Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ενας «Μαραθώνας» στο Αγιο Ορος

Αποψη της Μονής Ζωγράφου

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ενας «Μαραθώνας» στο Αγιο Ορος

  • A-
  • A+
Η «πολιτιστικο-ιστορική κατασκοπία» των Βούλγαρων Τζέιμς Μποντ ● Ενα ελάχιστα γνωστό επεισόδιο της δεκαετίας του 1980: η αρπαγή από τις βουλγαρικές μυστικές υπηρεσίες του πρωτότυπου χειρογράφου της «Σλαβοβουλγαρικής Ιστορίας» του Παϊσίου Χιλανδαρινού από τη Μονή Ζωγράφου του Αγίου Ορους.

Πόσο απέχουν άραγε οι σκοτεινοί καιροί μας από την ιδεολογική καθαρότητα των διαχωριστικών γραμμών του Ψυχρού Πολέμου; Σε μια εποχή που οι θρησκευτικοί φονταμενταλισμοί, ο εθνικισμός και ο ανορθολογισμός κάνουν παγκοσμίως πάρτι, εύκολα μπαίνει κανείς στον πειρασμό της νοσταλγίας για τα χρόνια εκείνα που οι πολιτικές συγκρούσεις, οσοδήποτε οδυνηρές, διεξάγονταν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος: φιλελεύθεροι και μαρξιστές διασταύρωναν τα ξίφη τους στο κοινό πεδίο των κοινωνικών επαγγελιών, όχι της νοερής επιστροφής σ’ ένα απόμακρο και μυθοποιημένο παρελθόν. Ή μήπως δεν ήταν πάντα ακριβώς έτσι;

Η υπόθεση που θα μας απασχολήσει σήμερα σχετικοποιεί κάπως αυτή τη νοσταλγία, υπενθυμίζοντας πως ο σημερινός ανορθολογισμός δεν ξεπήδησε από το πουθενά: τα κυρίαρχα σήμερα αντιδραστικά ιδεολογήματα συντηρήθηκαν κι αναζωογονήθηκαν στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου στο περιθώριο της κεντρικής διαμάχης κομμουνιστών-αντικομμουνιστών, ως δευτερεύουσες πτυχές του εκατέρωθεν οπλοστασίου που επέτρεπαν την κινητοποίηση συντηρητικότερων μερίδων του πληθυσμού και τον διεμβολισμό των αντίπερα ακροατηρίων.

Οι κοσμοϊστορικές ανατροπές του 1989 τα μετέφεραν απλώς από το παρασκήνιο στο προσκήνιο, αναγορεύοντάς τα σταδιακά (και κατά κανόνα εξίσου παραπλανητικά) σε βασικό ερμηνευτικό σχήμα μιας διεθνούς πραγματικότητας που ουδέποτε έπαψε να καθορίζεται από σαφώς υλικότερες αντιθέσεις.

«Εκτελέστηκε ένα υψηλό πατριωτικό καθήκον, με πελώρια εθνική σημασία»
Ιβάν Γκένεφ, «Σχετικά με την εκτέλεση της επιχείρησης Μαραθών», Θεσ/νίκη 20/12/1985

Αντικείμενο του σημερινού μας αφιερώματος είναι ένα ελάχιστα γνωστό επεισόδιο της δεκαετίας του 1980: η αρπαγή από τις βουλγαρικές μυστικές υπηρεσίες του πρωτότυπου χειρογράφου της «Σλαβοβουλγαρικής Ιστορίας» του Παϊσίου Χιλανδαρινού από τη Μονή Ζωγράφου του Αγίου Ορους. Κατεξοχήν σύμβολο του βουλγαρικού εθνικισμού, το εν λόγω χειρόγραφο δεν είχε βέβαια την παραμικρή αξία χρήσης ως κλοπιμαίο· η μυθιστορηματική απόκτησή του, αποτέλεσμα πολυετούς σχεδιασμού στο πλαίσιο άλλων (ομοειδών αλλά πολύ πιο έλλογων) εγχειρημάτων, αποδεικνύεται ως εκ τούτου εξαιρετικά διαφωτιστική για τις ανορθολογικές προσμίξεις που μπόλιασαν την κρατική ιδεολογία του ύστερου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ως πηγές για την ανασύσταση αυτής της ιστορίας χρησιμοποιήθηκαν κυρίως υπηρεσιακά έγγραφα της βουλγαρικής Κρατικής Ασφάλειας που δημοσιεύτηκαν το 2014, η σχετική μονογραφία του δημοσιογράφου Χρίστο Χρίστοφ (2012), τα απομνημονεύματα του ιστορικού της τέχνης Ασέν Τσιλινγκίροφ (2013) και κάποια μεταγενέστερα άρθρα βουλγαρικών εφημερίδων.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή: το σώμα του εγκλήματος και ιερό Γκράαλ των εθνικοφρόνων γειτόνων μας.

Το χειρόγραφο

Η «Σλαβοβουλγαρική Ιστορία» του Αγιορείτη μοναχού Παϊσίου γράφτηκε το 1762· ως πρόθεση και ιδεολογία, αντικατόπτριζε κυρίως τις αρχαϊκές αντιστάσεις που αναπτύσσονταν στους κόλπους των αλλόγλωσσων βαλκανικών κοινοτήτων της εποχής απέναντι στην ηγεμονία μιας ανερχόμενης αστικής κοινωνίας ταυτισμένης τότε με τον εξελληνισμό.

Αρχικά το βιβλίο διαδόθηκε ως χειρόγραφα, στο πλαίσιο της βουλγαρικής παλιγγενεσίας του ΙΘ' αιώνα. Μολονότι η έκδοσή του καθυστέρησε αρκετά (το πλήρες κείμενό του τυπώθηκε από τον καθηγητή Γιορντάν Ιβανόφ μόλις το 1914), αναδείχθηκε στο κατεξοχήν σημείο αναφοράς αυτής της παλιγγενεσίας και του συνακόλουθου βουλγαρικού εθνικισμού.

Αποφασιστικό ρόλο γι’ αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε το παθιασμένο κάλεσμα του συγγραφέα προς το ομοεθνές του αναγνωστικό κοινό να αντισταθεί στον πειρασμό του εξελληνισμού, που στη συλλογική συνείδηση των ημερών ταυτιζόταν με τον εξαστισμό και την κοινωνική άνοδο των μεσαίων στρωμάτων: «Προσέξτε εσείς, αναγνώστες και ακροατές, εσύ βουλγαρικέ λαέ, πώς ζούσαν κάποτε οι πατέρες σου, οι πρόγονοί σου, οι βασιλιάδες, οι πατριάρχες και οι άγιοι. [...] Μερικοί όμως δε θέλουν να μάθουν τίποτα για το βουλγαρικό γένος τους, αλλά στρέφονται σε ξένους πολιτισμούς και ξένες γλώσσες. Δεν ενδιαφέρονται για τη βουλγαρική γλώσσα, αλλά μαθαίνουν να διαβάζουν και να μιλάνε ελληνικά και ντρέπονται να αυτοαποκαλούνται Βούλγαροι. Τι παράλογοι και ανόητοι άνθρωποι! Γιατί ντρέπεστε να ονομάζεστε Βούλγαροι και γιατί δε διαβάζετε και δε μιλάτε τη δική σας γλώσσα; Δεν είχαν μήπως οι Βούλγαροι ένα βασίλειο και ένα κράτος; Για πάρα πολλά χρόνια βασίλεψαν και ήταν ένδοξοι και φημισμένοι σ’ όλο τον κόσμο και πολλές φορές τιμήθηκαν από ισχυρούς Ρωμαίους και σοφούς Ελληνες. Βασιλιάδες και πρίγκηπες έδωσαν τις θυγατέρες τους για συζύγους στους Βούλγαρους βασιλιάδες, ώστε να μπορέσουν να ζήσουν μαζί τους με αγάπη και ειρήνη. Απ’ όλους τους σλαβικούς λαούς ο πιο ένδοξος ήταν ο βουλγαρικός» (Ν. Τόντοροφ, «Σύντομη Ιστορία της Βουλγαρίας», Αθήνα 1983, σ. 56-7).

Από τα περίπου 70 χειρόγραφα της «Σλαβοβουλγαρικής Ιστορίας» που έχουν εντοπιστεί, αυτό της Μονής Ζωγράφου θεωρείται ήδη από τις αρχές του εικοστού αιώνα ως το «πρόχειρο» πρωτότυπο της αρχικής συγγραφής της.

Η Υπηρεσία

Αυτά όσον αφορά το αντικείμενο της κλοπής. Ποια όμως ήταν η ταυτότητα της υπηρεσίας που τη διεκπεραίωσε;

Η Κρατική Ασφάλεια (Държавна Сигурност ή ДС) ιδρύθηκε το 1925, επί βασιλιά Βόρι, κι από το 1944 εξελίχθηκε στον ένοπλο βραχίονα του «λαϊκοδημοκρατικού» καθεστώτος. Οι αρμοδιότητές της περιελάμβαναν τόσο την πολιτική καταστολή όσο κι εκείνες μιας μυστικής υπηρεσίας (κατασκοπία κι αντικατασκοπία), με εσωτερική διάρθρωση που αντανακλούσε την εκάστοτε πρόσληψη περί εξωτερικού κι εσωτερικού εχθρού.

Το 14ο Τμήμα, που πρωταγωνιστεί στη σημερινή μας ιστορία, ιδρύθηκε στα τέλη του 1971 και είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο την «Πολιτιστικο-Ιστορική Κατασκοπία». Υπηρεσία δίχως ισοδύναμο σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του σοβιετικού μπλοκ, αντανακλούσε στο πεδίο των μυστικών υπηρεσιών τη δραστική στροφή της επίσημης ιδεολογίας του βουλγαρικού καθεστώτος μέσα στη δεκαετία του 1960, από τον «μαρξισμό λενινισμό» της σταλινικής περιόδου σ’ έναν απροκάλυπτο εθνικισμό με ψευδομαρξιστικό επίχρισμα.

Αξιοσημείωτη ήταν άλλωστε η στενή συνεργασία του εν λόγω Τμήματος με δύο άλλους επίσημους φορείς που δραστηριοποιούνταν προς την ίδια κατεύθυνση: την «Επιτροπή Τέχνης και Πολιτισμού» και τη «Διυπηρεσιακή Ομάδα Αναζήτησης Μνημείων του βουλγαρικού πολιτισμού στο εξωτερικό» −με επικεφαλής, και οι δύο, τη Λουντμίλα Ζίβκοβα (1942-1981), κόρη και προαλειφόμενη διάδοχο του ηγέτη της χώρας, Τόντορ Ζίβκοφ.

Για την εργαλειοποίηση του βουλγαρορθόδοξου εθνικισμού, αλλά και για την ώσμωση μεταξύ «κομμουνιστών» ασφαλιτών και επιτηρούμενων «χριστιανών», εξαιρετικά εύγλωττη είναι η διαδρομή του πρωταγωνιστή μας, συνταγματάρχη Χρίστο Μαρίντσεφ (1928-2000). Στέλεχος από το 1958 των υπηρεσιών που ήταν επιφορτισμένες με τον έλεγχο των εκκλησιαστικών κύκλων, ανέλαβε το 1972 αναπληρωτής διευθυντής (ουσιαστικά: διοικητής) του 14ου Τμήματος, με επίσημη ιδιότητα αυτή του συμβούλου της Επιτροπής Θεμάτων Εκκλησίας του βουλγαρικού Υπ.Εξ. Οπως διαπιστώνουμε από τα υπηρεσιακά κείμενά του της δωδεκαετίας 1972-1984, το σκεπτικό που υπαγόρευε (ή/και δικαιολογούσε) τη δράση του ήταν αμιγώς εθνικοεκκλησιαστικό, δίχως την παραμικρή υποψία «σοσιαλιστικού» επιχρίσματος.

Καταστατικά καθήκοντα του 14ου Τμήματος αποτελούσαν (α) η «απόκτηση πολύτιμων υλικών και ντοκουμέντων της βουλγαρικής ιστορίας και πολιτισμού, που φυλάσσονται στο εξωτερικό» και «μετατρέπονται σε αντικείμενο πλαστογραφιών εκ μέρους ξένων ιστορικών», (β) η «λήψη ειδικών μέτρων για την απόκρουση των προσπαθειών σφετερισμού της βουλγαρικής ιστορίας και πολιτισμού», και (γ) η «συγκέντρωση άκρως απόρρητων πληροφοριών για τη δραστηριότητα των επιστημονικών, πολιτιστικών και ιστοριογραφικών Ινστιτούτων, των αρχείων και βιβλιοθηκών με σκοπό τον εντοπισμό σε αυτά αντικειμένων για την επίλυση των ειδικών καθηκόντων της πολιτιστικο-ιστορικής κατασκοπίας» (DVD, σ.5-6).

Στην πράξη, όπως διαπιστώνουμε από το δημοσιευμένο σχετικό αρχειακό υλικό, η δράση του Τμήματος πήρε δύο διακριτές μορφές. Από τη μία, συγκέντρωνε ιστορικά τεκμήρια με τα ίδια λίγο-πολύ μέσα που χρησιμοποιούν συνήθως οι κανονικοί ερευνητές· ενέργειες όπως η αποδελτίωση του... επίσημου καταλόγου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης στην Αθήνα ή η φωτοτύπηση αποχαρακτηρισμένων εγγράφων από βρετανικά ή αμερικανικά αρχεία, που μόνο η ψυχροπολεμική παράνοια ή η παράκαμψη των κανόνων του δημόσιου λογιστικού δικαιολογούσαν την αναγόρευσή τους σε «κατασκοπευτικές».

Από την άλλη, διεξήγαγε εγχειρήματα όπως η υποκλοπή (μυστική φωτογράφηση) αρχειακού υλικού από τη βαλίτσα Αμερικανού επιστήμονα που επισκέφθηκε επίσημα τη Σόφια τον Ιούνιο του 1980 (σ.616-21) ή η «Επιχείρηση Μαραθών» με στόχο το χειρόγραφο του Παϊσίου.

Η τελευταία σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε στο φόντο μιας άλλης σημαδιακής εξέλιξης: της θεαματικής βελτίωσης των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων από το 1970 και μετά −με κομβικές στιγμές την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Ιβάν Μπάσεφ στην Αθήνα (8-9/5/1970), τη θριαμβευτική υποδοχή του Καραμανλή στη Σόφια (2-5/7/1975), το ελληνοβουλγαρικό «σύμφωνο μη επίθεσης» του 1986 και την παραλίγο στρατιωτική σύμπραξη κατά της Τουρκίας το 1987.

Παρά τη μετατροπή της «προαιώνιας» έχθρας τους σε άτυπη συμμαχία που αμφισβητούσε τις ψυχροπολεμικές διαχωριστικές γραμμές στην περιοχή, οι σχέσεις των δύο χωρών δεν ήταν απαλλαγμένες από σημεία τριβής, συμβολικού ενίοτε χαρακτήρα, με εμβληματικότερη τη μακρόσυρτη αντιδικία διπλωματών και υπηρεσιών γύρω από τη Μονή Ζωγράφου.

Το μοναστήρι

Ενα από τα τρία σλαβικά μοναστήρια (σε σύνολο είκοσι) του Αγίου Ορους, μαζί με το σερβικό του Χιλανδαρίου και το ρωσικό του Αγ. Παντελεήμονα, η Μονή Ζωγράφου ιδρύθηκε γύρω στο 970 μ.Χ. και τον 19ο αιώνα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη βουλγαρική παλιγγενεσία, ως κέντρο διάδοσης της «σλαβοβουλγαρικής» παιδείας στον σλαβόφωνο μακεδονικό χώρο. Μέχρι σήμερα διαθέτει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, τόσο στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική όσο και στην ίδια τη Βουλγαρία (ενοικιαζόμενα κεντρικά κτίρια σε Σόφια-Φιλιππούπολη κι 9.000 στρέμματα χωραφιών και δασών).

Από το 1926 η διαχείριση των τελευταίων ανατέθηκε σε ειδική Εφορία, μέσω της οποίας διοχετεύονταν στη Μονή και τα κατά καιρούς βοηθήματα του βουλγαρικού κράτους (π.χ. για την ανοικοδόμηση των πολυκατοικιών της στη Θεσσαλονίκη, που κατέρρευσαν στον μεγάλο σεισμό του 1978).

Παρά τον πλούτο και το μέγεθός της (250 κελιά), στα μεταπολεμικά χρόνια η μονή υπέφερε από δραστική συρρίκνωση του ανθρώπινου δυναμικού της, απόρροια δύο συμπληρωματικών παραγόντων. Ο ένας ήταν η συνειδητή πολιτική του ελληνικού κράτους, που μέχρι το 1966 δεν επέτρεπε την εγκατάσταση εκεί νέων μοναχών από τη Βουλγαρία κι εν συνεχεία έδινε τις σχετικές άδειες με το σταγονόμετρο −μόλις 8 μεταξύ 1966 και 1973 (Σωτήρης Βαλντέν, «Παράταιροι εταίροι», Αθήνα 2009, σ. 496-7).

Μεταξύ 1965 και 1975 επιβλήθηκε μάλιστα Ρουμάνος ηγούμενος, δίχως την παραμικρή εξουσία πάνω στους μοναχούς, που ως άτυπο ηγέτη αναγνώριζαν τον ομόλογό τους γέροντα Ναθαναήλ από το Ποιμενικό της Καστοριάς. Το 1972 η μονή στέγαζε έτσι μόλις 10 μοναχούς: δύο Ρουμάνους, έναν Ρώσο κι επτά Βουλγάρους, τρεις από τους οποίους ήταν ήδη άνω των 70 ετών.

Ο δεύτερος λόγος ήταν η απροθυμία νέων από τη Βουλγαρία, μεγαλωμένων σ’ ένα μοντέρνο περιβάλλον, να εγκατασταθούν εκεί σε συνθήκες πρωτόγονες, ως Ελληνες πολίτες υποκείμενοι σε πολλαπλές διακρίσεις, αποποιούμενοι τις παροχές του κοινωνικού κράτους στην πατρίδα τους. Το κενό καλύφθηκε έτσι από την Κρατική Ασφάλεια, τη μόνη που μπορούσε να δώσει τις απαραίτητες εγγυήσεις ή να επιβάλει τον αναγκαίο καταναγκασμό.

Απ’ την πλευρά της, η ελληνική διοίκηση ασκούσε συνεχείς πιέσεις για αλλαγή της σφραγίδας και απάλειψη της επίσημης ονομασίας της μονής ως «σλαβοβουλγαρικής», με αποτέλεσμα δύο τουλάχιστον μακρόσυρτα διπλωματικά επεισόδια (1980-1981, 1984).

Το «Πρόγραμμα Ακρόπολη»

Η ενασχόληση του 14ου Τμήματος της Κρατικής Ασφάλειας με τη Μονή Ζωγράφου ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυσή του. Στις 7/1/1972 δρομολογήθηκε το «Πρόγραμμα Ακρόπολη» (Цитадела), κωδική ονομασία που χρησιμοποιείται και για την ίδια τη μονή, με αμιγώς εθνικό σκεπτικό: «Η Μονή Ζωγράφου», διαβάζουμε στο σχετικό έγγραφο, «είναι μεγάλο βουλγαρικό πολιτιστικό μνημείο στο Αγ. Ορος και βασικό βουλγαρικό εκπαιδευτικό και φιλολογικό κέντρο, το οποίο επί 10 αιώνες έλαβε άμεσα μέρος στη ζωή και τους αγώνες του λαού μας. Στη βιβλιοθήκη του φυλάσσονται γύρω στα 16.000 χειρόγραφα και βιβλία, συμπεριλαμβανομένων 26 πολύτιμων χειρόγραφων περγαμηνών. Στο μοναστήρι φυλάσσεται το πρωτότυπο της Ιστορίας του Παϊσίου, το Μηναίο του Ντραγκάνοφ και άλλα χειρόγραφα, καθώς και αρχαίες εικόνες και τοιχογραφίες. [...] Από το 1912 οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούν με συνέπεια και επιμονή πολιτική αποβουλγαρισμού της “Ζωγράφου” και, σε τελική ανάλυση, για τον σφετερισμό της». Ευθύς εξαρχής, το πρόγραμμα δεν στόχευσε όμως μόνο στη «διατήρηση του βουλγαρικού χαρακτήρα» της μονής και «την αποτροπή των προσπαθειών αρπαγής της από Ελληνες και Ρουμάνους», αλλά και στην «απόκτηση μέσω της υπηρεσίας μας των πολύτιμων πρωτότυπων ντοκουμέντων ή φωτοτυπιών τους» (DVD, σ.960).

Τρεις μέρες αργότερα δε, ο πρώτος αναλυτικός κατάλογος μέτρων ζητούσε να «μελετηθούν οι δυνατότητες για αλλαγή του πρωτοτύπου της Ιστορίας του Παϊσίου με αντίγραφο δικής μας επεξεργασίας» και τη «μεταφορά σ’ εμάς και άλλων πολύτιμων πολιτισμικών μνημείων» (σ. 963).

Μέσα στην επόμενη δεκαπενταετία, η υλοποίηση της «Ακρόπολης» θα περιλάβει έτσι μέτρα εξίσου αντιφατικά με τη συνολική δραστηριότητα του Τμήματος. Μια πτυχή τους ήταν η επάνδρωση του μοναστηριού με «μυστικούς συνεργάτες» (секретни сътруднци) της υπηρεσίας.

Ενας απ’ αυτούς, με το ψευδώνυμο «Χατζήεφ», εντάσσεται τον Νοέμβριο του 1974 ως μοναχός στο δυναμικό της μονής· οι υπόλοιποι θα διαβούν κατά καιρούς την πόρτα της σαν προσκυνητές (κληρικοί και λαϊκοί), ερευνητές, φωτογράφοι ή συντηρητές εικόνων, χειρογράφων και μνημείων. Ανάμεσά τους ο σημερινός μητροπολίτης Νευροκοπίου Ναθαναήλ (πράκτωρ «Μπλαγκόεφ»), ο συντηρητής Πέταρ Μιτάνοφ («Εγκόροφ»), ο θεολόγος Ιβάν Ζέλεφ («Αγγέλοφ») κ.ο.κ.

Το δεύτερο στάδιο του προγράμματος αφορούσε την εξαντλητική φωτογράφηση των αρχείων της μονής: μεσαιωνικών χειρογράφων, πολλών μεταγενέστερων εγγράφων κι ενός τμήματος του περιεχομένου της βιβλιοθήκης. Τα πρώτα φιλμ με 16.200 λήψεις, έργο του «Χατζήεφ», παρελήφθησαν τον Ιανουάριο του 1976· ακολούθησε τον Μάρτιο η αποστολή επαγγελματικού συνεργείου, που ξεπέταξε μέσα σε λίγες μέρες 60.000 σελίδες (σ. 993-4).

Τέσσερα χρόνια αργότερα (28/8/1980), η υπηρεσία κατέχει πλέον 4.000 μικροφίλμ με 145.000 ασπρόμαυρες λήψεις και κάπου 1.000 έγχρωμες διαφάνειες, ο δε «Χατζήεφ» εξακολουθεί να φωτογραφίζει (σ. 1003). Η ποιότητα της δουλειάς του υπήρξε πάντως αμφιλεγόμενη, όπως μας πληροφορεί η πρόσφατη μονογραφία ενός ιστορικού που μελέτησε αυτό το υλικό στα ανοιχτά -πλέον- Κρατικά Αρχεία της Σόφιας: η σχετική συλλογή (КМФ 18/943), διαβάζουμε, περιέχει 3.200 μικροφίλμ με φωτογραφίες που πάρθηκαν «στη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και 1980 από πρόσωπο ανεπαρκώς εξοικειωμένο με τη φωτογραφία», που «πρέπει λογικά να ήταν μοναχός», με σοβαρά τεχνικά λάθη τόσο στις γωνίες λήψεις όσο και στην οργάνωση της καταγραφής (Cyril Pavlikianov, «The early years of the Bulgarian Athonite Monastery of Zographou and its Byzantine Archive», Σόφια 2011, σ. 30-1).

Το τρίτο σκέλος της επιχείρησης αφορούσε την απόκρουση του εσωτερικού εχθρού. Οχι των επίβουλων Ελλήνων, αλλά των ομοεθνών Βουλγάρων ερευνητών που ξεφύτρωναν απρόσκλητοι στα πόδια της υπηρεσίας.

Στις 3/6/1977 άκρως απόρρητο έγγραφο του συνταγματάρχη Μαρίντσεφ τονίζει π.χ. τους «κινδύνους» που δημιουργεί για «τα κρατικά συμφέροντα» και «για ό,τι έχουμε καταφέρει σε 5-6 χρόνια» η ανεξέλεγκτη προσέλευση «μεμονωμένων ανθρώπων από διάφορα ιδρύματα, που ωθούνται από την επιθυμία γρήγορης και φτηνής δόξας», προκαλώντας αντιδράσεις των ελληνικών αρχών (σ. 1.000-1).

Ο εχθρός αυτός αποκτά τελικά πρόσωπο στις 10/5/1983, όταν τρεις τεχνικοί συνεργάτες της ДС «διαπιστώνουν» σε έκθεσή τους την «αρνητική επίδραση» που «ασκούν οι αλλεπάλληλες επισκέψεις στον Αθωνα του ατόμου Ασέν Τσιλινγκίροφ», από την Ανατολική Γερμανία, αλλά και «η ανάδειξη από τη βουλγαρική τηλεόραση της ταινίας που γυρίστηκε στον Αθω από την ομάδα που καθοδηγούσε ο δημοσιογράφος Ιβάν Γκαρέλοφ» (σ. 1.030).

Οι δημοσιευμένες αναμνήσεις του «ατόμου» Τσιλινγκίροφ συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τα συμβάντα. Απεσταλμένος ανατολικογερμανικού εκδοτικού οίκου και συνεργαζόμενος με επίσημους βουλγαρικούς φορείς, γράφει, το καλοκαίρι του 1981, ότι έστειλε στη Σόφια 143 φιλμ με τον διπλωματικό σάκο του γενικού προξενείου Θεσσαλονίκης, για να πληροφορηθεί στη συνέχεια με μισόλογα την «απώλειά» τους.

Υστερα από επανειλημμένα διαβήματά του προς διάφορες κατευθύνσεις, στις 12/5/1983 (δύο μέρες μετά την προαναφερθείσα έκθεση) του επιστράφηκαν μεν τα ασπρόμαυρα αρνητικά, όχι όμως και τα έγχρωμα −το περιεχόμενο των οποίων δημοσιεύθηκε αργότερα σαν έργο του Μαρίντσεφ κι επιφανών συνεργατών του. Προειδοποιήθηκε δε «να μην κάνει στο μέλλον την παραμικρή περιοδεία στην Ελλάδα δίχως ειδοποίηση των ειδικών υπηρεσιών» (Чилингиров 2013, σ.325-354). Εύλογα αγανακτισμένος, δεν διστάζει πάντως να ξεφωνίσει τον Μαρίντσεφ ότι, ως πρόεδρος της «Εφορίας Ζωγράφου», απομυζούσε ανεξέλεγκτα επί χρόνια αυτή τη «χρυσοτόκο εκκλησιαστική όρνιθα» (σ. 11-13).

Η μανιώδης αναζήτηση των κλειδιών του «θησαυρού» της Μονής Ζωγράφου από τα λαγωνικά της Κρατικής Ασφάλειας, την οποία πληροφορούμαστε όχι από την επίσημη έκδοση ντοκουμέντων αλλά από το βιβλίο του Χρίστο Χρίστοφ (βάσει συγκεκριμένων εγγράφων των ίδιων φακέλων), ενισχύει αυτές τις καταγγελίες.

Μεταξύ 1974 και 1980, έξι τουλάχιστον απεσταλμένοι της υπηρεσίας (από τον ίδιο τον Μαρίντσεφ, τον θεολόγο «Αγγέλοφ», τον κατοπινό μητροπολίτη «Μπλαγκόεφ» κι ένα μέλος της συνοδείας του Βούλγαρου πατριάρχη με τον κωδικό «Νταμιάνοφ» μέχρι τον επίσκοπο Ν. Υόρκης Συμεών/πράκτορα «Χριστόφ») θα παλέψουν να αποσπάσουν από τους μοναχούς το μυστικό της πρόσβασης στο μυθικό «θησαυροφυλάκιο» με τα συσσωρευμένα επί αιώνες τιμαλφή της μονής.

Η αποτυχία του διαβήματος, που καθοδηγούνταν από την ηγεσία της ДС, αποδόθηκε στον «ιερό φόβο» που απαγόρευε στους μοναχούς κάθε σχετική συζήτηση με «αμύητους».

Η αρπαγή του Γκράαλ

Οπως είδαμε, η πρώτη σκέψη για «αντικατάσταση» της Ιστορίας του Παϊσίου συμβαδίζει χρονικά με τη δρομολόγηση της «Ακρόπολης». Συγκεκριμένη μορφή αυτά τα σχέδια θα πάρουν όμως μόνο στις 30/10/1981, όταν ο Μαρίντσεφ εισηγείται (και ο προϊστάμενός του εγκρίνει) ειδική επιχείρηση με τον κωδικό «Μαραθών», για «την αφαίρεση τεκμηρίων και πολύτιμων ιστορικών έργων (χρυσόβουλων, σλαβικών χειρογράφων κ.λπ.)» από τη Μονή Ζωγράφου και αντικατάστασή τους «με ακριβή αντίγραφα», πρώτο δε στόχο το επίμαχο χειρόγραφο (DVD, σ. 1.013-4). Το αμέσως επόμενο διάστημα, το εγχείρημα συμπεριλαμβάνεται και στο πενταετές πλάνο του 1982-1987 με τα «διυπηρεσιακά μέτρα για τη διαφύλαξη των πολιτιστικών τιμαλφών στο Αγιο Ορος» (σ. 988).

Πρόκειται σαφώς για ποιοτικό άλμα: αν η φωτογράφηση χειρογράφων, εικόνων και άλλων τεκμηρίων δικαιολογούνταν σε μεγάλο βαθμό από τις ανάγκες της εθνικής ιστοριογραφίας, η αρπαγή του χάρτινου κειμηλίου δεν είχε την παραμικρή πρακτική χρησιμότητα, πέρα από την ικανοποίηση ενός απόκρυφου φετιχισμού.

Η επιχείρηση σχεδιάστηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη αφορούσε την κατασκευή του αντιγράφου, με εξέταση του στόχου από «ειδήμονες μυστικούς συνεργάτες», αφαίρεση μικρού τεμαχίου «για διαπίστωση της χημικής σύστασης του χαρτιού» και οργάνωση του αναγκαίου «διαύλου μεταφοράς». Το φθινόπωρο του 1983 το αντίγραφο ήταν πλέον έτοιμο, χάρη στη φροντίδα του συντηρητή Πέταρ Μιτάνοφ και του ζωγράφου Μιχαήλ Ενεφ.

Αναπάντητα επί της ουσίας μένουν τα ερωτήματα για τη συμβολή της σοβιετικής Κα-Γκε-Μπε στο όλο εγχείρημα. Πρόσφατη μονογραφία του γνωστού ιστορικού Γιορντάν Μπάεφ για τη δράση της στη μεταπολεμική Βουλγαρία μας πληροφορεί λακωνικά ότι «το 1974-1975 η βουλγαρική και σοβιετική κατασκοπία σχεδίασαν την πραγματοποίηση των μικτών ενεργών μέτρων “Μαραθών” και “Φοίνιξ” στην Ελλάδα», δίχως περαιτέρω διευκρινίσεις (Баев 2009, σ. 192).

Για την αρπαγή του χειρογράφου καταστρώθηκαν μεταξύ 1983 και 1985 τρία διαφορετικά σχέδια, με διαφορετικούς το καθένα αυτουργούς.

◾ Το πρώτο (14/11/1983) πρόβλεπε ως δράστη τον ίδιο τον συνταγματάρχη Μαρίντσεφ, που θα έμπαινε στην Ελλάδα «ως τουρίστας με το διπλωματικό διαβατήριό του», προσκομίζοντας το επίμαχο αντίγραφο· από τα σύνορα ώς τη Θεσσαλονίκη θα τον μετέφερε ο γενικός πρόξενος Ιλία Πετρόφ. Η είσοδός του στη βιβλιοθήκη της μονής θα γινόταν με τη βοήθεια του εκεί βιβλιοθηκάριου, μοναχού Παχώμιου, «με τον οποίο έχουμε φιλικές σχέσεις εμπιστοσύνης»· η κλοπή ήταν όμως προτιμότερο να διαπραχθεί εν αγνοία του. Στην Ουρανούπολη, τον δράστη θα παραλάμβανε αυτοκίνητο του προξενείου, στα δε σύνορα θα τον συνόδευε (με τα κλοπιμαία) ο Πετρόφ. Εκτός από τη «Σλαβοβουλγαρική Ιστορία», στο στόχαστρο θα έμπαιναν ακόμη δύο σημαντικά χειρόγραφα −στην απομάκρυνση των οποίων, εκτιμάτο, ο Παχώμιος θα συναινούσε (DVD, σ. 1.035-7). Αν πιστέψουμε τον Τσιλινγκίροφ, ο βιβλιοθηκάριος «εκβιαζόταν επί χρόνια από την ДС, απειλούμενος με αντίποινα σε βάρος της αδελφής του που ζούσε στη Βουλγαρία» (όπ.π., σ. 431). Τελικά, για άγνωστους λόγους, ο Μαρίντσεφ δεν ταξίδεψε εκείνη τη χρονιά.

◾ Το δεύτερο σχέδιο (4/12/1984) ξεκαθάριζε πως το μεν χειρόγραφο του Παϊσίου έπρεπε να αντικατασταθεί, τα δε άλλα δύο να αφαιρεθούν «με πρόσχημα τη συντήρησή τους στη Βουλγαρία» και «στη θέση τους [να] σταλούν αργότερα αντίγραφα». Προβλεπόταν επίσης κονδύλι 250 λέβα (για δωράκια στους Ελληνες τελωνειακούς του Αθω) και 500 δολαρίων (για ενδεχόμενο λάδωμά τους). Αντί για τον γενικό πρόξενο, τις μετακινήσεις του Μαρίντσεφ από και προς τα σύνορα θα κάλυπτε ο πράκτορας της ДС στη Θεσσαλονίκη, Ιβάν Γκένεφ.

Η σημαντικότερη καινοτομία αφορούσε ωστόσο την πρόβλεψη άμεσης εμπλοκής του ίδιου του Βούλγαρου πρέσβη στην Αθήνα, Πέταρ Σλάβτσεφ, που όχι μόνο θα συνόδευε τον συνταγματάρχη στο Αγ. Ορος αλλά και θα μετέφερε αυτοπροσώπως τα δύο ελάσσονα κλοπιμαία. «Σε ενδεχόμενο έλεγχο των τοπικών αρχών και ανακάλυψη των ληφθέντων τιμαλφών», διευκρινίζεται, «θα δοθεί εξήγηση ότι πάρθηκαν με τη συμφωνία του ηγουμένου για αποκατάσταση» (DVD, σ. 1.053-5).

Το σχέδιο εγκρίθηκε, ο Μαρίντσεφ έφτασε στη συμπρωτεύουσα αλλά οι ελληνικές αρχές, που τον είχαν στο μάτι από την πρόσφατη διπλωματική κρίση γύρω από τη σφραγίδα και την ονομασία της μονής, δεν του έδωσαν άδεια επίσκεψης εκεί. Ο πρέσβης απέφυγε να εμφανιστεί και ανέθεσε το επικίνδυνο χαμαλίκι στον πρόθυμο γενικό πρόξενο· Μαρίντσεφ και Γκένεφ θα καρφώσουν ωστόσο χωριστά αυτόν τον τελευταίο στην υπηρεσία, ότι σαμποτάρισε την έκδοση του διαμονητηρίου για να πάρει ο ίδιος τη δόξα.

◾ Με τον συνταγματάρχη εκτός μάχης, το έργο θα διεκπεραιώσουν τελικά δύο υφιστάμενοί του πράκτορες: ο Γκένεφ από τη Θεσσαλονίκη κι ο Βεντσισλάβ Αγκάιν, «υπεύθυνος πρωτοκόλλου» της πρεσβείας στην Αθήνα, με συνεργό τον απλό διπλωμάτη Ντίνκο Πεχλιβάνοφ. Σύμφωνα με την έκθεση που συνέταξε ο πρώτος, έφτασαν στη μονή στις 17/12/1985, επισκέφθηκαν δύο εκκλησίες και σκήτες, παρακολούθησαν την απογευματινή λειτουργία, δείπνησαν με όλους τους μοναχούς και κανόνισαν πρωινή επίσκεψη στη βιβλιοθήκη. «Στις 9 π.μ. πήγαμε με τον πατέρα Παχώμιο στη βιβλιοθήκη της μονής, όπου αυτός μας έδειξε όλα τα αξιοθέατα, συμπεριλαμβανομένου του στόχου της επιχείρησης Μαραθών. [...] Του είπα πως για να διαφυλαχθεί το “ιερό βιβλίο”, πρέπει να το κλείσουμε σε διαφανές κουτί και πήγα να το φέρω από το δωμάτιο. Αυτή καθεαυτή η αλλαγή των δύο “βιβλίων” έγινε δύσκολα, αλλά δίχως να το αντιληφθεί ο πατήρ Παχώμιος», εν μέρει χάρη στην απόσπαση της προσοχής του από την τρίτο της παρέας. «Ο πατήρ Παχώμιος μας εξέφρασε κάμποσες φορές τη χαρά του που το “βιβλίο” δεν πρόκειται πια στο μέλλον να το ακουμπήσει κανείς, αλλά θα προστατεύεται με τόσο ωραίο τρόπο» (σ. 1.066-7).

Αποφεύγοντας να ρισκάρουν με τους δευτερεύοντες στόχους, οι δράστες επέστρεψαν την επομένη στη Θεσσαλονίκη. Καθώς είχαν διαπιστώσει αυστηρό μεν τελωνειακό έλεγχο στις τσάντες των επισκεπτών αλλά όχι σωματικό, το κλοπιμαίο πέρασε μέσα στην μπλούζα του Αγκάιν. Από τη συμπρωτεύουσα στάλθηκε ταχυδρομικά στο σταθμαρχείο της Αθήνας κι από εκεί, με διπλωματικό σάκο, στη Σόφια, για να καταχωνιαστεί στο άδυτο της ДС.

Αποκαλύψεις και μετάνοιες

Το 1989 το καθεστώς Ζίβκοφ κατέρρευσε μαζί με τα ομόλογά του της Ανατολικής Ευρώπης, αν και με ομαλότερες διαδικασίες και πολύ λιγότερο θόρυβο. Στις 16/2/1991 ο «ακομμάτιστος» πρωθυπουργός της μετάβασης Ντίμιταρ Ποπόφ επισκέπτεται το Αγιο Ορος μαζί με τον ΥΜΑΘ Γεώργιο Τζιτζικώστα και... προσκυνά το πλαστό χειρόγραφο.

«Μέσα από μια στενή καταπακτή και ξύλινη σκάλα ανεβήκαμε στη βιβλιοθήκη της μονής», αφηγείται ο (αυτόπτης) Ελληνας πρέσβης στη Σόφια. «Ενας καμπούρης γεροκαλόγερος σκαρφάλωσε σε κινητή σκάλα και μας έφερε στα τρεμάμενα χέρια του ένα κιτρινισμένο σκωληκόβρωτο βιβλίο. Είναι, όπως μας είπε, η “Ιστορία του βουλγαρικού Εθνους” που έγραψε πριν 200 και πλέον χρόνια ο Βούλγαρος μοναχός Παΐσιος και στάθηκε το θερμοκήπιο της συνείδησης του νεώτερου βουλγαρικού έθνους. Ο Ποπώφ το κοιτάζει με συγκίνηση ανάμεσα από δάκρυα. Προσπαθεί να μεταδώσει και στους γύρω συμπατριώτες του τα αισθήματά του: “Ακουμπήστε το χέρι σας σ’ αυτό το βιβλίο. Είναι η ιστορία μας! Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της Βουλγαρίας”» (Χριστογάννης, 1999, σ. 131).

Επιστρέφοντας στην πατρίδα, ο Ποπόφ εισηγείται συνεπαρμένος τη μεταφορά εκεί του ιερού κειμηλίου για λαϊκό-πατριωτικό προσκύνημα. Για λόγους που μόνο να υποθέσουμε μπορούμε, και δίχως να αποκαλύψει τη δική του συμμετοχή στην κατασκευή του αντιγράφου, ο «συντηρητής» Μιτάνοφ αποκαλύπτει τότε -το 1992- πως το αυθεντικό χειρόγραφο δεν βρίσκεται πια στη μονή, αλλά «στο σεντούκι» του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών. Σχεδόν αμέσως του ασκείται δίωξη από την ελληνική Εισαγγελία, ως πρώτο βήμα για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Το επόμενο θεαματικό βήμα θα σημειωθεί στις 17/9/1996, όταν ο διευθυντής του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Σόφιας, Μπόζινταρ Ντιμιτρόφ, πρώην πράκτορας της ДС και διάσημος για τις παραληρηματικά εθνικιστικές παραϊστορικές εκπομπές του στη μετακομμουνιστική TV, ανακοινώνει πανηγυρικά ότι παρέλαβε το επίμαχο χειρόγραφο ως «ανώνυμη δωρεά» για το μουσείο (ο αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών, Μπρίγκο Ασπαρούχοφ, θα αναλάβει αργότερα δημόσια την ευθύνη γι’ αυτή την απλοχεριά).

Ακολουθεί πανδαιμόνιο: η Μονή Ζωγράφου ζητά πίσω το κλοπιμαίο, ο πρωθυπουργός Στογιάνοφ ανακοινώνει πως θα το επιστρέψει κι ο Μπόζινταρ οργανώνει δημόσιο προσκύνημα, με χιλιάδες πατριώτες να συρρέουν καταγγέλλοντας -τι άλλο;- «το ξεπούλημα της Ιστορίας μας στους Ελληνες»...

Παραδόξως, βέβαια, αυτοί οι τελευταίοι δεν δείχνουν να πολυνοιάζονται για το κειμήλιο ενός αλλότριου εθνικισμού. Ακόμη και την παραμονή της επιστροφής του, εκπρόσωπος της Ιεράς Κοινότητας υποστηρίζει μάλιστα δημοσίως ότι το χειρόγραφο του Παϊσίου «ιστορικά δεν αξίζει και πολλά πράγματα. Είναι ένα από τα 15.000 που φυλάσσονται στα μοναστήρια. Ιστορική διάσταση προσπαθούν να [του] δώσουν οι Βούλγαροι» («Ελευθεροτυπία», 12/1/1998).

Ο επαναπατρισμός του στις 13/1/1998 θα συνοδευτεί, τέλος, από ακόμη ένα μίνι διπλωματικό επεισόδιο: «Η βουλγαρική αντιπροσωπία», διαβάζουμε στην «Καθημερινή» της επομένης, «θέλησε να το εγχειρίσει στον ηγούμενο της Μονής, όπου εγκαταβιούν βουλγαρικής καταγωγής μοναχοί [...] Η τελετή καθυστέρησε επί τρίωρο και τελικά οι Βούλγαροι πείστηκαν ότι έπρεπε να παραδώσουν το κειμήλιο στον πολιτικό υποδιοικητή κ. Α. Κασμίρογλου και αυτός με τη σειρά του στην Ιερά Κοινότητα. Ολοι μαζί στη συνέχεια κατευθύνθηκαν στη Μονή Ζωγράφου, όπου το παρέδωσαν στον ηγούμενο Αμβρόσιο».

Μία βδομάδα αργότερα (21/1/1998), το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης θα απαλλάξει οριστικά τον συντηρητή Μιτάνοφ από κάθε κατηγορία, αποφαινόμενο πως η όλη υπόθεση συνιστούσε όχι «διακεκριμένη» αλλά «απλή» κλοπή − και, ως πλημμέλημα, είχε προ πολλού παραγραφεί...


📚 Διαβάστε

► КРДОПБГДСРСБНА, Държавна сигурност и културно-историческото разузнаване (1970-1989). Документален сборник (Σόφια 2014). Συλλογή 107 εγγράφων των βουλγαρικών μυστικών υπηρεσιών για την «πολιτιστική-ιστορική κατασκοπεία» της τελευταίας εικοσαετίας του καθεστώτος Ζίβκοφ. Ειδικό κεφάλαιο για τις επιχειρήσεις «Ακρόπολη» και «Μαραθών» αλλά ρητή παράκαμψη του Μακεδονικού, μολονότι αποτελούσε «το πιο ευαίσθητο ζήτημα» με το οποίο καταπιανόταν το αρμόδιο 14ο Τμήμα (σ. 8). Το βιβλίο είναι διαδικτυακά προσπελάσιμο στον ιστότοπο της επίσημης «Επιτροπής για την ανακάλυψη των τεκμηρίων και την ανακοίνωση της συμμετοχής Βουλγάρων πολιτών στην Κρατική Ασφάλεια και τις υπηρεσίες κατασκοπίας του Βουλγαρικού Λαϊκού Στρατού» (shorturl.at/bjk39), μαζί με ομώνυμο DVD που περιέχει υπερδιπλάσια ντοκουμέντα (shorturl.at/rLQ25).

► Христо Христов, Операция «Маратон». Истината за кражбата на Паисиевата история от държавна сигурност в «Зограф» (Σόφια 2012, εκδ. Сиела). Δημοσιογραφική εξιστόρηση των αντιφατικών σχέσεων της Βουλγαρίας του Ζίβκοφ με τη Μονή Ζωγράφου, βασισμένη στα αρχεία της τότε Κρατικής Ασφάλειας. Το κεφάλαιο 10, που αφορά την «επιχείρηση Μαραθών», έχει αναρτηθεί και στο διαδίκτυο (shorturl.at/AOQV1).

► Асен Чилингиров, Гръцки дневник. Септември 1989 (Σόφια 2013, εκδ. Херон Прес). Αναμνήσεις και αποσπάσματα ημερολογίου από τις αλλεπάλληλες επισκέψεις ενός Βούλγαρου ιστορικού της τέχνης στο Αγιο Ορος και την ευρύτερη περιοχή μεταξύ 1978 και 1989. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι καταγγελίες του για υπεξαίρεση του φωτογραφικού υλικού του από στελέχη του 14ου Τμήματος της ДС, αλλά και για τις ανομολόγητες οικονομικές προσόδους των τελευταίων από την ενασχόληση με την «εθνική υπόθεση» της Μονής Ζωγράφου.

► Йордан Баев, КГБ в България (Σόφια 2009, εκδ. Военно Издателство). Μονογραφία του γνωστού ιστορικού για τη δράση της Κα Γκε Μπε στη Βουλγαρία και τη συνεργασία της με τις εκεί μυστικές υπηρεσίες μεταξύ 1944 και 1991. Ακρως λακωνική -και όχι ιδιαίτερα διαφωτιστική- μνεία της «Επιχείρησης Μαραθών».

► Любомир Попов, Един посланик разказва... (Σόφια 2009, εκδ. Колибри). Απομνημονεύματα ενός Βούλγαρου διπλωμάτη, μεγάλο μέρος των οποίων καταλαμβάνει η θητεία του ως πρέσβη στην Αθήνα (1971-1974 και 1977-1978). Εκτεταμένες αναφορές στη Μονή Ζωγράφου, δίχως -φυσικά- καυτές λεπτομέρειες για την εμπλοκή εκεί της ДС.

► Γιώργος Χριστογιάννης, Στο ηφαίστειο των Βαλκανίων (Αθήνα-Γιάννινα 1999, εκδ. Δωδώνη). Απομνημονεύματα του Ελληνα πρέσβη στη Σόφια την κρίσιμη τετραετία 1987-1991. Ιδιαίτερα γλαφυρή η περιγραφή της συγκίνησης του μετακομμουνιστή πρωθυπουργού Ποπόφ, όταν προσκύνησε το (εν αγνοία του πλαστό) χειρόγραφο του Παϊσίου στη Μονή Ζωγράφου.

 
Ο κύκλος των δημοτικιστών, λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα. Ορθιος αριστερά ο Ψυχάρης, τρίτος από δεξιά ο Παλαμάς και τέρμα δεξιά -όρθιος- ο Ξενόπουλος
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Διάλογος με περικεφαλαία
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη συγκριτική ικανότητα για να διαπιστώσει κανείς τις αναλογίες του δημόσιου διαλόγου των ημερών μας, που πυροδοτήθηκε από την πρόσφατη διαπραγμάτευση για το Μακεδονικό, και των...
Διάλογος με περικεφαλαία
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Το μυστικό του Βουλγαροκτόνου
Το άρτι απερχόμενο 2018 σηματοδότησε τη συμπλήρωση χιλίων χρόνων από το τέλος ενός μακροχρόνιου πολέμου ανάμεσα στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης υπό τον Βασίλειο Β΄ και το βουλγαρικό βασίλειο. Η...
Το μυστικό του Βουλγαροκτόνου
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Αριστεία και υπογεννητικότητα
Ο συνδυασμός της ανησυχίας για το δημογραφικό μέλλον του τόπου με μια συλλογιστική απροκάλυπτου κοινωνικού δαρβινισμού έχει βαθιές ρίζες στη σκέψη της εγχώριας αστικής τάξης και των οργανικών διανοουμένων της....
Αριστεία και υπογεννητικότητα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ψυχές για εθνική «μεταφύτευση»
Το ντοκουμέντο που φέρνουμε στη δημοσιότητα συντάχθηκε πριν από 99 ακριβώς χρόνια και αποκαθιστά στις πραγματικές της διαστάσεις μια κομβική στιγμή της νεοελληνικής Ιστορίας: την οργανωμένη μεταφορά των πρώτων...
Ψυχές για εθνική «μεταφύτευση»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Το δίκοπο φακέλωμα
Στο σημερινό μας αφιέρωμα θ’ ασχοληθούμε με την αξιοποίηση από την αλυτρωτική βουλγαρική προπαγάνδα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου των αστυνομικών φακέλων που είχε καταρτίσει τα προηγούμενα χρόνια το ελληνικό...
Το δίκοπο φακέλωμα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Πειραματόζωα του βαθέος έθνους
Tο ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε σήμερα στις επόμενες σελίδες προέρχεται από το Αρχείο των τέως Βασιλικών Ανακτόρων (φ.390, εγγρ. 46-47) κι αποτελεί εξαιρετικά εύγλωττο τεκμήριο για τις μεθόδους οικοδόμησης, τα...
Πειραματόζωα του βαθέος έθνους

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας