Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ντούτσε, ο γίγαντας!

Ο Μπενίτο Μουσολίνι σε επίσημη πόζα το 1943, λίγο πριν από την ανατροπή του

ASSOCIATED PRESS
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ντούτσε, ο γίγαντας!

  • A-
  • A+

«Είμαι αισιόδοξος διότι πιστεύω εις τον Μουσολίνι»
Γεώργιος Μερκούρης (πρώην υπουργός), «Κουαδρίβιο», 20/9/1942

Η στήλη σήμερα θα πρωτοτυπήσει. Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου, δεν θ’ ασχοληθούμε με το έπος της Αλβανίας, αλλά με όσα, πολύ λιγότερο ένδοξα, ακολούθησαν. Αντί για το πασίγνωστο «κορόιδο Μουσολίνι», την προσοχή μας θ’ αποσπάσει η εξύμνηση του Ιταλού δικτάτορα στα αμέσως επόμενα χρόνια, από τον ίδιο λίγο-πολύ μηχανισμό που τον γελοιοποίησε στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου: τα ΜΜΕ και μια μερίδα των ντόπιων εθνικιστών.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν, βέβαια, δίχως προηγούμενο. Μέχρι ν’ αναγορευθεί από την πολεμική προπαγάνδα σε κοκορόφτερο ηγέτη μιας «γελοίας πατρίδας», ο Μπενίτο Μουσολίνι αποτελούσε για χρόνια το ίνδαλμα της εγχώριας πολιτικής τάξης, από το Κόμμα Φιλελευθέρων μέχρι τη βασιλόφρονα και φασιστική ακροδεξιά −με μόνες εξαιρέσεις την Αριστερά και κάποιους φιλελεύθερους πολιτικούς, όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Οι λόγοι αυτού του θαυμασμού ήταν απλοί. Ο αστικός κόσμος της μεσοπολεμικής Ελλάδας κι η οργανική του διανόηση αναζητούσαν απεγνωσμένα μια νέα εθνική στοχοθεσία, ικανή ν’ αντικαταστήσει την εκλιπούσα Μεγάλη Ιδέα ως μηχανισμό διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής.

Η λύση που είχε δώσει ο φασισμός στην αντίστοιχη κρίση της ιταλικής κοινωνίας φάνταζε στα μάτια τους σχεδόν ιδεώδης: καθυπόταξη της εργατικής τάξης με την αντικατάσταση των ταξικών συνδικάτων από «συντεχνιακές» δομές ελεγχόμενες πλήρως από το κράτος και την εργοδοσία· ολοκληρωτική επιβολή της εθνικής ορθότητας στην παιδεία, τη λογοτεχνική παραγωγή και κάθε δημόσια συζήτηση· πάταξη του φεμινισμού και πολιτική κινητοποίηση των γυναικών πλήρως εναρμονισμένη με τα «φυσικά τους καθήκοντα»· πάνω απ’ όλα, δε, πειθάρχηση και στρατιωτικοποίηση της νεολαίας −εγγύηση όχι μόνο της «προστασίας» της από τη φθοροποιό επίδραση των νεωτερικών ιδεών, αλλά και της μελλοντικής προθυμίας της να θυσιαστεί στον βωμό του «εθνικού μεγαλείου».

Η μουσολινολατρία αυτή έχει παρουσιαστεί αναλυτικά σε παλιότερο δημοσίευμα του «Ιού» («Ελευθεροτυπία», 29/10/2006) και δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Η εξύμνηση του Ιταλού δικτάτορα δεν περιορίστηκε, όμως, στα προπολεμικά χρόνια. Επαναλήφθηκε, με ακόμη πιο γκροτέσκο τρόπο, στη διάρκεια της Κατοχής.

Μέσα σε χρόνο dt από την είσοδο (και) των ιταλικών στρατευμάτων στην Αθήνα, ο αθηναϊκός Τύπος έσπευσε να διαλύσει μεγαλόφωνα την «παρεξήγηση» των προηγούμενων μηνών γύρω από τις έμφυτες αρετές των γειτόνων μας και, κυρίως, του Αρχηγού τους (με άλφα κεφαλαίο). Οι «δειλοί μακαρονάδες» μετατράπηκαν έτσι εν μία νυκτί σε υπόδειγμα γενναιότητας και ιπποτισμού, ο δε Ντούτσε σε πρότυπο σώφρονος, λαοφιλούς και προπαντός διανοούμενου ηγέτη.

Η εξέλιξη αυτή δεν είχε καμιά σχέση με την παραδοσιακή, βαθιά ριζωμένη κι αυθεντική γερμανολατρία μιας μεγάλης μερίδας της ελληνικής πολιτικής τάξης και διανόησης. Ακόμη και στο αποκορύφωμα του σύντομου ελληνογερμανικού πολέμου, η πολεμική προπαγάνδα ουδέποτε είχε λ.χ. διανοηθεί να ειρωνευτεί τον Χίτλερ, πόσο μάλλον τη χώρα του· προτιμήθηκαν μοτίβα ηρωικά μεν, γεμάτα όμως σεβασμό για «τον ηγέτη του Γερμανικού Εθνους».

Την εξευτελιστική κωλοτούμπα έναντι του Ντούτσε διευκόλυνε, πάντως, αρκετά η ιδεολογική συγγένεια του μεταξικού καθεστώτος με το μουσολινικό πρότυπό του: κοινό και γραφιάδες -ιδίως οι δεύτεροι- ήταν ήδη εθισμένοι σε μια κουλτούρα υποταγής, αυτολογοκρισίας και γλοιώδους εξύμνησης της εξουσίας.

Οσο για την αντιφασιστική διάσταση του αλβανικού έπους, αυτή μπορεί να υπήρχε στα μυαλά των προοδευτικών Ελλήνων, πολιτών και φαντάρων, δύσκολα όμως εξωτερικευόταν. Ηδη από τις αρχές του 1941, άλλωστε, ο Μανιαδάκης είχε επιστήσει με ειδική εγκύκλιό του την προσοχή των υπηρεσιών ασφαλείας στις προσπάθειες κάποιων διανοουμένων να «συνεγείρουν το Εθνος εναντίον του Φασισμού διά των δήθεν πατριωτικών αυτών άρθρων», «εκτρέποντας» την πολεμική προπαγάνδα από την «αληθή βάσιν του Εθνικού ημών αγώνος» (Κων/νος Αντωνίου, «Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής», Αθήναι 1965, τ.Γ1, σ.69-73).

Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα;

Πρώτο έργο του κατοχικού Τύπου ήταν η εξιδανίκευση της Κατοχής, με επιστράτευση κάθε δυνατού στερεότυπου. «Οι δυο λαοί, ο Ιταλικός και ο Ελληνικός, ως Μεσογειακοί και γείτονες, έχουν πολλά κοινά γνωρίσματα και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα κατανοήσουν οι Ελληνες με την πάροδο του χρόνου περισσότερον το αληθές των συμφέρον, το οποίον συνίσταται εις την ειλικρινή συνεργασίαν», εξηγεί έτσι σε κύριο άρθρο της η «Ακρόπολις» (25/6/1941). «Δείγματα ευνοίας και αγαθών διαθέσεων έδειξε πρώτος ο Ντούτσε διά της ευγενούς δωρεάς του γάλακτος προς τα παιδιά των Αθηνών, και το παράδειγμά του ακολουθούν αι Ιταλικαί αρχαί κατοχής, συμπεριφερόμεναι γενναιοφρόνως. Δεν απομένει παρά η ευχή όλων, όπως η ιταλοελληνική συνεργασία αποβή περισσότερον γόνιμος από σήμερον, οπότε ολοκληρούται η επί της Ελλάδος Ιταλική κατοχή».

Εξίσου σαφής ήταν και η «Καθημερινή» της ίδιας μέρας:

«Από σήμερον η ιταλική κατοχή επεκτείνεται και εις τας Αθήνας. Η εγκατάστασις των ιταλικών στρατιωτικών αρχών εις την ελληνικήν πρωτεύουσαν θα γίνη δια σεμνής τελετής εις τον ιερόν βράχον της Ακροπόλεως και εις το Μνημείον του Αγνώστου Στρατιώτου, ακριβώς δια να συμβολίση την έννοιαν της συνεργασίας δύο λαών, μέχρι χθες αντιπάλων εις τα πεδία της τιμής και ήδη αποφασισμένων, εν στενή συνεργασία, να αγωνισθούν τους επίσης τιμίους αγώνας του πολιτισμού. Ο ελληνικός λαός θα δεχθή τον ιταλικόν στρατόν εις την πρωτεύουσάν του με αισθήματα συμπαθείας και αναγνωρίσεων των ιπποτικών του διαθέσεων. Ηδη η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών της κατοχής εις τας άλλας ελληνικάς περιφερείας υπήρξεν υποδειγματική τόσο δια την ευγένειαν όσον και δια το πνεύμα της κατανοήσεως το οποίον επέδειξαν απέναντι των μυρίων μεταπολεμικών προβλημάτων του λαού αυτού. Χθες ακόμη η ελληνική κοινή γνώμη ήκουε με πραγματικήν ευγνωμοσύνην την χειρονομίαν του Ντούτσε να έλθη αρωγός εις τας επισιτιστικάς ανάγκας του πληθυσμού δια της γενναιοτάτης δωρεάς του, η οποία εξασφαλίζει εις τους νεαρούς βλαστούς της φυλής την ελλείπουσαν ήδη τροφήν των. Το επαναλαμβάνομεν διότι έχομεν περί τούτου πεποίθησιν ακλόνητον: η σημερινή ημέρα θα σημάνη την απαρχήν μιας γονίμου συνεργασίας μεταξύ των δυο γειτόνων λαών, συνδεθέντων και κατά το παρελθόν εις κοινούς αγώνας υπέρ ωραιωτάτων ιδανικών».

Το Διοικητήριο στα Τρίκαλα

Κ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, «Η ΚΑΤΟΧΗ» (1997)

Για όποιον δεν κατάλαβε με την πρώτη, το μάθημα επαναλήφθηκε στο κύριο άρθρο της επομένης, με τον εύληπτο τίτλο «Η ελληνοϊταλική συνεργασία»:

«Η παραδειγματική, η πράγματι ιπποτική συμπεριφορά των ιταλικών αρχών έναντι του ελληνικού πληθυσμού, αποτελεί την ασφαλεστέραν εγγύησιν της ελληνοϊταλικής συνεργασίας. [...] Ο Αρχηγός του Ιταλικού Κράτους, παρά τας διεθνώς δυσχερείς επισιτιστικάς συνθήκας, εσκέφθη, εν μέσω των τόσων ασχολιών του, τα νεαρά ελληνόπουλα και εφάνη γενναιότατα αρωγός. Η ελληνική κοινή γνώμη κατεκτήθη αισθηματικώς από την χειρονομίαν αυτήν. Αναγνωρίζουσα μάλιστα την σημασίαν, υπό τας σημερινάς μάλιστα συνθήκας, της προστασίας την οποίαν τόσον ουσιαστικώς αλλά και τόσον επίσης αφιλοκερδώς της παρέχει η ιταλική φιλία, είναι αποφασισμένη να ζήση νομιμοφρόνως, διευκολύνουσα τας ιταλικάς στρατιωτικάς αρχάς εις το έργον των».

Για το περιεχόμενο αυτής της νομιμοφροσύνης, εξαιρετικά εύγλωττη είναι η παρθενική προκήρυξη του Ιταλού Φρουράρχου Αθηνών. Μεταξύ άλλων, ξεκαθαρίζει, «οιοσδήποτε προσβάλλει την τιμήν και το κύρος προσώπου ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις, εξαιτίας ή κατά την ενάσκησιν των στρατιωτικών του καθηκόντων, τιμωρείται δια φυλακίσεως από έξ μηνών έως δύο ετών· η ιδία ποινή επιβάλλεται και όταν η πράξις εκτελείται δι’ ανακοινώσεως τηλεγραφικής ή τηλεφωνικής ή δια γραπτών, σχεδίων, ασμάτων, απαγγελιών» («Καθημερινή», 26/6/1941, σ.1).

Βήμα διανοουμένων

Το αφιέρωμα του «Κουαδρίβιο» στο σύντομο πέρασμα του Ντούτσε από την Αθήνα

Αν η διαβουκόληση του Τύπου υπήρξε μάλλον εύκολη υπόθεση, η στρατολόγηση της εθνικόφρονος διανόησης στο πλευρό της Κατοχής απαιτούσε ειδικά μέσα. Ως βασικό όχημα χρησιμοποιήθηκε εδώ το «Κουαδρίβιο», εξασέλιδο ελληνόγλωσσο έντυπο που τυπωνόταν στη Ρώμη και κυκλοφορούσε στην Ελλάδα, με διευθυντή τον Τελέσιο Ιντερλάντι και διευθυντή σύνταξης τον Δωδεκανήσιο Ιωάννη Κουρούνη, υπεύθυνο των ελληνικών εκπομπών της ιταλικής ραδιοφωνίας στη διάρκεια του πολέμου.

Αυτοπαρουσιαζόμενο ως «εφημερίς της Νέας Τάξεως», με την οποία «συνεργάζονται οι γνωστότεροι Ελληνες και Ιταλοί συγγραφείς», προπαγάνδιζε την κοινότητα των ελληνοϊταλικών συμφερόντων (στο πλαίσιο, εννοείται, του Αξονα) ακολουθώντας έναν άτυπο αλλά ορατό καταμερισμό εργασίας: οι μεν Ιταλοί αρθρογράφοι έβαζαν τη γραμμή για το παρόν και το μέλλον, οι δε Ελληνες συνεργάτες υπενθύμιζαν σχέσεις και περιστατικά συνεργασίας των δύο λαών κατά το παρελθόν.

Από την πρώτη κατηγορία, αξιοσημείωτο είναι το αντιαμερικανικό αφιέρωμα της 25/7/1942 (με άρθρα όπως «Η επιρροή των Μαύρων εις τας Ηνωμένας Πολιτείας», «Παντοδυναμία των γκάγκστερς», «Η αμερικανική δύναμις του Στάλιν», αλλά και κείμενα για την «ανυπαρξία [αμερικανικής] φυλής» ή τις «απεχθείς» χειραφετημένες Αμερικανίδες)· η «φυλετική» ταύτιση Βρετανών και Εβραίων, με επιστέγασμα την αποκάλυψη πως «ο Τσώρτσιλ [είναι] πράκτωρ του Ιουδαϊσμού» (10/8/1942), καθώς και το θεωρητικό κείμενο «Ο Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο και η ιδέα ενός ελληνο-ιταλικού ρατσισμού» (25/11/1942).

Ενδιαφέρουσα επίσης η προβολή ενός «αντιμπεριαλιστικού» σκεπτικού, σύμφωνα με το οποίο η Ιταλία πολεμούσε «δια να αποκτήσωμεν την ελευθερίαν να αναπνέωμεν μέσα εις την θάλασσάν μας», σπάζοντας τις αλυσίδες «αι οποίαι καθίστων δούλους όλους τους μεσογειακούς λαούς, που ήσαν υποχρεωμένοι να πληρώνουν μέσα εις την θαλασσάν των διόδια εις τους άγγλους» (10/2/1942).

Οσον αφορά τους Ελληνες συνεργάτες, το τελικό αποτέλεσμα υπήρξε μάλλον αμφιλεγόμενο. Σύμφωνα με το παράνομο (και ακραιφνώς φιλοβρετανικό) «Ελληνικόν Αίμα», το όλο εγχείρημα κατέληξε στο κενό: παρά τις πιέσεις των πρακτόρων της Ιταλίας, που περιλάμβαναν από «υπαινιγμούς περί γενναίας αμοιβής» μέχρι «καθαρούς εκβιασμούς με την απειλήν επεμβάσεως των καραμπινιέρων προς κολασμόν παλαιάς αντιιταλικής δράσεως ή αριστεριζόντων φρονημάτων», διαβάζουμε στο φύλλο της 15/9/1942, «το περιβόητον “Κουαδρίβιο” εξεδόθη και κυκλοφορεί εις τα περίπτερα από το παρελθόν φθινόπωρον χωρίς να εμφανίση ουδέ μίαν ελληνικήν υπογραφήν αληθινά αντιπροσωπεύουσαν κάποιαν αξίαν». Οσο για το περιεχόμενό του, «νομίζει κανείς [ότι] γράφεται από παιδιά απευθυνόμενα προς παιδιά».

Η επισκόπηση των διαθέσιμων φύλλων (24 τεύχη από τα πρώτα 30) επιβεβαιώνει πλήρως το δεύτερο συμπέρασμα, σχετικοποιεί όμως αρκετά το πρώτο.

Στους αρθρογράφους του «Κουαδρίβιο» συγκαταλέγονται ονόματα όπως ο ακαδημαϊκός και λογοτέχνης Γρηγόριος Ξενόπουλος, οι ποιητές και δημοσιογράφοι Κλέων Παράσχος και Φώτος Γιοφύλης, ο ζωγράφος Φώτης Κόντογλου, ο γλύπτης και καθηγητής της ΑΣΚΤ Μιχαήλ Τόμπρος, οι θεατρικοί συγγραφείς Νικόλαος Λάσκαρης, Νίκος Ποριώτης, Δημήτρης Μπόγρης, Στέφανος Δάφνης και Θεόδωρος Συναδινός, ο πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών, Μιχαήλ Αργυρόπουλος, ο διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, οι πανεπιστημιακοί Δημήτριος Πετρακάκος, Παναγιώτης Ζερβός, Θεόδωρος Μαυρομμάτης και Νικόλαος Κυπαρίσσης, οι ιστορικοί Σπύρος Μινώτος και Λεωνίδας Ζώης, η φεμινίστρια συγγραφέας Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου («Μαριέττα Επτανήσια»), οι δημοσιογράφοι Δημήτρης Γατόπουλος (συγγραφέας -μεταπολεμικά- της «Ιστορίας της Κατοχής»), Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, Αλέκος Λιδωρίκης και Κώστας Καιροφύλας.

«Περισσότεροι απ’ όσους περιμέναμε», σχολιάζει κατ’ ιδίαν το 1943 ο Γιώργος Θεοτοκάς («Τετράδια ημερολογίου», Αθήνα 1987, σ.351).

Εξίσου εύγλωττη είναι η θεματολογία των ντόπιων συνεργατών του Κουαδρίβιο: από «το ιταλικό θέατρο εν Ελλάδι», το πατρικό και τους έρωτες του Φώσκολου ή προσωπικές «αναμνήσεις εκ Νεαπόλεως», μέχρι απροκάλυπτους ύμνους για το «ανθρωπιστικό» έργο των κατοχικών αρχών.

Την τιμητική τους είχαν, φυσικά, οι Ιταλοί Φιλέλληνες του 1821 (τρία τουλάχιστον άρθρα είναι αφιερωμένα στον Σανταρόζα) και οι προπομποί του ιταλικού φασισμού: δύο διαφορετικά άρθρα (του Λιδωρίκη και του Καιροφύλα) έχουν όχι μόνο το ίδιο θέμα, αλλά και τον ίδιο τίτλο: «Ο Ντ’ Ανούντσιο εις τας Αθήνας».

Η έμφαση στη διαχρονική ελληνοϊταλική συνεργασία φρόντιζε πάλι συνήθως να γεφυρώσει παρελθόν και παρόν με τρόπο σαφή και κατανοητό: «Μεταξύ Βενετίας και Ελλάδος αι σχέσεις ήσαν παλαιόταται και στενώταται. Οταν μάλιστα η Βενετία κατέλαβε πλείστας ελληνικάς επαρχίας και ιδίως τας νήσους του Ιονίου και την Κρήτην, αι σχέσεις έγιναν πυκνότεραι και στενώτεραι» (Κ. Καιροφύλας, «Το πρώτο ελληνικόν τυπογραφείον εις την Βενετίαν», Κουαδρίβιο, 1/6/1942, σ.2).

Περισσότερο από το περιεχόμενο των γραφομένων, σημασία είχε το ίδιο το συμβολικό γεγονός της συμμετοχής στην κατοχική έκδοση. Ακόμη και τα πιο αθώα κείμενα εντάσσονταν, άλλωστε, σ’ ένα καθαρά προπαγανδιστικό πλαίσιο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το άρθρο του καθηγητή Ζερβού με θέμα «Συμβολή γυναικών εις την επιστήμην» (10/2/43): μολονότι δεν περιέχει κάποιο επιλήψιμο απόσπασμα, οι δε αναφορές του περιορίζονται στην Υπατία, «την Μαρίαν την Εβραίαν» (με τη διευκρίνιση ότι «πιθανόν να ήτο και κοπτικού θρησκεύματος»), τη Ρωσίδα μαθηματικό Σόνια Κοβαλέφσκα και τη Μαρία Κιουρί, πλαισιώθηκε με δύο καθαρά προπαγανδιστικές φωτογραφίες «Ιταλίδων εργαζομένων»· στη μια απεικονίζεται «εργάτρια πολεμικού εργοστασίου», στην άλλη «δύο νεάνιδες της G.I.L. [της φασιστικής νεολαίας] πλέκουν φανέλλες δια τους στρατιώτας μας» −τους Ιταλούς, εννοείται.

Υπήρξαν φυσικά και αντιστάσεις, ενίοτε με χιουμοριστικά συμφραζόμενα. Οπως διαβάζουμε στην «Εποχή» (9/3/2014), ο Δημήτριος Καμπούρογλου αρνήθηκε πεισματικά να δώσει κείμενο στο Κουαδρίβιο· όταν οι πιέσεις εντάθηκαν, πρότεινε δε «την αναδημοσίευση παλαιότερου κειμένου του με τίτλο “Πώς ο Μοροζίνης ανατίναξε τον Παρθενώνα”».

Ο Ντούτσε στην Ακρόπολη

Kατοχικά στρατεύματα στην Ακρόπολη

Κ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, «Η ΚΑΤΟΧΗ» (1997)

Το πιο ενδιαφέρον τεύχος του εντύπου κυκλοφόρησε στις 20/9/1942, ήταν δε κατ’ εξαίρεση οκτασέλιδο κι αφιερωμένο στην καλοκαιρινή επίσκεψη του Μουσολίνι στην Αθήνα. Οπως πληροφορούμαστε από τον αθηναϊκό Τύπο των ημερών, που δημοσίευσε την είδηση με καθυστέρηση μιας εβδομάδας, ο Ντούτσε προσγειώθηκε στο Τατόι το πρωί της 20ής Ιουλίου 1942, κατά την επιστροφή του στη Ρώμη από το μέτωπο της Β. Αφρικής· συναντήθηκε με τον διοικητή των κατοχικών στρατευμάτων και τον πρέσβη του (καθώς κι εκείνον της Γερμανίας), επισκέφθηκε την Ακρόπολη και δύο ιταλικές μονάδες, δέχτηκε σε ακρόαση τον Τσολάκογλου, τον υπερυπουργό Γκοτζαμάνη και τον δήμαρχο Αθηναίων, που του «εξέφρασαν τα αισθήματα αφοσιώσεως του πληθυσμού των Αθηνών», κι αναχώρησε αεροπορικά το ίδιο απόγευμα («Ελεύθερον Βήμα» 26/7/1942).

Στη διατεταγμένη αρθρογραφία τους, οι εφημερίδες αναγόρευσαν φυσικά αυτό το αστραπιαίο πέρασμα σε μείζον πολιτικό γεγονός.

«Ενώ ο πόλεμος μαίνεται εις όλα τα μέτωπα και ευρίσκονται επί τάπητος τόσα και τόσα στρατιωτικά και πολιτικά προβλήματα», εξηγεί η «Καθημερινή» (28/7/1942), «ο ηγέτης της Φασιστικής Ιταλίας εθυσίασε πολυτίμους ώρας της καθημερινής του εργασίας δια να επισκεφθή την ελληνικήν πρωτεύουσαν. Το γεγονός αυτό, το οποίον τόσον ευχαρίστως απήχησεν εις την ψυχήν του ελληνικού λαού, ενέχει δι’ ημάς υψίστην σημασίαν κυρίως διότι διεπιστώθη δι’ αυτού το θερμόν ενδιαφέρον του μεγάλου δημιουργού δια μίαν χώραν προς την οποίαν η Πατρίς του ευρέθη, ένεκα της κακής πολιτικής Ελλήνων κυβερνητών, αντιμέτωπος».

Η υποδοχή μιας ομιλίας του Ντούτσε από τον αθηναϊκό Τύπο

Ακόμη πιο ενθουσιώδες, το «Ελεύθερον Βήμα» της ίδιας μέρας πληροφορεί τους αναγνώστες του πως «ο Ντούτσε ενεμφανίσθη εις τους αθηναϊκούς δρόμους επί μικρού ανοικτού αυτοκινήτου με το πρόσωπον ακτινοβολούν από την γαλήνην εκείνην την οποίαν δίδουν εις όλα τα καλλιεργημένα πνεύματα τα υπέροχα μνημεία τα οποία έχουν εγείρη εις τον τόπον μας αι Αθήναι και η Ρώμη. Ο άνθρωπος αυτός, υπό την φωτεινήν κατεύθυνσιν του οποίου ανεζωογοννήθη και ανενεώθη η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ο τυπικός εκπρόσωπος του ρωμαϊσμού και της αναγεννήσεως, δεν ήτο δυνατόν παρά να αισθανθή βαθύτατα το μεγαλείον των αθανάτων αυτών μνημείων. [...] Τίποτε δεν δύναται να ανακουφίση περισσότερον τους Ελληνας από το γεγονός ότι γνωρίζουν σήμερον καλλίτερα παρά ποτέ ότι παρακολουθούνται με τόσον ενδιαφέρον υπό του Ανδρός, ο οποίος με την μεγαλοφυΐαν έστησε τα θεμέλια της Νέας Ευρώπης».

Ο επίλογος θα γραφεί διά χειρός Τσολάκογλου, στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής» (5/8/1942): «Εν τω προσώπω του Μεγαλοφυούς δημιουργού της Φασιστικής Ιταλίας και της νέας ευρωπαϊκής ιδεολογίας», διαβάζουμε, «το Εθνος μας ευρίσκει έναν μεγάλον και ανεκτίμητον φίλον. Είμαι ευγνώμων προς τον Ντούτσε δια τα αισθήματα τα οποία τρέφει δια την Ελλάδα».

Ο Τσολάκογλου υμνεί τη «μεγαλοφυΐα» του πρώην «κορόιδου»

Ο Ντούτσε στην καρδιά μας

Ακριβώς δύο μήνες μετά την ιστορική συνάντηση Ντούτσε και Παρθενώνα, το ειδικό αφιέρωμα του Κουαδρίβιο θα παράσχει το βήμα για ένα ξεσκόνισμα υψηλών προδιαγραφών.

«Ο Ντούτσε εις τας Αθήνας κατέκτησε πάντας όσοι είχον την ευτυχίαν και την τιμήν να τον πλησιάσουν κατά την ενταύθα διέλευσίν του», διαβεβαιώνει ο υπερυπουργός Οικονομικών και λοιπών «παραγωγικών» υπουργείων, Σωτήριος Γκοτζαμάνης. «Ο Καίσαρ μεταβάλλεται εις τον πλέον ευπροσήγορον άνθρωπον, ο οποίος κατακτά με την πρώτην χειραψίαν, με τας πρώτας λέξεις, με την απλότητα της φρασεολογίας του, με την διαύγειαν των σκέψεών του. [...] Τούτο ακριβώς είναι το μυστικόν της μουσολινικής μεγαλοφυΐας. Με μίαν απλήν χειρονομίαν να επαναδίδη ζωήν εις τους αιώνας του παρελθόντος και να δημιουργή εκείνους του μέλλοντος».

Για τον δήμαρχο Αθηναίων Αγγελο Γεωργάτο, ο Μουσολίνι ήταν πάλι «ένας φάρος τηλαυγής που εσκόρπισε ελπίδας εις την ελληνικήν ψυχήν»: «η επιβλητική προσωπικότης του, η αδρή φυσιογνωμία του, που ανάμεσά της σπινθηροβολούσαν δύο μάτια εκφραστικά και επιβλητικά, αυτά που ητένιζαν προς τα αιώνια πεπρωμένα της γείτονος μεγάλης Χώρας −ο άνθρωπος, ο Ντούτσε, που ενσαρκώνει ιδεολογικώς τον θρύλον της τυφλής εμπιστοσύνης, της ακραδάντου πίστεως που τρέφει εις έναν Αρχηγόν μια ζωντανή και προοδευτική Φυλή, εις έναν Αρχηγόν που με το παράστημά του δίδει την έννοιαν της ισχύος, της τόλμης, της πειθούς και της αποφασιστικότητος».

Ο Γ.Γ. της ΓΣΕΕ, Ευάγγελος Ευαγγέλου, διαβεβαιώνει απ’ την πλευρά του πως, «εάν η επίσκεψις του ιδρυτού της κοσμοθεωρίας του φασισμού είχε γίνει γνωστή, πολλοί εργαζόμενοι θα μετέβαινον να τον υποδεχθούν και να τον ευχαριστήσουν δια την ανωτερότητα την οποίαν από της πρώτης στιγμής επέδειξεν προς τους πρώην αντιπάλους και τα ζητήματά των».

Ο ίδιος ο επισκέπτης είχε βέβαια κάπως καλύτερη εικόνα των πραγμάτων, εξ ού και απέφυγε παρόμοια έκθεση στην αγάπη των κατακτημένων.

Από κοντά κι οι πολιτικές φυσιογνωμίες του χώρου, που συνωθούνταν εκείνον τον καιρό για τη διαδοχή του Τσολάκογλου.

Πάλαι ποτέ υπουργός Επισιτισμού (1922) κι Εθνικής Οικονομίας (1926-27), ο Γεώργιος Μερκούρης δεν περιορίζεται στην εξύμνηση «της δημιουργικής μεγαλοφυΐας» του Ντούτσε («Μέγας Ηγέτης», «ανήρ μεγάλων χειρονομιών» με «όλα τα προσόντα του Αρχηγού και, προ παντός, την ευγένειαν και την γενναιοφροσύνην»), αλλά υπενθυμίζει και τα δικά του πρωτεία στη δρομολόγηση του εγχώριου φασιστικού κινήματος: «Οτε το 1933 έδωσα, ως γνωστόν, το σύνθημα ενός εν Ελλάδι αγώνος κατά της εθνοκτόνου εσωτερικής διαιρέσεως και του εκπεσόντος κοινοβουλευτισμού, επιδιώξας συγχρονισμόν της χώρας προς τα νέα διοικητικά συστήματα, μετέβην εις Ρώμην».

Ο Αναστάσιος Ταβουλάρης, υπουργός Συγκοινωνιών του Πάγκαλου, θυμάται πάλι μια συνάντησή του το 1925 με το Μουσολίνι, «τον μεγάλον αρχηγόν με τα υπέροχα πνευματικά και ψυχικά χαρίσματα», για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως «οι Ιταλοί, καθοδηγούμενοι από την ανωτερότητα της ψυχής του Μεγάλου Αρχηγού των, δεν ήλθον εις την Ελλάδα ως κατακτητές και πολέμιοι, αλλά εμφορούνται από αγαθά αισθήματα λήθης του προσφάτου παρελθόντος και επανασυνδέσεως της Ελληνοϊταλικής φιλίας».

Τους επόμενους μήνες διορίστηκαν, ο μεν Ταβουλάρης υπουργός Εσωτερικών, ο δε Μερκούρης διοικητής της Εθνικής Τράπεζας.

Ο Κώστας Καιροφύλας θα κλείσει το αφιέρωμα με την υπενθύμιση της επαγγελματικής προϊστορίας του υψηλού επισκέπτη: ο Μουσολίνι, «η εξαιρετική αυτή φύσις, που εμπνέει και συναρπάζει τα εις αυτόν αφοσιωμένα πλήθη, θαυμάζοντα το έργον του και αντιλαμβανόμενα την εθνοσωτήριον επίδρασίν του, κάτι οφείλει και εις την δημοσιογραφίαν. Εις το σχολείον αυτό της κοινωνικής πρακτικής εγνώρισε τον άνθρωπον και και τα ελαττώματά του και αντελήφθη τι πρέπει να κάμη δια την θεραπείαν των δεινών του».

Ο καλός Ιταλός Διοικητής και η αυτοθυσία των υποδημάτων του

Εκτός από τον αυθεντικό Ντούτσε, ο ελληνόφωνος κατοχικός Τύπος δεν παρέλειπε να εξυμνήσει και τους κατά τόπους αντιπροσώπους του. Ενα χαρακτηριστικό δείγμα τέτοιου λόγου παραθέτουμε εδώ: το πλήρες κείμενο του Σκυριανού λογοτέχνη Κωνσταντίνου Φαλτάιτς (1891-1944) στο «Κουαδρίβιο» (10/2/1943, σ. 2), με τίτλο «Γάλα! Γάλα! Γάλα!».

Η κατοχική πολιτεία του Φαλτάιτς είναι γνωστή, στους αναγνώστες τουλάχιστον της εφημερίδας μας: με σειρά ομιλιών του στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών (1941-1942), τα κείμενα των οποίων κυκλοφόρησαν και σε βιβλιαράκι (1943), ο εθνικόφρων συγγραφέας αναπαρήγαγε εκτενώς τη ναζιστική μυθολογία περί «προϊστορίας» σαν νομιμοποιητική βάση για τη σύμπραξη των Ελλήνων με τη χιτλερική Γερμανία, εξυμνώντας απροκάλυπτα «τον σημερινόν, υπό τον μέγα Φύρερ αγώνα» («Εφ.Συν.», 28/1/2013).

Η αρθρογραφία του, πάλι, στο «Κουαδρίβιο» έχει μνημονευτεί σ’ ετούτη τη στήλη (25/11/2017), προκαλώντας την αντίδραση της εγγονής του, δημοσιογράφου και αντιπροέδρου του ομώνυμου μουσείου, Αννας Γ. Φαλτάιτς. Με ανάρτησή της στη σχετική ιστοσελίδα της «Εφ.Συν.» (18/12/2017), η τελευταία χαρακτήρισε «ανυπόστατη», «απολύτως λανθασμένη και άδικη» τη σύνδεση του παππού της με τον δωσιλογισμό, απαιτώντας να σταματήσουμε κάθε σχετική αναφορά.

Τα γραπτά, όμως, μένουν −και το άρθρο του Φαλτάιτς που αναδημοσιεύουμε σήμερα δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας.

Πρόκειται για μια προκλητική εξιδανίκευση της αναγκαστικής συγκέντρωσης τροφίμων από τις ιταλικές κατοχικές αρχές, πλήρως εναρμονισμένη με την υπόλοιπη κατοχική προπαγάνδα. Εξιδανίκευση δε όχι μόνο προκλητική, αλλά και παιδαριώδη: οι Σκυριανοί βοσκοί, διαβάζουμε, δεν έκρυβαν το γάλα τους για να κερδοσκοπήσουν· αρνούνταν μάλιστα να το πουλήσουν «όσο χρήμα και αν τους προσέφερες», γιατί σκόπευαν να το μεταποιήσουν σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα −από κεκτημένη προφανώς ταχύτητα, κοινωνική καθυστέρηση ή καθαρό σαδομαζοχισμό.

Ευτυχώς υπήρχαν ωστόσο οι καλοί Ιταλοί κατακτητές, για να μας διδάξουν πώς να μην πεθαίνουμε (λόγω βλακείας) από την πείνα. Θυσιάζοντας ακόμη και τις αριστοκρατικές τους μπότες στον βωμό της επιβίωσης των Ελληνόπουλων, που τους χαιρετούσαν φασιστικά υψώνοντας με αγάπη «το δεξί των χεράκι»...

ΓΑΛΑ! ΓΑΛΑ! ΓΑΛΑ!

Το νησί μας δεν είχε πολλά πράγματα. Ελειπαν σχεδόν όλα. Περισσότερον όμως δεινή ήτον η έλλειψις του γάλατος. Τόσα παιδιά, τόσοι άρρωστοι, τόσοι γέροντες, τόσοι καχεκτικοί από την πολύμηνο στέρησι.
Λίγο γαλατάκι θα μας έσωζε.

Επιπλέαμεν εις το γάλα. Κοπάδια άπειρα από γίδια και πρόβατα. Παντού γιδοπρόβατα. Αλλά οι τσοπάνηδες πού να δώσουν λίγο! Το εφύλασσαν να το κάμουν τυρί, βούτυρο, μιζύθρα, τραχανά. Και δεν έδιναν, με όσο χρήμα και αν τους προσέφερες.
Τότε πάλιν ήλθε η ιταλική Διοίκησις όπως η βροχή στον διψασμένον κάμπον.

Ο ευγενικός Διοικητής της φρουράς, ένα από τα μεγάλα ονόματα της Ιταλίας, επενέβη, όπως εις κάθε δύσκολον επισιτιστικήν περίπτωσι.

Πρέπει να έλθη γάλα διά τους αρρώστους και για τα παιδιά, είπεν εις την Κοινοτικήν αρχήν και εις τους γιατρούς.

− Δεν το δίνουν οι τσοπάνηδες.

Καλά.

Ειδοποίησε τους μεγαλειτέρους κτηνοτρόφους. Ηλθαν αυτοί, αλλά έφεραν χίλιες προφάσεις. Η χρονιά τάχα δεν επήγε διόλου καλά. Τα γιδοπρόβατα απόμειναν λίγα. Τα περισσότερα εψώφησαν από το χιόνι. Το χορτάρι λιγοστό. Πολύ το κρύο και δεν έβγαζαν γάλα. Και, και...
Δικαιολογίες άπειρες. Λίγο ακόμη και θα εζητούσαν γάλα και για τα δικά των παιδιά. Μόνον ένα-δυο ποιμένες έκαναν εξαίρεσι και εφάνησαν προθυμώτεροι.

Ο καλός Διοικητής, με την ποιητική ψυχή του παιδιού αλλά και με τη δυνατότητα του ατσαλιού, απήντησεν ότι γάλα υπήρχε.

Σε τρεις μέρες θέλω να τελειώνη αυτό το ζήτημα. Χρειάζομαι τόσο γάλα για τα παιδιά και για τους αρρώστους.

Το γάλα όμως πάλιν δεν ήλθεν. Μόνο το τρίτον από όσο είχαν πει οι γιατροί ότι χρειάζεται.

− Φυλακίστε μας, κ. Διοικητά, δεν έχομε άλλο.

Ο κ. Διοικητής δεν ήθελε να φυλακίση κανέναν. Αλλά ήθελε να εξασφαλίση το γάλα των παιδιών και των αρρώστων. Να μην πεθάνουν μικροί και μεγάλοι από έλλειψιν του γάλατος σε έναν τόπο κυρίως κτηνοτροφικόν, γεμάτον από κοπάδια.

Ηξευρεν ότι ο χειμώνας είχε πάει κακός, αφού τον είχε ζήσει και ο ίδιος. Αλλά έπρεπε να βεβαιωθή καλλίτερα. Ησαν ή δεν ήσαν επί τέλους αληθιναί οι δικαιολογίαι; Και τον εχάσαμεν αρκετάς ημέρας.

Τι έγινε; Τον είχαμε τόσο συνηθίσει να περνά επάνω κάτω με τα υψηλά υποδήματα και να χαμογελά στα παιδιά ιδίως που με θάρρος και αγάπη εσήκωναν το δεξί των χεράκι και τον εχαιρετούσαν.

Υστερα εφάνηκε πάλι εις την κωμόπολι. Αλλά τι εμφάνισιν είχαν εκείναι αι ωραιόταται μπότται; Αγνώρισται. Τα στουρνάρια και τα κλαδιά τας είχαν κατακόψει. Ανηλεές ξεχαρβάλωμα, σχίσιμο, ξεθεμέλιωμα.

Είχε γυρίσει ένα μεγάλο μέρος του πετρώδους νησιού. Στα κατσάβραχα, στα αγκαθωτά κλαδιά. Από μαντρί σε μαντρί. Κανένας ντόπιος δεν είχε κάνει τέτοιαν εκστρατεία τυραννικής ερεύνης.

Εκάλεσε τους γιατρούς του νησιού.

Γάλα υπάρχει, είπε. Εβεβαιώθηκα με επιτόπιον εξέτασιν.

− Επήγατε μόνος σας!

Ο κ. Διοικητής εχαμογέλασε.

Εγνώρισα και τον τόπον σας. Θαυμάσια μέρη. Αλλά χρειάζονται πολλά ζευγάρια υποδήματα.

Εγέλασαν και οι γιατροί.

Από την ημέραν εκείνην ήρχετο το γάλα άφθονον από τα μαντριά. Νάμα ζωής και αναβιώσεως. Η δε τιμή, όπως την ώρισεν ο κ. Διοικητής, λογικωτάτη. Κανείς να μη ζημιωθή.

Τα παιδάκια ήρχισαν τότε να παίρνουν σάρκα και χρώμα. Οι άρρωστοι εξεπρήσκοντο. Οι γέροι ξανάνειωσαν. Χαρά και αγαλλίασις.

Γάλα! Γάλα! Γάλα!

Νέα πηγή ζωής. Το εχρεωστούσαμε και πάλι εις τον κ. Βιττόριο. Το όνομά του καθημερινώς εις τα χείλη όλων.

Αλλά τα ωραιότατα εκείνα υποδήματα που τόσην εντύπωσιν επροξενούσαν, δεν τον είδαμε να τα ξαναβάλη. Κάτι η εκστρατεία εκείνη εστοίχισε.
Κόβουν σαν ξυράφια τροχισμένα τα στουρνάρια των κατσικοπάτητων βουνών του νησιού μας. Και τα μαντριά δεν τα έχουν οι τσοπάνηδες στους κάμπους.

Κ. ΦΑΛΤΑΪΤΣ

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
Η 6η Απριλίου είναι μια αδικημένη ημερομηνία του εθνικού εορτολογίου. το ξέσπασμα του ελληνογερμανικού πολέμου συνδέεται αναπόδραστα με τραυματικές μνήμες. Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την παραγκωνισμένη...
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Οταν οι Γερμανοί ήταν φίλοι μας
H ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, δεν έκοψε μόνο έναν κρίσιμο δίαυλο ανεφοδιασμού του Ρόμελ στο πολεμικό μέτωπο της Βόρειας Αφρικής. Ως παράπλευρη συνέπεια επέφερε...
Οταν οι Γερμανοί ήταν φίλοι μας
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Αριστεία και υπογεννητικότητα
Ο συνδυασμός της ανησυχίας για το δημογραφικό μέλλον του τόπου με μια συλλογιστική απροκάλυπτου κοινωνικού δαρβινισμού έχει βαθιές ρίζες στη σκέψη της εγχώριας αστικής τάξης και των οργανικών διανοουμένων της....
Αριστεία και υπογεννητικότητα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Το δίκοπο φακέλωμα
Στο σημερινό μας αφιέρωμα θ’ ασχοληθούμε με την αξιοποίηση από την αλυτρωτική βουλγαρική προπαγάνδα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου των αστυνομικών φακέλων που είχε καταρτίσει τα προηγούμενα χρόνια το ελληνικό...
Το δίκοπο φακέλωμα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η γροθιά του «λευκού Ελληνικού πολιτισμού»
Kάθε εποχή έχει τους «εθνοπροδότες» της: αυτούς που οι φύλακες-άγγελοι της πατριωτικής ορθότητας στα ΜΜΕ καταγγέλλουν με περισσή άνεση ως απεργαζόμενους την καταστροφή των ιερών και οσίων του Γένους. Η υπόθεση...
Η γροθιά του «λευκού Ελληνικού πολιτισμού»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ενας φόνος τον Δεκέμβρη
Ηταν οι πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Δεκεμβρίου 1944. Μια μέρα μετά το αιματοκύλισμα του ΕΑΜικού συλλαλητηρίου στην πλατεία Συντάγματος, τα θύματα του οποίου θα κηδεύονταν από χιλιάδες διαδηλωτές το ίδιο...
Ενας φόνος τον Δεκέμβρη

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας