Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Η αυγή του ελληνικού λαϊκισμού

Πειραιάς, 12 Οκτωβρίου 1862. Αντιμέτωποι με την παλλαϊκή εξέγερση σε Αθήνα και επαρχία, ο Οθωνας και η Αμαλία εγκαταλείπουν για πάντα την Ελλάδα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η αυγή του ελληνικού λαϊκισμού

  • A-
  • A+

Ενα φάντασμα πλανιέται την τελευταία δεκαετία πάνω από την Ελλάδα: το φάντασμα του λαϊκισμού. Από την εποχή που μπήκαμε στα μνημόνια και φούντωσαν οι αντιδράσεις για την υποβολή μιας ολόκληρης κοινωνίας στο ανθρωποφάγο πείραμα της «εσωτερικής υποτίμησης», κάθε απόκλιση από τον «μονόδρομο» αυτής της τελευταίας στηλιτεύεται απηνώς ως λαϊκιστική εκτροπή από την ορθολογική κανονικότητα.

Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, οι κραυγές αυτές κάθε άλλο παρά έπαψαν μετά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές.

«Στην Ελλάδα, Σύνταγμα σημαίνει λίγο-πολύ πλιάτσικο»
Βασιλιάς Οθων, προς τους πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων (3/9/1843)

Απεναντίας, το σοκ από την πρωτοφανή (και σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητη) λαϊκή κινητοποίηση του θυελλώδους καλοκαιριού του 2015, καθ’ οδόν προς το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, αποδείχτηκε τελικά τόσο βαθύ ώστε να μεταμορφώνει φιλελεύθερους ευρωπαϊστές σε νοσταλγούς του Πινοτσέτ («Καθημερινή», 21.6.2017) και να υπαγορεύει αιτήματα για «μια μεγάλη παρέμβαση στο κράτος και στους μηχανισμούς αναπαραγωγής της εξουσίας», που θα καταστήσουν εφεξής αδιανόητη μια εκλογική νίκη της Αριστεράς (Μάκης Βορίδης, 21.8.2018).

Οι εξελίξεις της τελευταίας χρονιάς φώτισαν πάντως αρκετά καθαρά τα πραγματικά συμφραζόμενα αυτού του ερμηνευτικού σχήματος. Οι περισσότεροι από όσους ξεσπαθώνουν καθημερινά κατά του λαϊκισμού υποκλίθηκαν ταπεινά μπροστά στις χιλιάδες των διαδηλωτών για το Μακεδονικό −κι ας ήταν προφανές, από τα συνθήματα και τις δηλώσεις on camera πως η συντριπτική πλειονότητα των συγκεντρωμένων δεν θα ’πιανε ούτε τη βάση σ’ ένα στοιχειώδες ερωτηματολόγιο για τα ζητήματα βαλκανικής Ιστορίας που (υποτίθεται πως) τους κατέβασαν στον δρόμο· ο εθνικισμός νομιμοποιεί γαρ την αναγόρευση ακόμη και του πιο άσχετου χουλιγκάνου σε ιδεατό διπλωμάτη.

Οταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι –ή κάποιοι όμοιοί τους– ξεσηκωθούν για ζητήματα που γνωρίζουν από πρώτο χέρι και τους αφορούν άμεσα (διαμαρτυρόμενοι λ.χ. για την εγγενή ανηθικότητα μιας πολιτικής που πετσόκοψε μισθούς και συντάξεις αφήνοντας άθικτη την εξυπηρέτηση στεγαστικών και λοιπών δανείων), μεταμορφώνονται αυτοστιγμεί σε παράλογους λαϊκιστές που δεν σκαμπάζουν γρυ από τα νομικά κι οικονομικά αυτονόητα.

Η εχθρική αντιμετώπιση ακόμη και της εθνοπρεπέστατης «πάνω πλατείας» του 2011, όπου κυριαρχούσε το σύνθημα «ελάτε εσείς να ζήσετε με 400 ευρώ», είναι από κάθε άποψη αποκαλυπτική.

Πότε, όμως, ξεκίνησε το κακό; Οι συνεπέστεροι από τους αντιλαϊκιστές μας εντοπίζουν συνήθως τη ρίζα του στις «υπερβολές» της Μεταπολίτευσης και τη θεσμική αποκρυστάλλωσή τους από τις πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ το 1981-1985.

Μεγάλο λάθος! Στοιχειώδης επισκόπηση της πολιτικής φιλολογίας του ελληνικού 19ου αιώνα αρκεί για να καταδείξει πως οι απαρχές του εγχώριου λαϊκισμού βρίσκονται πολύ πιο πίσω στον χρόνο: στις αντιδυναστικές επαναστάσεις που επέβαλαν στην ελέω Θεού μοναρχία την αναγκαστική συνδιαλλαγή με τους υπηκόους της (1843), έδειξαν στον μονάρχη την πόρτα (1862) και θέσπισαν την καθολική ψηφοφορία ανεξαρτήτως περιουσιακών στοιχείων, πρώτη φορά στη μεταναπολεόντεια Ευρώπη − ιστορική πρωτιά για την οποία, σε αντίθεση με τόσα και τόσα, οι σημερινοί Ελληνες ουδόλως διδάσκονται να νιώθουν περήφανοι.

Ξεχασμένη πια από το ευρύ κοινό, η ίδια φιλολογία μαρτυρά επίσης πολλά για τη διαχρονική αντοχή όχι μόνο κάποιων δημοφιλών στερεοτύπων αλλά και των συλλογικών φόβων (των ανώτερων τάξεων) που τα γέννησαν και τα συντήρησαν. «Η Ελλάς πνιγομένη από την ισότητα, αιωνίως ταράττεται και στασιάζει, και διά κάθε ψύλλου πήδημα έχει έτοιμον και πρόχειρον εις τον κόλπον της τον ερυθρόν σκούφον του Ιακωβίνου», διαπίστωνε λ.χ. με απελπισία το 1875 ο Δημήτριος Βερναρδάκης. Ακόμη κι η λέξη «ανομία», που τόσο φορέθηκε τα τελευταία χρόνια ως διασυρμός των ρητών ή υπόρρητων λαϊκών αντιστάσεων, είναι όρος της αντιδραστικής πολιτικής φιλολογίας του ΙΘ΄ αι.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Η ελληνική πρωτοπορία

Οπως ήδη επισημάναμε, η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που θέσπισε την καθολική ψηφοφορία των (αρρένων) πολιτών, ανεξαρτήτως περιουσίας, μετά το βραχύβιο γαλλικό πείραμα του 1792-1795.

Ο εκλογικός νόμος της 18ης Μαρτίου 1844, που ψηφίστηκε μετά τη συνταγματική επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, παραχωρούσε δικαίωμα ψήφου σε κάθε Ελληνα πολίτη άνω των 25 ετών, «έχοντα ιδιοκτησίαν τινά ή ασκούντα οποιοδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα».

Στην αναφερόμενη ιδιοκτησία περιλαμβανόταν και η κινητή, «όταν αύτη είναι προσοδοφόρος και φοροτελής, ως το ποίμνιον, αι αγέλαι, τα μελίσσια και λοιπά»· ανεξάρτητα θεωρούνταν επίσης τα επαγγέλματα του υπαλλήλου ή του εργάτη, αφήνοντας εκτός εκλογικού σώματος ελάχιστους μόνο «υπηρέτας ή μαθητεύοντας εις τέχνην τινά» («Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις - Πρακτικά», Εν Αθήναις 1844, σ. 620-2).

Ηταν μια ρηξικέλευθη ρύθμιση, απείρως δημοκρατικότερη από όσα ίσχυαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οπως εξηγεί σε πανεπιστημιακό σύγγραμμά του ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος, «την ίδια εποχή, ένας μόνο στους 12 Βρετανούς πολίτες είχε δικαίωμα ψήφου, ενώ στη Γαλλία, χάρη στους περιορισμούς της τιμηματικής ψήφου, μόνο 170.000 πολίτες ψήφιζαν σε συνολικό πληθυσμό 32 εκατομμυρίων κατοίκων. Η καθολική ψηφοφορία –του άρρενος βεβαίως πληθυσμού– στην μεν Γαλλία καθιερώθηκε σε μόνιμη βάση μετά το 1875, στο Βέλγιο το 1893, στη Νορβηγία το 1898, στην Αυστρία το 1907, στη Σουηδία το 1909, στην Ιταλία το 1912 και στην Αγγλία, την κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού, μόνο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» («Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία», Αθήνα 1981, σ. 66).

Ανάλογη καθυστέρηση συναντάμε και στις υπόλοιπες χώρες της γηραιάς Ηπείρου: Ισπανία (1869), Γερμανία (1871), Σερβία (1888), Αυστρία (1896), Ιταλία (1912), Ολλανδία (1917), Ρουμανία (1918) κ.ο.κ. Ακόμη και στην Ελβετία, η καθολική ψηφοφορία καθιερώθηκε λίγο μετά την Ελλάδα (1848).

Το αρχικό σχέδιο Συντάγματος που συμφωνήθηκε μεταξύ των «προστάτιδων» Δυνάμεων και του πατέρα του Οθωνα προέβλεπε ρητό περιορισμό του δικαιώματος ψήφου βάσει περιουσιακών κριτηρίων (John Petropoulos, «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο, 1833-1843», Αθήνα 1986, σ. 599).

Εξίσου επιφυλακτικές απέναντι στην καθολική ψηφοφορία ήταν οι ηγεσίες των τριών κομμάτων της εποχής. Σύμφωνα με τον τότε πανεπιστημιακό Παύλο Καλλιγά, η τελική ρύθμιση προέκυψε κυρίως για τεχνικούς λόγους («διά το αδύνατον προσδιορισμού τιμήματος») και διατηρήθηκε χάρη στην ανυπαρξία φερέγγυων τεκμηρίων (κτηματολογίου και φορολογικών καταλόγων), βάσει των οποίων έπρεπε στην αντίθετη περίπτωση να καταρτιστούν οι εκλογικοί κατάλογοι («Μελέται και Λόγοι», Εν Αθήναις 1899, σ. 530 & 538-9).

Οπως, όμως, έχει εύστοχα επισημανθεί, η επαναστατική προέλευση του ελληνικού κράτους καθιστούσε «εξαιρετικά δύσκολη την υποταγή της ένοπλης πλειοψηφίας»: αδύνατος δεν ήταν ο καθορισμός των «σωστών» περιουσιακών προϋποθέσεων του εκλογικού δικαιώματος, αλλά η επιβολή τους σε όσους θ’ αποκλείονταν (Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η γηραιά σελήνη», Αθήνα 1993, σ. 374).

Ακόμη μεγαλύτερη θεσμική τομή επισφράγισε την έξωση του Οθωνα. Η Εθνοσυνέλευση του 1862-1864 κατοχύρωσε οριστικά το εκλογικό δικαίωμα κάθε πολίτη, μέσω ειδικής συνταγματικής διάταξης (άρθρο 66) που επέβαλλε την εκλογή των βουλευτών «δι’ αμέσου, καθολικής και μυστικής διά σφαιριδίων ψηφοφορίας».

Ελλάδα ή Ευρώπη;

Από τη φιλελεύθερη αστική διανόηση των επόμενων δεκαετιών, η τομή αυτή εκλαμβάνεται κατά κανόνα σαν ασύγγνωστη τροχοπέδη του αναγκαίου εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της χώρας.

«Αναντίρροπος και μόνη κυρίαρχος η πάνδημος ψήφος, ούτως ευρεία, ούτως αχαλίνωτος, ως παρ’ ημίν» απαντάται στην πολιτική ζωή «ολίγων, ελαχίστων κρατών», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ο εφέτης και νομικός σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Εμμανουήλ Λυκούδης («Εκλογικός Κώδηξ», Εν Αθήναις 1889, σ. 74).

«Εν τη ψήφω των πλειόνων ούτε η αλήθεια αναγκαίως υπάρχει ούτε η δικαιοσύνη», τονίζει πάλι το 1862 ο Καλλιγάς − ήδη βουλευτής, υπουργός, νομικός σύμβουλος και μετέπειτα διοικητής της Εθνικής Τράπεζας. Στην Αγγλία, θυμίζει, «μόνον εν ταις πόλεσιν εκλέγεται ο δήμαρχος υπό του λαού, ουχί όμως διά πανδήμου ψήφου, διότι εν Αγγλία επικρατεί τίμημα. Ο δήμαρχος του Λονδίνου είναι δήμαρχος μόνον του άστεως, δηλ. του εμπορικού τμήματος, το οποίον μόλις απαρτίζει το τρίτον της πολυανθρωποτέρας του κόσμου και παγκοσμίου πρωτευούσης».

Δεν λείπει ούτε η προσφυγή σε γεωγραφικά επικαθορισμένα πολιτισμικά στερεότυπα: ο σεβασμός της πλειοψηφίας «είναι ίδιον των αγγλοσαξονικών φυλών, ουδαμώς όμως των της μεσημβρινής [= νότιας] Ευρώπης» (όπ.π., σ. 525-7).

Στη Νορβηγία, τονίζει πάλι ο βουλευτής Λοκρίδας, πρώην υπουργός Παιδείας και μελλοντικός πρωθυπουργός Αθανάσιος Ευταξίας, όταν οι υπέρμαχοι της καθολικής ψηφοφορίας απέσπασαν την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την καθιέρωσή της, «το σπουδαιότατον δημοσιογραφικόν όργανον της δεξιάς» δεν παρέλειψε να κινδυνολογήσει πως αυτή η μίμηση του ελληνικού μοντέλου θα οδηγούσε κι εκεί αργά ή γρήγορα «εις την πολιτικήν κακοδαιμονίαν, εις ην περιέπεσεν η ημετέρα χώρα. Τόσον αποτρόπαιον είναι το παράδειγμα, όπερ παρέχομεν εις τους άλλους λαούς!» («Η Ελλάς εν τω μεταιχμίω ζωής και θανάτου», Εν Αθήναις 1897, σ. 87).

Η πρώτη «μεταπολίτευσις»

Την απόκλιση από το ευρωπαϊκό πρότυπο συμπληρώνει ο ενδόμυχος τρόμος των αστών απέναντι στην πληβειακή συνιστώσα των δικών τους επαναστάσεων. Το πιο εύγλωττο ίσως τεκμήριο επ’ αυτού συνιστά η εικόνα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 που μας παραδίδει ο Νικόλαος Δραγούμης, ανώτερος τότε κρατικός υπάλληλος (και τελευταίος Υπ.Εξ. του Οθωνα το 1862): ένα «κτηνοπρόσωπον ον, Αιθίοπος όψιν έχον και γυμνόν μέχρις οσφύος» ζητωκραύγαζε στο Σύνταγμα γεμάτο ευγνωμοσύνη για το άνοιγμα των φυλακών από τους επαναστάτες: «Ζάτω σύνταμμα! Καλό πράμμα σύνταμμα, μ’ έβγαλ’ απ’ το χάψι». «Ακούσας έφριξα», σημειώνει ο Φαναριώτης αφηγητής, υπαινισσόμενος πως η επανάσταση «επήρε τους χριστιανούς εις τον λαιμόν» της («Ιστορικαί αναμνήσεις», τ. β΄, Εν Αθήναις 1879, σ. 93).

Εξίσου σύγχρονοι φαντάζουν οι αφορισμοί του για την επανάσταση του 1862 − «την ανταρσίαν» που «διενοήθησαν να εξευγενίσωσι προσαγορεύσαντες εις μεταπολίτευσιν» (σ. 320). Λες και διαβάζουμε επιφυλλίδες του Γιανναρά ή του Θεοδωρόπουλου στην «Καθημερινή» των ημερών μας: «επέδραμεν η αναρχία»· «υπερεπλεόνασεν η ανομία»· «τα περιτρίμματα των σχολείων και των αγορών, προσωποποιούντα τον Μιραβώ και τον Ρεβεσπέρ διεσάλπιζον ότι, μη ποτιζόμενον δι’ αίματος, το δένδρον της ελευθερίας ούτε ριζούται ούτε ανθεί»· «οι πολίται γίνονται νέου είδους σοσιαλισταί, αξιούντες δικαίωμα ουχί προς εργασίαν αλλά προς δημοσίας θέσεις, προς μισθούς, προς αρπαγάς, προς μη απόδοσιν των οφειλομένων» (σ. 319-20 & 341).

Δεν λείπει ούτε η δαιμονοποίηση του Αλλου, με τη μορφή των Αρβανιτών χωρικών της ορεινής Κυπαρισσίας· οι τελευταίοι περιγράφονται από τον Δραγούμη ως επαγγελματίες ληστές που «ουδέποτε εργάζονται», αλλά και σαν ψευδοχριστιανοί σατανιστές που οργανώνουν πασχαλινές τελετουργίες με σούπες από έμβρυα σκύλων (σ. 323-4)!

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής διαπιστώνει κι αυτός πως από την 3η Σεπτεμβρίου και μετά, «ήρξατο και επί πολύ εξηκολούθησεν επιτεινομένη, γενική των δημοσίων πραγμάτων έκλυσις» («Απομνημονεύματα», τ. Β΄, Εν Αθήναις 1895, σ. 132).

Αξιοσημείωτο είναι πάντως το προσωπικό του δράμα: κάποιος υφιστάμενός του στο υπουργείο Εσωτερικών, θυμάται, οπαδός της επανάστασης και «ανωτέραν της εμής εν τω υπουργείω επιρροήν κτησάμενος, μ’ επειθανάγκασε να γράψω Ωδήν εις την Γ΄ Σεπτεμβρίου»!

Προέκταση της επανάστασης, τα Ιουνιανά του 1863 θα βρουν τον Δημήτριο Βικέλα, μεγαλέμπορο της διασποράς και «αναβιωτή» των Ολυμπιακών Αγώνων, στη Μήλο: «Είδα τότε –και ελπίζω να μην επανίδω ποτέ– τον αντίκτυπον της κυβερνητικής παραλυσίας εις απόκεντρον γωνίαν του Κράτους: τα κακοποιά στοιχεία εξεγειρόμενα, την απειλητικήν προπαίτειαν, την προκλητικήν στάσιν των εχόντων εκκρεμείς λογαριασμούς με τη Δικαιοσύνην, την εξαφάνισιν των εκπροσωπούντων την Εξουσίαν, το δέος των φιλησύχων κατοίκων, την ανησυχίαν ζωγραφισμένην εις όλων τα πρόσωπα, εν ενί λόγω την αναρχίαν! [...] Δεν ήμην εξ αρχής άκρος θιασώτης της Μεταπολιτεύσεως, αλλά τα Ιουνιανά με επανέφεραν οριστικώς εις την οδόν της συντηρητικότητος» («Η ζωή μου», Εν Αθήναις 1908, σ. 385-7).

«Συναλλαγή» ή «Αριστεία»;

Από στελέχη της ελίτ, όπως ο Δραγούμης, σαν κατεξοχήν «νόσημα» της δημοκρατικής τομής σκιαγραφείται η ανάδυση μιας νέας γενιάς πολιτικών που εκτόπισαν τα παλιά τζάκια: «από των κοτζαμπάσηδων, των φαναριωτών και των Βαυαρών, η εξουσία σύμπασα περιήλθεν εις άνδρας εξερχομένους εκ των σπλάχνων του κυριάρχου λαού, ο δε τόπος κυβερνάται διά του τόπου»· «από της 10ης Οκτωβρίου» 1862, αποφαίνεται, «ο λαός ηθικώς μεν διεφθάρη, πολιτικώς δε ουδέν απέκτησεν» (όπ.π., σ. 319 & 342).

Η απαξίωση αυτή, προσφιλής άλλωστε στους ηττημένους κάθε μεταπολίτευσης, δεν ανταποκρίνεται βέβαια και τόσο στα πράγματα. Αν στον λόγο των τιμητών της καθολικής ψηφοφορίας κεντρική θέση κατέχει η «συναλλαγή» των πολιτευτών με τους εκλογείς, που ανταλλάσσουν την ψήφο τους με «διορισμούς και άλλας υποσχέσεις», το πρόβλημα δεν ήταν ηθικής φύσης· όπως πιστοποιούν ο βίος και τα αρχεία τους, οι ίδιοι οι καταγγέλλοντες αποτελούσαν συνήθως πρότυπα διαπλοκής της δημόσιας δράσης με τον ατομικό ή οικογενειακό πλουτισμό.

Αυτό που πραγματικά ενοχλεί είναι το συλλογικό κόστος αυτής της «συναλλαγής» για τους έχοντες και κατέχοντες: διορισμοί και συναφή ρουσφέτια παροχετεύουν προς όφελος των κατώτερων τάξεων δημόσιους πόρους που οι γράφοντες θα προτιμούσαν να καταλήγουν σε ευγενέστερες τσέπες − ή στη διασφάλιση του αξιόχρεου της χώρας, που με τη σειρά του εγγυόταν τις προσόδους των εσωτερικών δανειστών του δημοσίου (Χατζηισωσήφ 1993, σ. 376).

Για τη γενετική σχέση αυτής της πολιτικής πρακτικής με τις συγκεκριμένες καταβολές του ελληνικού κράτους, σαφέστατος είναι, πάντως, ο πατέρας της εθνικής μας ιστοριογραφίας: «Δεν κατακρίνω τους πρωταγωνιστάς εκείνους του κοινοβουλευτικού ημών πολιτεύματος», γράφει αναφερόμενος στα προεκλογικά ρουσφέτια. «Ηξεύρω κάλλιστα οπόσον πάντες εδυσφόρουν επί τη τοιαύτη αυτού διαστροφή, αλλ’ εγίγνωσκον ενταυτώ ότι, ένεκα της πολιτικής ανατροφής, ην έλαβεν ο λαός εξ αρχής της επαναστάσεως, το πολίτευμα ηδύνατο να κινδυνεύση μάλλον ή να σωθή δι’ αποτόμου εισαγωγής αρχών υγιεστέρων» (Κων/νος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορικαί πραγματείαι», Εν Αθήναις 1889, σ. 220).

Εκλογείς πολλών ταχυτήτων;

Ποιες ήταν όμως οι «υγιέστερες αρχές» που θα έσωζαν μακροπρόθεσμα –κι όχι «απότομα»– το ελληνικό βασίλειο; Τρεις τουλάχιστον δημόσιοι άνδρες της εποχής κατέθεσαν δημόσια σχετικές προτάσεις, με κοινή συνισταμένη τον δραστικό περιορισμό της καθολικής ψηφοφορίας προς όφελος «αξιοκρατικότερων» συστημάτων:

● Πρώτος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Νικόλαος Σαρίπολος θα εισηγηθεί το 1874 τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος σε τρεις κατηγορίες: (i) επιστήμονες, ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους και στρατιωτικούς, «από υπαξιωματικού και ανωτέρω»· (ii) «εκ των γεωργών, τεχνιτών, στρατιωτών και λοιπών», μόνο όσους ήταν απόφοιτοι Δημοτικού, και (iii) για μια μεταβατική δεκαετία και μόνο, τους πλουσιότερους από τους υπόλοιπους («Πραγματεία του συνταγματικού δικαίου», τ. Β΄, σ. 178-9). Μια δεύτερη πρότασή του αφορά την ανασύσταση της Γερουσίας, που επί Οθωνα λειτουργούσε ως διορισμένο συντηρητικό αντίβαρο της εκλεγμένης Βουλής, με αποστολή ν’ αποτελέσει ξανά ένα «οιωνεί αριστιοκρατικό» ανάχωμα στον «ωκεανόν λαοκρατίας» των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Προτείνει, μάλιστα, εκτός από τους διορισμένους γερουσιαστές να μετέχουν αυτοδίκαια σ’ αυτήν όλοι οι βασιλόπαιδες (σ. 494-538).

● Επινοητικότερος, ο Εμμανουήλ Λυκούδης εισηγείται κι αυτός το 1889 ως αναγκαία προϋπόθεση του εκλογικού δικαιώματος ορισμένο εισόδημα, περιουσία «ή τουλάχιστον απολυτήριον δημοτικού σχολείου»· επιπλέον, όμως, προτείνει και την καθιέρωση πολλαπλής ψήφου «υπέρ των επιστημόνων και κατά κλίμακα φορολογικήν των λοιπών εκλογέων» (όπ.π., σ. 79 & 106).

Μια τρίτη πρότασή του αφορούσε την αφαίρεση της ψήφου από τους νέους 21-25 ετών, προκειμένου να εκλείψει το «ειδεχθές θέαμα ψηφοφόρων αντιτιθεμένων συνήθως προς το πολιτικόν φρόνημα του πατρός, υπό την στέγην του οποίου τρέφονται και βιούσι» (σ. 95-6).

● Συστηματικότερος από όλους, ο Αθανάσιος Ευταξίας καταθέτει το 1897 ένα σχέδιο εκλογικού σώματος τριών ταχυτήτων. Ξεκαθαρίζοντας πως ο ίδιος θα προτιμούσε μεν τον αποκλεισμό από τις εκλογές κοινωνικών κατηγοριών όπως «οι καθυστερούντες τούς προς Δημόσιον φόρους» ή «οι στερούμενοι πάσης ακινήτου περιουσίας», αλλά δεν τον βρίσκει πρακτικά υλοποιήσιμο ύστερα από τόσες δεκαετίες καθολικής ψηφοφορίας, προτείνει «να εξοικονομηθή το πράγμα απονεμομένης μείζονος σημασίας εις την ψήφον των επιστημόνων και λογίων, των τραπεζιτών, εργοστασιαρχών και μεγαλεμπόρων ή εις την ψήφον των αγραμμάτων».

Σε αντίθεση με τον Βρετανό φιλόσοφο Τζον Στιούαρτ Μιλ, που προέκρινε ως μοναδικό κριτήριο μιας τέτοιας ιεράρχησης το μορφωτικό επίπεδο, ο Ευταξίας επισημαίνει ότι στην Ελλάδα, «ένθα έχομεν την λεγομένην Ueberproduktion [υπερπαραγωγή] επιστημόνων και λογίων», κάτι τέτοιο θα ήταν κοινωνικοπολιτικά αντιπαραγωγικό.

Το τελικό σχέδιό του δομείται έτσι σε απροκάλυπτα ταξική βάση:

«Πρέπει οι επιστήμονες και οι λόγιοι, οι έχοντες ασφαλή κοινωνικήν αποκατάστασιν, μαρτυρουμένην εκ του φόρου του επιτηδεύματος ή άλλου αμέσου φόρου, ον καταβάλλουσιν εις το δημόσιον, προς δε οι τραπεζίται, μεγαλέμποροι, ιδιοκτήται μεγάλων πλοίων, εργοστασιάρχαι και μεγαλοκτηματίαι να υπαχθώσιν εις την πρώτην κατηγορίαν των εκλογέων, απολαύοντες του δικαιώματος της τριπλής ψήφου. Εις την δευτέραν κατηγορίαν, των κεκτημένων το δικαίωμα διπλής ψήφου, πρέπει να υπαχθώσιν οι άνευ κοινωνικής αποκαταστάσεως επιστήμονες και λόγιοι, προς δε οι συνήθεις έμποροι, ιδιοκτήται μικρών πλοίων, κτηματίαι, εν οις και οι γεωργοί, επαγγελματίαι και επιτηδευματίαι, οι έχοντες ανεξάρτητον εργασίαν, και τέλος οι αφυπηρετήσαντες εκ των τάξεων του στρατού. Την τρίτην δε και τελευταίαν κατηγορίαν των κεκτημένων απλήν ψήφον πρέπει ν’ απαρτίσωσι όσοι των ανωτέρω είναι αγράμματοι όλως, προς δε οι αποχεροβίωτοι, οι επί ημερομισθίω ή και επί αντιμισθία μετερχόμενοι επιτίδευμά τι, οι εργάται και οι υπηρέται. Πρέπει δε διά το μέλλον ν’ αποκλεισθώσιν εκ της εγγραφής εις τους εκλογικούς καταλόγους οι αγνοούντες γραφήν και ανάγνωσιν» (όπ.π., σ. 96-99).

«Τριάκοντα χιλιάδες ψηφοφόρων αρκούν...»

Αν στον λόγο του φιλελεύθερου αστισμού η καθολική ψηφοφορία εξομοιωνόταν τον 19ο αιώνα με την «ανομία» και τη «συναλλαγή», δεν έλειψαν και πιο προωθημένες ταυτίσεις της με την καθαρή, ανθρωποκτόνο εγκληματικότητα. Ιδίως σε μια δύσκολη στιγμή για τη διεθνή εικόνα του ελληνικού κράτους, όπως ήταν ο φόνος τεσσάρων Αγγλων και Ιταλών ευγενών στο Δήλεσι (9/4/1870) από τη συμμορία που τους είχε απαγάγει με κύριο αίτημα την αμνήστευσή της.

Αντιμέτωπη με την πάνδημη κατακραυγή της καθ’ ημάς «ληστοκρατίας» από τον ευρωπαϊκό Τύπο και τις απειλητικές σχετικές συζητήσεις στο βρετανικό Κοινοβούλιο, η «Ημέρα» της Τεργέστης, υπ’ αριθμόν ένα –τότε– εφημερίδα της ελληνικής διασποράς, δημοσίευσε στις 14/5/1870 ως κύριο άρθρο της ένα πύρινο πολιτικό πρόγραμμα με τον εύγλωττο τίτλο «Ελλάς ή Σύνταγμα;».

Συντάκτης του ήταν ο Αναστάσιος Βυζάντιος (1839-1892), πρωτοκλασάτος λόγιος της εποχής και ηγετική μορφή της αντιαυταρχικής νεανικής εξέγερσης του 1859. Ταυτισμένος πια με το Στέμμα και δημοσιογραφικός εκφραστής των Ελλήνων αστών της διασποράς, ξεκαθαρίζει χωρίς περιστροφές ότι το πρόβλημα της Ελλάδας πήγαζε από τις υπερβολικές εξουσίες του λαού της:

«Ουδείς έλαβε ποτέ την τόλμην να είπη, προς μεν τον λαόν, ότι η αληθής αιτία της γενικής καχεξίας είναι η λεγομένη αύτη ελευθερία, προς δε τον βασιλέα, ότι ρωμαντικαί θεωρίαι περί διακρίσεως εξουσιών και υπουργικής ευθύνης δεν σώζουσι τους θρόνους από της ιστορικής δυσφημίας, αλλ’ ούτε καν από των βιαίων ανατροπών. [...] Πρέπει να είπωμεν σκαιώς και αποτόμως εις τους Ελληνας: Δεν είσθε έτι ώριμοι δι’ ελευθερίαν. Εθνική κυριαρχία, κοινοβουλευτικαί διατυπώσεις, συμπολίτευσις και αντιπολίτευσις, ελευθεροτυπία, υπουργική ευθύνη, δημοτική αυτονομία, πάντα ταύτα παρ’ υμίν είναι λέξεις κεναί εννοίας ή το χείρον, εύσχημα προσωπεία παντοειδών ακολασιών και καταχρήσεων».

«Πού είναι η ελευθερία;» αναρωτιέται ρητορικά ο αρθρογράφος, επικεντρώνοντας την κριτική του στην απουσία ασφάλειας των ιδιοκτητριών τάξεων: «Ελεύθερος είναι ο κτηματίας, όστις μένει έγκλειστος και περίφοβος εν τη οικία του ως εν φυλακή και αφίνει τους τυχόντας να νέμωνται τους καρπούς των ιδρώτων του; Ελεύθεραι είναι αι ξέναι Εταιρείαι, αι αναγκαζόμεναι να αποτίνωσι τακτικόν φόρον εις τους ληστάς, όπως εργάζωνται ανενόχλητοι παρά τα πρόθυρα της πρωτευούσης;»

Η επίκληση της εγκληματικότητας δεν ήταν, ωστόσο, παρά το πρόσχημα για να τεθούν σαφώς ευρύτερα ζητήματα, με κεντρικό ιστό έναν απροκάλυπτο αντικοινοβουλευτισμό: «Οι μόνοι αληθώς ελεύθεροι και μακάριοι πολίται της Ελλάδος είναι οι βουλευταί. Είναι αυτό τούτο δικτάτορες· έχουσι το δεσμείν και λύειν και πρώτος αυτών υπήκοος είναι ο βασιλεύς Γεώργιος. [...] Τις παραλύει την ιεραρχίαν της υπηρεσίας, την πειθαρχίαν του στρατού, το αδέκαστον της δικαιοσύνης; Ο βουλευτής. Οπου υπάρχει σαπρότης τις, φαίνεται ο οδούς του ζωυφίου τούτου».

Το κύριο πρόβλημα δεν αποτελούσαν, βέβαια, οι υπερβάσεις εξουσίας των αντιπροσώπων του λαού, αλλά η δυνατότητα αυτού του τελευταίου να στέλνει στη Βουλή όσους υπερασπίζονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο «τα πάθη και τας βδελυράς ορέξεις των επαρχιών»: «Είναι λοιπόν κακούργοι οι βουλευταί; Οχι· αλλ’ είναι κακούργος η καθολική ψηφοφορία. Λαός απαίδευτος, εν πολλοίς βάρβαρος, ενιαχού άγλωσσος, εκλήθη διά μιας να νομοθετή περί των μεγίστων, εκπροσωπούμενος διά μιας μόνης Βουλής. Τοιούτοι ψηφοφόροι δεν δελεάζονται διά πειστηρίων τιμιότητος, επιστήμης, πλούτου ή αρετής, αλλά διά κακοήθων υποσχέσεων και προσφορών».

Αντίθετα πρότυπα δεν είναι δύσκολο να βρεθούν. Στην Αγγλία και το Βέλγιο, κατ’ αρχάς, όπου «κεφάλαια κομματικής αρχηγίας θεωρούνται η καταγωγή, η δόξα, τα χαρίσματα της διανοίας και του λόγου». Αλλά και στους ένδοξους προγόνους: «Ο αρχαίοι Ελληνες δεν εισήγαγον τους Είλωτας εις την Βουλήν ουδ’ εσχημάτισαν Δήμον εξ απελευθέρων».

Η φωνή του απόδημου ελληνισμού εισηγείται έτσι την πραξικοπηματική κατάλυση της δημοκρατικής τομής που εμπέδωσε η επανάσταση του 1862: «Οι Ελληνες υπουργοί πρέπει να καταργήσωσι διά βασιλικού διατάγματος την καθολικήν ψηφοφορίαν. Εις την κάλπην δεν πρέπει να προσέρχωνται του λοιπού ή μόνον αι εκλεκταί τάξεις της κοινωνίας, οι τίμιοι οικογενειάρχαι, οι φορολογούμενοι, οι λόγιοι, ουχί οι ανέστιοι και φερέοικοι. Τριάκοντα χιλιάδες ψηφοφόρων είναι αρκετοί διά πάσαν την Ελλάδα».

Την αντισυνταγματική εκτροπή θ’ ακολουθούσε η επάνοδος στην απολυταρχία: «Εις την ούτως εξαγνισθείσαν Βουλήν, η κυβέρνησις πρέπει να υποβάλη σειράν όλην νομοσχεδίων, εξοβελιζόντων εκ του πολιτεύματος παν ό,τι απεδείχθη ανάρμοστον εις τα ελληνικά ήθη και τροποποιούντων άρδην την μέθοδον της διοικήσεως. Των νομοσχεδίων τούτων μία πρέπει να είναι η θεμελιώδης βάσις και ο κύριος σκοπός, η ενίσχυσις της Βασιλείας. Μας διώκησαν βασιλικώς τα κόμματα και αι Βουλαί και εγεύθημεν τους καρπούς· καιρός είναι να δοκιμάσωμεν και την πατρικήν μοναρχίαν του μόνου ανδρός, όστις δεν δύναται να παράσχη υπόνοιαν ότι χαλκεύει δόλους προς εκπόρθησιν της εξουσίας».

Δουλειά αυτού του τελευταίου ήταν, άλλωστε, να βάλει μπροστά τον μηχανισμό της εκτροπής: «Εμπρός λοιπόν! Προς τον Βασιλέα στρέφουσι πάντες ικετευτικά και εύγλωττα βλέμματα. Ας μη αναχαιτίση αυτόν ψευδής φιλοτιμία, ασύγγνωστος υπερηφάνεια. Από του όρκου [πίστης στο Σύνταγμα], ον επέβαλεν αυτώ η Συνέλευσις, τον απολύει το έθνος».

Εξίσου οικεία, η επιχειρηματολογία που προεξοφλεί την πάταξη των όποιων αντιδράσεων: «Πόσοι είναι οι έχοντες συμφέρον εις την διατήρησιν του καθεστώτος, ως έχουσι συμφέρον οι γύπες εις την ύπαρξιν πτωμάτων; Δεκακισχίλιοι άνθρωποι ανά πάσαν την Ελλάδαν! Κατά τούτων, εάν τολμήσωσι να άρωσι την κεφαλήν, είναι έτοιμα τα τάγματα των Ινδιών και οι Ζουάβοι της Αλγερίας».

Η υποδοχή του μανιφέστου από την αθηναϊκή κοινωνία της εποχής δεν υπήρξε, φυσικά, ανέφελη. «Η “Ημέρα” εκάη εν Αθήναις υπό των φοιτητών», θυμίζει δύο δεκαετίες αργότερα ο αδελφός κι επιμελητής των «Εργων» του (Εν Τεργέστη 1893, σ. ιγ΄).

Δίχως, μάλιστα, οι Ζουάβοι και τα αποικιακά τάγματα της θαλασσοκράτειρας να κάνουν το παραμικρό για να τους συνετίσουν.

 

 

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο φόνος πριν από την απόπειρα
Μπράβοι, πιστόλια και αίμα στην προεκλογική Κοκκινιά του 1932. Φανατικοί βενιζελικοί πυροβολούν εναντίον του συγκεντρωμένου πλήθους. Νεκροί πέφτουν δύο άνθρωποι, ενώ τραυματίζονται τουλάχιστον άλλοι τέσσερις....
Ο φόνος πριν από την απόπειρα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Χάρτινοι ιππότες της κάλπης
Η λίστα στις εκλογές στερεί αντικειμενικά τον ιστορικό του μέλλοντος από μια πλούσια πηγή: τα προσωπικά προεκλογικά υλικά των υποψήφιων βουλευτών, υλικά που αντανακλούν με πολύ πιστότερο τρόπο απ’ ό,τι τα...
Χάρτινοι ιππότες της κάλπης
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο στρατός μας που πήγε στην Κριμαία
Η επανάσταση των Μπολσεβίκων με τα μάτια των ενστόλων Ελλήνων. Ο λόγος για τους 23.351 στρατιώτες και αξιωματικούς του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος που στάλθηκε στις αρχές του 1919 στην Οδησσό και την...
Ο στρατός μας που πήγε στην Κριμαία
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
Η 6η Απριλίου είναι μια αδικημένη ημερομηνία του εθνικού εορτολογίου. το ξέσπασμα του ελληνογερμανικού πολέμου συνδέεται αναπόδραστα με τραυματικές μνήμες. Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την παραγκωνισμένη...
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Οι απαρχές της διχοτόμησης
Προδημοσίευση από το βιβλίο «Ο Ντενκτάς στον νότο»: Η διχοτόμηση της Κύπρου συντελέστηκε πολιτικά και επί του εδάφους την περίοδο 1950-1975. Ο ελληνικός και ο τουρκικός εθνικισμός και ο ανταγωνισμός...
Οι απαρχές της διχοτόμησης
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
«Αποπλανηθέντες από την Ιερά Συμμαχία»
Με την Ελληνική Επανάσταση η Οθωμανική Αυτοκρατορία καλούνταν να διαχειριστεί το πλήγμα της ίδρυσης ενός ανεξάρτητου έθνους-κράτους στη μέχρι τότε «Καλά Προστατευόμενη Επικράτειά της».
«Αποπλανηθέντες από την Ιερά Συμμαχία»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας