τζον Φόρστερ, ο οποίος επρόκειτο να διαδεχτεί στη θέση του πρωθυπουργού τον Φερβούρντ δεν επιθυμούσε να αποδειχτεί ότι οι υπηρεσίες του είχαν επιτρέψει σε έναν επικίνδυνο κομμουνιστή να προσληφθεί ως κλητήρας στο Κοινοβούλιο, με πρόσβαση στον ηγέτη της χώρας. Και τελικά μέτρησε το γεγονός ότι μια μεγάλη ποινική δίκη θα είχε θέσει στο επίκεντρο της εσωτερικής αλλά και της διεθνούς επικαιρότητας το ίδιο το καθεστώς του απαρτχάιντ.

Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο Τσαφέντας δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τη θεωρία του «ψυχασθενούς», εφόσον ως άτομο με εξαιρετική ευφυΐα γνώριζε ότι σε κάθε άλλη περίπτωση τον περίμενε η καταδίκη σε θάνατο και η εκτέλεση.

Ο Δουσεμετζής αναδεικνύει στη μελέτη του την πολυτάραχη ζωή ενός πραγματικού αγωνιστή. Ο Δημήτρης Τσαφέντας γεννήθηκε στο Λορέντσο Μαρκές της πορτογαλικής αποικίας Μοζαμβίκη στις 14.1.1918 από τον 27χρονο Κρητικό μηχανικό πλοίων Μιχάλη Τσαφαντάκη και την οικιακή του βοηθό Αμέλια Ουίλιαμς. Η μητέρα της Αμέλια ήταν Μοζαμβικανή και ο πατέρας της Γερμανός. Παρά την επιθυμία του Τσαφαντάκη, κάτω από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής δεν ήταν δυνατόν να επισημοποιηθεί η σχέση τους.

Ο Δημήτρης έζησε πέντε χρόνια με τη γιαγιά του στην Αίγυπτο και επέστρεψε το 1925 στη Μοζαμβίκη, όπου ο πατέρας του του παρουσίασε ως μητέρα του μια Ελληνίδα που είχε ήδη παντρευτεί. Αργότερα του εκμυστηρεύτηκε την αλήθεια για την πραγματική του μητέρα, αλλά ο Δημήτρης έζησε ως κανονικό λευκό παιδί του ζεύγους.

Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες και τα ντοκουμέντα που έχει συγκεντρώσει ο Δουσεμετζής, ο Τσαφέντας ήταν ένας πανέξυπνος και καλλιεργημένος νέος με πολιτικά ενδιαφέροντα και ανεπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης. Από πολύ νέος θα ακολουθήσει τον δρόμο ενός σύγχρονου Οδυσσέα, γυρίζοντας όλο τον κόσμο και θέτοντας σε εφαρμογή τις ιδέες του.

Σε όλη αυτή την πορεία αποδεικνύεται η βαθιά του πολιτικοποίηση. Συνελήφθη αρκετές φορές στη χώρα καταγωγής του, τη Μοζαμβίκη, από την πορτογαλική αστυνομία με την κατηγορία ότι είχε κομμουνιστική και αντιαποικιοκρατική δράση.

Η Πορτογαλική Μυστική Υπηρεσία (PIDE) είχε φάκελό του από το 1938, όταν ήταν 20 ετών, και τον παρακολουθούσε προσεκτικά σε όλο το διάστημα των 12 χρόνων που είχε εξοριστεί από τη Μοζαμβίκη λόγω της πολιτικής του δράσης.

Πήρε μέρος στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο με την πλευρά των κομμουνιστών και φυλακίστηκε στην Πορτογαλία για τις φιλοκομμουνιστικές και αντι-αποικιοκρατικές του δραστηριότητες.

Στο Λονδίνο έγινε μέλος του βρετανικού κινήματος κατά του απαρτχάιντ και συνδέθηκε με τον Τένισον Μακιουάνε (Tennyson Makiwane), εκπρόσωπο του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC) στην Αγγλία. Ηταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Νότιας Αφρικής από το 1937 έως το 1942 και αργότερα αρνήθηκε να επιστρέψει στη χώρα του ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο.

Λίγο πριν τη δολοφονία του Φερβούρντ, ο Τσαφέντας χαρακτήρισε μια πιθανή δολοφονία του πρωθυπουργού ως ηθικά δικαιολογημένη, λόγω του ότι ήταν δικτάτορας και τύραννος που καταπίεζε τον λαό του. Ο Τσαφέντας επανέλαβε αυτή τη θέση περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, ενώ βρισκόταν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο.

Η διπλή συγκάλυψη

Δεν ήταν μόνο οι αρχές της Νότιας Αφρικής που ήθελαν να συγκαλύψουν τα πολιτικά κίνητρα του Τσαφέντα. Δύο μέρες μετά τη δολοφονία, στις 8.9.1966, η Μυστική Υπηρεσία της Πορτογαλίας PIDE έστειλε απόρρητο τηλεγράφημα από τη Λισαβόνα στο Λορέντσο Μαρκές, με το οποίο διέτασσε να μη δοθούν στις αρχές της Νότιας Αφρικής πληροφορίες σχετικά με τη δράση του Τσαφέντα υπέρ της ανεξαρτησίας της Μοζαμβίκης.

Ο Δουσεμετζής εντόπισε Εμπιστευτική Εκθεση της PIDE που συντάχτηκε τον Νοέμβριο του 1964 μετά από ανάκριση του Τσαφέντα στη Μοζαμβίκη.

Από το περιεχόμενο της Εκθεσης προβάλλουν ανάγλυφα οι θέσεις του, αλλά και η ικανότητά του να ξεγλιστρά από τους διώκτες του:

«Οταν του ζητήθηκε να περιγράψει όλες τις ανατρεπτικές δραστηριότητες που ανέπτυξε εναντίον της Πορτογαλίας και υπέρ της ανεξαρτησίας της Μοζαμβίκης, απάντησε ότι δεν έχει αναπτύξει τέτοιου είδους ανατρεπτικές δραστηριότητες. Ωστόσο, επιθυμεί να διευκρινίσει ότι υποστηρίζει, ως Μοζαμβικανός, την ιδέα της ανεξαρτησίας της Μοζαμβίκης, η οποία θα διοικείται από τους πολίτες της επαρχίας αυτής, είτε είναι μαύροι είτε λευκοί. Ρωτήθηκε για τον λόγο για τον οποίο, την προηγούμενη μέρα βρισκόταν στην πόλη Γκόντολα, μαζί με ορισμένους μαύρους πολίτες, και προπαγάνδιζε υπέρ της ανεξαρτησίας της Μοζαμβίκης λέγοντας τις ακόλουθες φράσεις: “Αυτή η γη δεν ονομάζεται Πορτογαλία, ονομάζεται Ηνωμένες Πολιτείες της Μοζαμβίκης· η σημαία μας έχει το μπλε χρώμα όπως το ουράνιο τόξο, το ουράνιο τόξο που αντιπροσωπεύει όλα τα χρώματα: έχουμε ήδη χρήματα, αυτό που χρειαζόμαστε είναι να μην κάνουμε το λάθος να λέμε ότι είμαστε Πορτογάλοι. Οχι! Είμαστε Αφρικανοί. Κάποια μέρα αυτό θα τελειώσει, είμαι βέβαιος ότι θα τελειώσει. Δεν μου αρέσει η πορτογαλική σημαία. Ζήτω η χώρα μας, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Μοζαμβίκης. Μην ξεγελιέστε από το χρώμα μου, η μητέρα μου ήταν Αφρικανή, είμαι κι εγώ Αφρικανός”. Ο ίδιος απάντησε ότι βρέθηκε μαζί με τους άλλους μαύρους υπηκόους στο μπαρ ξενοδοχείου στην Γκόντολα, και έχοντας ήδη πιει “λίγα ποτηράκια”, είπε αυτές τις λέξεις. Η στάση του οφείλεται στις ιδέες του, που αναφέρθηκαν ήδη, σχετικά με την ανεξαρτησία της Μοζαμβίκης. Θέλει να διευκρινίσει ότι, μολονότι συμφωνεί με την ανεξαρτησία της Μοζαμβίκης, δεν ανήκει, ωστόσο, σε κανένα ανατρεπτικό κόμμα ή οργάνωση που δρα μ’ αυτό τον στόχο. Οταν του ζητήθηκε να πει ποια ήταν η θρησκεία του και αν ήταν αλήθεια ή όχι ότι έχει αφιερώσει τον εαυτό του να κηρύττει ως ιεραπόστολος και, με το πρόσχημα της ίδιας θρησκείας, να προπαγανδίζει υπέρ της ανεξαρτησίας της Μοζαμβίκης, απάντησε: Είναι χριστιανός και θεωρεί τον εαυτό του αντιπρόσωπο του Θεού στη γη, έναν ιεραπόστολο, που επιθυμεί να κηρύξει τη χριστιανική θρησκεία, αλλά ότι δεν του επιτρέπεται, επειδή σ’ αυτή τη γη δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Δεν είναι λοιπόν αλήθεια ότι, με το πρόσχημα της θρησκείας, έχει προπαγανδίσει υπέρ της ανεξαρτησίας της Μοζαμβίκης. Είναι Χριστιανός, δεν είναι όμως Ρωμαιοκαθολικός». (PIDE 2707/64/SR/26.11.1964).

Οχι μόνο οι αρχές της Νότιας Αφρικής, αλλά και οι υπηρεσίες της Πορτογαλίας γνώριζαν καλά τα πολιτικά κίνητρα του Τσαφέντα. Ηρθε πλέον ο καιρός να αποκατασταθεί η μνήμη αυτού του τόσο βασανισμένου τυραννοκτόνου.

Στις 6 Οκτωβρίου 2019, εικοστή επέτειο του θανάτου του, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Νότιας Αφρικής έκανε τιμητική εκδήλωση στη μνήμη του. Ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του κόμματος τον χαρακτήρισε «ήρωα του αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ» και ανακοίνωσε ότι το κόμμα θα φροντίσει τον τάφο, θα ανεγείρει ένα μνημείο και θα δώσει το όνομά του σε μια κομματική οργάνωση.

Ο δικαστής Ζακ Γιακόμπ και ο Ελληνας δικηγόρος του Νέλσον Μαντέλα, Γιώργος Μπίζος, υπέβαλαν αίτημα στο Μνημείο του Απαρτχάιντ να δημιουργηθεί μόνιμη έκθεση για τον Τσαφέντα. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Δουσεμετζή αυτό θα γίνει οπωσδήποτε, εφόσον και οι δύο τους έχουν διατελέσει μέλη του Δ.Σ. του μουσείου.

H απολογία του Τσαφέντα

Απόσπασμα από την εκτενή ανάκριση στην αστυνομία του Γιοχάνεσμπουργκ, στις 11.9.1966 (National Archives of South Africa, Pretoria):

«Ημουν κατά της αποικιοκρατίας, κατά της δουλείας και υπέρ του δικαιώματος αυτοδιάθεσης όλων των αποικιών που ελέγχονταν από το Βέλγιο, τη Γαλλία και την Πορτογαλία. Ημουν εναντίον του απαρτχάιντ επειδή διαχώριζε τους λαούς διαφορετικών φυλών και προκάλεσε το μίσος ανάμεσά τους. Δημιούργησε καχυποψία μεταξύ των διαφόρων φυλών και τους έκανε να φοβούνται να μιλάνε ο ένας στον άλλο. Οι άνθρωποι στα λεωφορεία δεν ήξεραν πού να καθίσουν. Η Νότια Αφρική είναι ένα έθνος μειονοτήτων: Ευρωπαίων, Αφρικανών, Εγχρώμων και Ινδών. Εννοώ ότι η Νότια Αφρική αποτελείται από διάφορες φυλές. Ολοι οι νόμοι για το απαρτχάιντ προκάλεσαν τη σύγχυση μεταξύ των διαφόρων φυλών. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στους νόμους που ισχύουν για τον μικτό γάμο, επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν δικαίωμα να παντρευτούν όποιον θέλουν να παντρευτούν σύμφωνα με τα οικονομικά τους μέσα. Αυτό το αποκαλώ καταπίεση. Εάν υπήρχε ελευθερία δεν θα υπήρχαν περιορισμοί και θα υπήρχε εξέλιξη, έτσι ώστε τελικά να υπάρξει μόνο μια φυλή. Αυτό εννοώ με τον όρο εξέλιξη.

Συμφωνώ με τους λαούς που πολεμούν τις φυλετικές διακρίσεις, εξ ου και ο λόγος που συμμετείχα [σε αντιρατσιστικές συγκεντρώσεις στο Λονδίνο]. Είναι αλήθεια ότι ήρθα σε επαφή στο Λονδίνο με αριστερούς Νοτιοαφρικανούς. Σε ιδιωτικές συνομιλίες με μερικούς από αυτούς τους ανθρώπους ειπώθηκε ότι ο πρωθυπουργός της Νότιας Αφρικής αξίζει να πυροβοληθεί. Δεν θυμάμαι από ποιον έγινε αυτή η δήλωση γιατί ήταν μόνο κατά τη διάρκεια ιδιωτικής συνομιλίας. Κάτι παρόμοιο ειπώθηκε πολλές φορές από διάφορους ανθρώπους. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα συγκεκριμένο άτομο που έχει κάνει τέτοια δήλωση. Αυτές ήταν μεμονωμένες δηλώσεις από ανθρώπους που έγιναν τυχαία. Το να πω ότι αυτή ήταν η κύρια σκέψη μεταξύ των αριστερών είναι λίγο υπερβολικό.

Συνήθως συμφωνούσα μαζί τους ότι ο πρωθυπουργός αξίζει να πυροβοληθεί. Μερικές φορές συνηθίζαμε να λέμε ότι ο Δρ Φερβούρντ υπήρξε τυχερός που δεν πέθανε την πρώτη φορά που πυροβολήθηκε. Δεν υπήρξε καμία απόφαση ότι θα έπρεπε όντως να σκοτωθεί - εννοώ ότι δεν αποφάσισα κάτι τέτοιο εκείνη τη στιγμή. Ποτέ δεν θεώρησα καθήκον μου να σκοτώσω τον πρωθυπουργό, ούτε έχω πει σε κανέναν ότι θα σκοτώσω τον πρωθυπουργό. Πίστευα όμως ότι με την εξαφάνιση του πρωθυπουργού της Νοτίου Αφρικής θα πραγματοποιηθεί αλλαγή πολιτικής. Εθεσα στον εαυτό μου το καθήκον αυτό. Ηταν δική μου ιδέα να τον σκοτώσω. Κανείς δεν μου προσφέρει κάποια ανταμοιβή για κάτι τέτοιο. Δεν με ενδιέφεραν οι συνέπειες. Ημουν τόσο αηδιασμένος από τη φυλετική πολιτική που προχώρησα με τα σχέδιά μου να σκοτώσω τον πρωθυπουργό».

«Ηθελε να σκοτώσει το σύστημα»

Τον Νοέμβριο του 2018 έγινε η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Δουσεμετζή στο Μουσείο του Απαρτχάιντ στο Γιοχάνεσμπουργκ. «Είναι πολύ δύσκολο για τον κόσμο να πιστέψει ότι ο Τσαφέντας δεν ήταν τρελός», είπε ο δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζόντι Κολάπεν (Jody Kollapen). Ο ίδιος επισκεπτόταν τακτικά τον Τσαφέντα στη φυλακή και αργότερα στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Στερκφοντέιν. «Αυτό το ψέμα διατηρήθηκε για 52 χρόνια», πρόσθεσε. «Το βιβλίο είναι πολύ σημαντικό, καθώς το έθνος πρέπει να γνωρίζει την αλήθεια».

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Μάικλ Μασούτα (Michael Masutha) χαρακτήρισε την έκδοση του βιβλίου ως μια στιγμή που αποκαθίσταται η αλήθεια. «Η ιστορία που διηγείται το βιβλίο αναφέρει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να σκότωσε έναν άλλο άνθρωπο, αλλά πίστευε στο βάθος του μυαλού του ότι δεν ήταν δολοφόνος. Δεν θέλησε να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Ηθελε να σκοτώσει ένα σύστημα. Είναι ατυχές το γεγονός ότι το σύστημα προσωποποιήθηκε σε έναν άνθρωπο». Σύμφωνα με την άποψή του, έσφαλε απολύτως ο δικαστής που έκρινε τον Τσαφέντα ανίκανο να δικαστεί.

Το υλικό της έρευνας του Δουσεμετζή συγκροτήθηκε σε ειδική «Εκθεση», την οποία υπέβαλε ο δικαστής Κολάπεν στον υπουργό Δικαιοσύνης Μασούτα στις 23.4.2018. Η Εκθεση («Report to the Minister of Justice, Honourable Ronald Lamola, in the matter of Dr. Verwoerd’s assassination»), την οποία είχε την καλοσύνη να μας κοινοποιήσει ο κ. Δουσεμετζής, έχει έκταση 2.192 σελίδων (861.803 λέξεις) και συνοδεύεται από 12.000 σελίδες εγγράφων από τα Εθνικά Αρχεία της Νότιας Αφρικής, της Πορτογαλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Eπαναστάτης από τον ΟΟΣΑ
Ανασύρουμε σήμερα ένα μικρό επεισόδιο από την ιδεολογική αντιπαράθεση την εποχή της Μεταπολίτευσης. Πρωταγωνιστές ήταν από τη μια πλευρά ο Νίκος Πουλαντζάς με δύο κείμενά του και από την άλλη ο Κορνήλιος...
Eπαναστάτης από τον ΟΟΣΑ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο κοσμήτωρ με το εθνικό τσεκούρι
Η ιστορία μας ξεκινά στις 14 Οκτωβρίου 1930 με αναφορά που έστειλε ο κοσμήτορας του νεοσύστατου Αριστοτελείου, Δημοσθένης Στεφανίδης, στον υπουργό Παιδείας του Βενιζέλου, Γεώργιο Παπανδρέου...
Ο κοσμήτωρ με το εθνικό τσεκούρι
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η πανδημία ως «πόλεμος»
Παρελθόν και παρόν ενός δημοφιλούς σχήματος ● Μία επιδημία σημαίνει ρήξη στη «φυσιολογική» ζωή. Και, βέβαια, συχνά συνδέεται με κάποιον πόλεμο, πραγματικό πόλεμο. Αλλά «πόλεμος» εναντίον της επιδημίας; Αυτό...
Η πανδημία ως «πόλεμος»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η εθνική αποκατάσταση του αφοριστή
Πώς γιορτάστηκαν, ετεροχρονισμένα, τα πενηντάχρονα του Εικοσιένα ● Ο λόγος ήταν απλός: η επίσημη επέτειος έπρεπε να συμπέσει με την ανακομιδή των λειψάνων του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ από την Οδησσό.
Η εθνική αποκατάσταση του αφοριστή

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας