Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Η γροθιά του «λευκού Ελληνικού πολιτισμού»

Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Παναΐτ Ιστράτι στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1928

Η γροθιά του «λευκού Ελληνικού πολιτισμού»

  • A-
  • A+

«Καιρός να κατανοήσουν οι εξυμνούντες τα αγαθά του μπολσεβικισμού ότι πρέπει να τα απολαύσουν φεύγοντες εξ Ελλάδος»

Εισαγγελέας Γ. Κιουρτσάκης, από την αγόρευσή του στη δίκη του Γληνού («Εθνος» 2/6/1928)

Kάθε εποχή έχει τους «εθνοπροδότες» της: αυτούς που οι φύλακες-άγγελοι της πατριωτικής ορθότητας στα ΜΜΕ και στον σκληρό πυρήνα του κράτους καταγγέλλουν με περισσή άνεση ως απεργαζόμενους την καταστροφή των ιερών και οσίων του Γένους.

Συχνά, βέβαια, η ιστορική εξέλιξη όχι μόνο διαψεύδει, αλλά και προσδίδει μιαν ειρωνική χροιά σ’ αυτές τις κραυγές –με αποστομωτικότερο παράδειγμα τη ριζική ανατροπή των ρόλων μεταξύ προπολεμικών «εθνικιστών» και «ανθελλήνων» στη διάρκεια της χιτλερικής Κατοχής.

Εξίσου εύγλωττη είναι η υπόθεση που θα μας απασχολήσει σήμερα, με την ευκαιρία της 90ής επετείου της: το πολιτικό σκάνδαλο της δημόσιας ομιλίας δύο διανοουμένων, του Νίκου Καζαντζάκη και του Ελληνορουμάνου Παναΐτ Ιστράτι, για τις θετικές εντυπώσεις τους από την επίσημη επίσκεψή τους στη Σοβιετική Ενωση (11/1/1928).

Διάλεξη που πρόσφερε την ευκαιρία για μια πρώτη, επεισοδιακή ώσμωση ανάμεσα στην προοδευτική αστική διανόηση και τους οργανωμένους κομμουνιστές της εποχής, λοιδορήθηκε άγρια από τα εθνικόφρονα ΜΜΕ και κατέληξε σε δικαστική δίωξη των δύο «ξένων πρακτόρων» (και του Δημήτρη Γληνού που την οργάνωσε) για «πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια».

Το σκηνικό

Η «οικουμενική» κυβέρνηση Ζαΐμη (1926-1927) ήταν η πρώτη στην οποία συγκατοίκησαν Μεταξάς και Παπαναστασίου

Μ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ. ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (Αθήνα 2000)

Στις αρχές του 1928 την Ελλάδα κυβερνά ο «ευρύς συνασπισμός» του Αλέξανδρου Ζαΐμη, στον οποίο μετέχουν τα Κόμματα των Φιλελευθέρων (των Καφαντάρη-Μιχαλακόπουλου), των Ελευθεροφρόνων (του Μεταξά) και η Δημοκρατική Ενωσις (του Παπαναστασίου), με προγραμματικό στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας με εξωτερικό δανεισμό, περιστολή των μισθών και αντιδημοφιλή φορολογικά μέτρα.

Η κατανομή των υπουργείων μεταξύ των «ακραίων» συνιστωσών του ήταν οφθαλμοφανώς λεόντεια: ο μεν ριζοσπάστης Παπαναστασίου φορτώθηκε το Γεωργίας για να διεκπεραιώσει την αγροτική μεταρρύθμιση, οι δε μεταξικοί καπάρωσαν το Συγκοινωνίας (με τον ίδιο τον Μεταξά, που επικύρωσε τις αποικιακές συμβάσεις του Πάγκαλου με τη βρετανική Power & Traction), το Παιδείας (με τον Θεολόγο Νικολούδη, μετέπειτα υπουργό Προπαγάνδας της 4ης Αυγούστου) και το Δικαιοσύνης (με τον Θεόδωρο Τουρκοβασίλη, υμνητή του φίρερ και διευθυντή της Τραπέζης της Ελλάδος επί Κατοχής).

Εξίσου ορατές ήταν οι ενδοκυβερνητικές τριβές για τα μεγάλα έργα που θα χρηματοδοτούνταν με τα νέα δάνεια.

Ο Μεταξάς επέμενε πεισματικά να κατακυρωθεί η επέκταση του οδικού δικτύου στους αντιπροσώπους της ολλανδοβρετανικής Shell, σε βάρος του ντόπιου μειοδότη· η αντίθεση του Παπαναστασίου σ’ αυτήν την επιλογή κατέληξε σε αποπομπή του από την κυβέρνηση (8/2/1928).

Ως συνήθως, η απροσχημάτιστη πρακτόρευση ξένων συμφερόντων επενδύθηκε ιδεολογικά με μπόλικες υπερπατριωτικές κορόνες –και η «υπόθεση Καζαντζάκη-Ιστράτι» πρόσφερε μια καλή ευκαιρία για παρόμοιες επιδείξεις.

Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, το ΚΚΕ διερχόταν μια περίοδο γεμάτη αντιφάσεις. Για πρώτη φορά διέθετε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, καθώς στις εκλογές του 1926 απέσπασε 4,38% των ψήφων κι έβγαλε 10 βουλευτές.

Η επιτυχία αυτή ουδόλως απέτρεπε όμως την αμείλικτη καταδίωξη μελών και στελεχών του στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.

Η ασυλία των βουλευτών του αφαιρέθηκε στις 16/12/1927 με πρόσχημα το Μακεδονικό και, την ημέρα ακριβώς της διάλεξης Καζαντζάκη-Ιστράτι, δημοσιευόταν στα ψιλά των εφημερίδων η είδηση της πρώτης προφυλάκισης μέλους της Κοινοβουλευτικής του Ομάδας.

Εκτός από διώξεις, το ΚΚΕ αντιμετώπιζε επίσης έντονα εσωτερικά προβλήματα, αντανάκλαση της αντίστοιχης κρίσης του σοβιετικού προτύπου και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1927 και Δεκεμβρίου 1928 η σταλινική πλειοψηφία διαγράφει κατά κύματα λικβινταριστές και κεντριστές, που συγκροτούνται καθ’ οδόν ως Αριστερή Αντιπολίτευση.

Στις εκλογές της 19/8/1928, το αποψιλωμένο κόμμα θα αποσπάσει δε μόλις το ένα τρίτο των ψήφων του 1926 (1,41%).

Τα πρόσωπα

Στιγμιότυπο από τη διαμονή των Ιστράτι και Καζαντζάκη στο Κίεβο την άνοιξη του 1928, όπως αποτυπώθηκε στα τότε σοβιετικά «επίκαιρα»

Στις αρχές του 1928 ο Νίκος Καζαντζάκης διανύει μια μεταβατική φάση όσον αφορά τους πολιτικούς προσανατολισμούς του. Βγαίνοντας απ’ αυτό που θα περιγράψει αργότερα ως «κομμουνιστική περίοδο» της ζωής του, διαμορφώνει ένα προσωπικό, «μετακομμουνιστικό» και ατομοκεντρικό ιδεώδες που συνδυάζει την αναζήτηση ισχυρού ηγέτη με την επαγγελία ενός ατέρμονου αγώνα για τον αγώνα.

Εκλεκτικισμός που του επιτρέπει να υμνήσει ως δημοσιογράφος τον Μουσολίνι, παραμένοντας ταυτόχρονα οπαδός του σοβιετικού σοσιαλισμού.

Η ΕΣΣΔ τού ήταν γνωστή από τρεις διαφορετικές επισκέψεις: ως στέλεχος του υπουργείου Περιθάλψεως (και μέλος «εθνικής αποστολής») στον Καύκασο το 1919, ως απεσταλμένος της παπανδρεϊκής εφημερίδας «Ελεύθερος Λόγος» το 1925 και ως επίσημος προσκεκλημένος της σοβιετικής κυβέρνησης για τα δεκάχρονα της επανάστασης το φθινόπωρο του 1927.

Οι εντυπώσεις από τα δύο τελευταία ταξίδια του, αρκούντως προσωπικές και κάθε άλλο παρά προπαγανδιστικές, δημοσιεύτηκαν ως εκτενή ρεπορτάζ στον «Ελεύθερο Λόγο» και την «Πρωία»· τους επόμενους δε μήνες θ’ αναλυθούν ακόμη εκτενέστερα στο δίτομο έργο του «Τι είδα στη Ρουσία».

Στην τρίτη επίσκεψή του ο Καζαντζάκης συνδέθηκε στενά με τον Παναΐτ Ιστράτι, φυσιογνωμία περιπετειώδη και εκρηκτική, που επί ενάμιση χρόνο θα αποτελέσει το μαχητικό alter ego του.

«Είναι ένας αδερφός εξαίσιος –δυνατός, θερμός, αποφασισμένος κομμουνιστής σαν εμάς, πλατύς και λεύτερος», γράφει χαρακτηριστικά στις 20/11/1927 από το Μπακού στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη («400 γράμματα...», σ. 58).

Μαζί καταστρώνουν σχέδια μόνιμης εγκατάστασης στην ΕΣΣΔ· τον βιοπορισμό τους, εξηγεί στη μετέπειτα σύζυγό του Ελένη Σαμίου, θα διασφαλίσουν τα συγγραφικά δικαιώματα των ρωσικών μεταφράσεων του έργου τους, η συνεργασία του με το Λεξικό Ελευθερουδάκη, η αρθρογραφία τους σε σοβιετικά έντυπα και η συγγραφή σεναρίων για τον σοβιετικό κινηματογράφο.

«Η δουλειά μας στη Ρουσία δε θα μας επιβάλει καμιά σκλαβιά και μήτε είμαστε όργανα κανενούς», ξεκαθαρίζει, τονίζοντας ότι δεν είναι «μήτε στενοκέφαλος, μήτε μαρξιστής», αλλά το «χρέος» της συμπαράστασης στο επαναστατικό καθεστώς εκτοπίζει τις όποιες «φιλοσοφικές επιφύλαξές» του (Ελένη Καζαντζάκη, «Ο ασυμβίβαστος», Αθήνα 1977, σ. 224-5).

Η επεισοδιακή δημόσια διάλεξη των δύο φίλων θα αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα αυτής της στράτευσης.

Στις 30 Δεκεμβρίου βρίσκονται στην Αθήνα και την επομένη ο Καζαντζάκης παρουσιάζει τον Παναΐτ από τις στήλες της «Πρωίας», τονίζοντας τη «φυλετική» ελληνικότητά του και δίνοντας τη δική του ερμηνεία στον φιλοκομμουνισμό του:

«Η μαρξική θεωρία κι ο επίσημος κομμουνισμός δεν στενεύουν καθόλου την ψυχή του Iστράτι. Θα δουλέψη στη Ρωσσία, θα προσπαθήση να δη και να διατυπώση το φωτεινό, αιματωμένο πρόσωπό της, χωρίς προκρουστική προκατάληψη και χωρίς άμετρες, επιπόλαιες ελπίδες. Η Ρωσία, που ρίχτηκε στη μεγάλη, επικίνδυνη περιπέτεια ν’ αναγεννήση τον κόσμο, ελκύει την αλήτικη ψυχή του».

Στις 3/1 «ο Ελληνορουμάνος συγγραφεύς που θριαμβεύει εις την Ευρώπην» παρουσιάζεται από το «Ελεύθερον Βήμα», που αναλαμβάνει τη φιλοξενία του φροντίζοντας να διαχωρίσει τη λογοτεχνική υπόσταση από την πολιτική δράση του: από τη μια, ο γοητευτικός «ανατολίτης παραμυθάς» με τις «ανεξάντλητες αφηγήσεις της πολυτάραχης ζωής του»· από την άλλη, «ο μιλιτάντ, ο κοσμικός, ο εντελλεκτυέλ [διανοούμενος], τρεις ιδιότητες που ταιριάζουν ελάχιστα στον Παναΐτ Ιστράτι», αλλά του τις επιβάλλουν εκ των πραγμάτων «οι “προλετάριοι” με τα φλέγοντα και ανορθόγραφα μανιφέστα, οι δημοσιογράφοι με τις εκνευριστικές ερωτήσεις τους και οι θαυμάστριες με μπουκετάκια μενεξέδες».

Παρόμοια αποστασιοποίηση συνοδεύει τη δημοσίευση των κειμένων του Ιστράτι στο «Ελεύθερον Βήμα» (12/1) και του Καζαντζάκη στην «Πρωία» (8-14/1).

Το πρώτο παραδέχεται πως οι ιδέες του αρθρογράφου «έχουν βεβαίως τον πυρήνα της αληθείας των», θεωρεί όμως την «κατακραυγή» του κατά του καπιταλισμού «εν τω συνόλω της υπερβολική», θυμίζοντας πως η ΕΣΣΔ «δεν κατώρθωσε ούτε θα κατορθώση να δώση εις τον εργάτην ή τον αγρότην ουδέ πολλοστημόριον της ευημερίας την οποίαν απολαμβάνει ούτος εις την Αμερικήν».

Η δεύτερη πλαισιώνει κάθε άρθρο του Καζαντζάκη με δική της «προκαταβολικήν δήλωσιν» πως «ουδεμίαν ευθύνην φέρει» για τα γραφόμενά του, την ακρίβεια των οποίων αμφισβητεί επιπλέον ευθέως!

Το τρίτο πρόσωπο της υπόθεσης, ο Δημήτρης Γληνός, αρχιτέκτονας της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που ο υπουργός Νικολούδης ήταν αποφασισμένος να καταργήσει, μόλις είχε πρωταγωνιστήσει στη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου (Μάρτιος 1927), ως επικεφαλής της σοσιαλιστικής πτέρυγάς του, και τους επόμενους μήνες θα διωκόταν από την Ιερά Σύνοδο με την κατηγορία της «αθεΐας».

Μολονότι αργότερα εξελίχθηκε σε βουλευτή (1936) και ανώτατο ηγετικό στέλεχος (1941-43) του ΚΚΕ, την εποχή αυτή οι σχέσεις τους ήταν αρκετά κακές, όπως πιστοποιούν οι συχνές προσωπικές επιθέσεις εναντίον του από τον «Ριζοσπάστη».

Η εκδήλωση

Το θέατρο «Αλάμπρα» λίγο μετά την ανακαίνισή του το 1923. Το περιγεγραμμένο άλφα παραπέμπει φυσικά στην ονομασία της αίθουσας, όχι στους μελλοντικούς «αναρχοκομμουνιστές» χρήστες της.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Από το αρχείο του Γληνού διαπιστώνουμε πως η ιδέα να «πατρονάρει» ο Ομιλος τη διάλεξη των Καζαντζάκη-Ιστράτι δεν ήταν δική του αλλά της προοδευτικής φεμινίστριας Μαρίας Σβώλου, όταν δημοσιεύτηκε «πως δεν έδωσαν στον Ιστράτι αίθουσα για να κάνει διάλεξη».

Η Σβώλου προσφέρθηκε μάλιστα να καταβάλει μεγάλο μέρος του ενοικίου, ως έμπρακτη υποστήριξη «στην ελευθερία της σκέψης» και «χτύπημα του μεσαιωνισμού» (5/1).

Είχε προηγηθεί πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη των Καζαντζάκη-Ιστράτι στις Φυλακές Συγγρού, συνάντησή τους με κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους και πρωτοσέλιδη προβολή της στον «Ριζοσπάστη» (3/1).

Για την επεισοδιακή διάλεξη της 11ης Ιανουαρίου 1928 στο θέατρο «Αλάμπρα» της οδού Πατησίων υπάρχουν όχι μόνο τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, αλλά και κάμποσες προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που την παρακολούθησαν.

Ανθρώπων πολύ διαφορετικών, όπως η Ελλη Αλεξίου, ο Παντελής Πρεβελάκης, η Αύρα Παρτσαλίδου, ο Ασημάκης Πανσέληνος κι ο Εμμανουήλ Κριαράς –ζωντανή απόδειξη του εύρους του ακροατηρίου και της πολιτικοϊδεολογικής ρευστότητας των ημερών.

Παρά τη διαφορετική οπτική γωνία τους, όλες οι πηγές καταγράφουν την ίδια πάνω-κάτω εικόνα:

 Πρωτοφανής κοσμοσυρροή. «Πατείς με πατώ σε έτρεξε ο κόσμος στην Αλάμπρα, γεμίσαν φίσκα οι διάδρομοι και κρέμονταν οι άνθρωποι σαν τσαμπιά από τα θεωρεία» (Πανσέληνος 1975, σ. 184). «Το θέατρο γέμισε μέχρις ασφυξίας, κόσμος πλήθος έμεινε απ’ έξω. [...] Στριμωξιά φοβερή, σα σαρδέλες όλοι» (Παρτσαλίδου 1976, σ. 51). «Οι άνθρωποι κάθονταν και στα διάμεσα. Στις ποδιές εκείνων που κάθονταν στα καθίσματα... Τζάμια σπάσανε από το συνωστισμό» (Αλεξίου 1966, σ. 287).

«Η διάλεξη είχε μία πρωτοφανή επιτυχία σε συγκέντρωση ακροατών», πανηγυρίζει την επομένη ο «Ριζοσπάστης», υπολογίζοντας το πλήθος σε πάνω από 3.000. «Στις εφτά η ώρα είναι αδύνατο όχι πια να βρει θέση κανείς να καθίσει, μα και να σταθεί όρθιος ακόμη. Οι καθυστερημένοι αναγκάζονται να αποχωρήσουν. Στην πόρτα του θεάτρου, ένα αδιαπέραστο ανθρώπινο τείχος τούς εμποδίζει να προχωρήσουν».

Την επιτυχία της εκδήλωσης παραδέχεται, με τον τρόπο του, ακόμη και το απροκάλυπτα εχθρικό «Εμπρός» (12/1): «Ο κόσμος ανύποπτος προσέτρεξεν αθρόως εις την Αλάμπραν, διά να ευρεθή προ συρφετού συντρόφων ωρυομένων απ’ αρχής υπέρ της Γ' Διεθνούς. Τοιουτοτρόπως η ευρεία αίθουσα του θεάτρου της Αλάμπρας υπερπληρώθη, πράγματι μέχρι ασφυξίας».

 Εξίσου πρωτοφανής ανομοιογένεια του ακροατηρίου. «Πολύ πριν ακόμη από την ωρισμένη ώρα της ομιλίας, πλήθη εργατών γεμίζουν το θέατρο. Επίσης προσέρχονται αθρόοι μικροαστοί και διανοούμενοι», σημειώνει λακωνικά ο «Ριζοσπάστης» (12/1).

Για «ακροατήριο εργατικό κατά το πλείστο» κάνει λόγο ο Πρεβελάκης (σ. 66), για «κοινό απαρτιζόμενο κατά πλειοψηφία, καθώς φαινόταν, από αριστερούς» ο Κριαράς (σ. 61).

«Είχε έρθει και πάρα πολύς κόσμος που δεν είχε σχέση με το αριστερό κίνημα, ήθελε να δει και ν’ ακούσει τον Ιστράτι», θυμάται πάλι η Παρτσαλίδου, νεαρή φοιτήτρια της ΟΚΝΕ τότε, περιγράφοντας ταυτόχρονα τη σχετική κινητοποίηση του ΚΚΕ: «Δεν έλειψε κανένας από τα μέλη του Κόμματος και της Νεολαίας, φέρανε μαζί και όλους τους συμπαθούντες τους. Ανέβηκαν στην Αθήνα και οι Πειραιώτες».

Η ίδια μάς παραδίδει και μια ζωντανή εικόνα των εντάσεων που γέννησε η ασυνήθιστη αυτή συνύπαρξη: «Ενας νεολαίος φοιτητής είχε φέρει τη μάνα του, ανίδεη απ’ τα δικά μας, να δει κι αυτή τον Ιστράτι. Είχε προφτάσει να την καθίσει σε μια απ’ τις πίσω σειρές. Η γυναίκα είχε τρομοκρατηθεί. Απ’ τη μια μεριά είχε έναν κύριο που πήγε από λογοτεχνικό ενδιαφέρον κι απ’ την άλλη έναν ενθουσιώδη προλετάριο, που κάθε φορά ζητωκραύγαζε και χαλούσε τον κόσμο. Ο άλλος θύμωνε που του έκοβε τη συνέχεια και παραλίγο να πιαστούνε» (σ. 51).

 Ενταση δημιουργήθηκε και γύρω από το συμβολικό ζήτημα της προσφώνησης του βασικού ομιλητή. Το συμβάν δεν επισημάνθηκε μόνο από τον εχθρικό Τύπο αλλά, με ιδιαίτερα θετική έμφαση, κι από το όργανο του ΚΚΕ:

«Ο κ. Γληνός επιχειρεί να εξηγήσει πως η διάλεξη που οργάνωσε ο “Εκπαιδευτικός Ομιλος” δεν έχει πολιτική σημασία, αλλά έχει απλώς διαφωτιστικό σκοπό πάνω στο μεγάλο ζήτημα της Σοβιετικής Ενωσης.
Η δήλωση αυτή του κ. Γληνού γίνεται ψυχρότατα δεκτή και όταν, μιλώντας για τον Ιστράτι, λέγει με τη συνηθισμένη αστική φρασεολογία ο “κύριος” Ιστράτι, μια μυριόστομη κραυγή των συγκεντρωμένων προλεταρίων τον διακόπτει:
– Ο σύντροφος Ιστράτι! Ο σύντροφος!
Είναι η κραυγή αυτή τόσο επιβλητική, που ο κ. Γληνός αναγκάζεται του λοιπού να λέγει, όχι φυσικά ο σύντροφος Ιστράτι, μια που ο ίδιος δεν είνε ικανός να καταλάβει το νόημα της λέξης αυτής, αλλά απλώς ο Ιστράτι»
(«Ριζοσπάστης» 12/1).

 Τη μετάφραση της ομιλίας του Ιστράτι από τα γαλλικά έκανε ο νεαρός τότε φοιτητής Παντελής Πρεβελάκης. Από την ένταση μάλιστα των στιγμών, παραλίγο να υποστεί σοβαρό ατύχημα.

«Ξαφνικά εξαφανίστηκε από μπροστά από τα έκπληκτα μάτια μας. Είχε πέσει μέσ’ στην τρύπα του υποβολέα», θυμάται η Παρτσαλίδου. «Αφού τον βγάλανε σώο και αβλαβή, άρχισε η ομιλία».

«Ασφαλώς κάποιο κοντινό σανίδι είχε υποχωρήσει», εκτιμά επ’ αυτού στις δικές του αναμνήσεις ο Κριαράς.

 Στις ομιλίες τους, Καζαντζάκης και Ιστράτι ζωγράφισαν τη Σοβιετική Ενωση με χρώματα θετικά και ενίοτε υμνητικά, αν και όχι πάντα ειδυλλιακά· προσεκτικότερα (και ιδεαλιστικότερα) ο πρώτος, κατηγορηματικότερα (και πρακτικότερα) ο δεύτερος.

Για ένα μεγάλο μέρος του κοινού, αυτές οι αποχρώσεις δεν είχαν ωστόσο την παραμικρή σημασία: μόλις από τα χείλη του Καζαντζάκη ακούστηκε το όνομα του Λένιν, καμαρώνει ο «Ριζοσπάστης» της επομένης, «όλη η αίθουσα σηκώνεται όρθια ζητωκραυγάζοντας, χειροκροτεί. Καπέλα πετούνε στον αέρα κι από μιαν άκρη στην άλλη βλέπει κανείς ανθρώπους με φλογισμένα μάτια και χαρούμενο πρόσωπο, να ’χουν πάρει κάτι από την ηρωική ορμή του μεγάλου στρατηγού της παγκόσμιας επανάστασης».

Δεν συναρπάστηκαν όμως μόνο οργανωμένοι κομμουνιστές: «Τον άκουγα σαν υπνωτισμένος», σημειώνει για τον Ιστράτι ο Πανσέληνος. «Φρίκη, αγανάκτηση και χαρά, γενόταν όλα μέσα μου ένας λυγμός και στεκόταν στο λαρύγγι μου κόμπος. Κι ένιωσα τότε πως πέρα από τα βιβλία του Μαρξ και του Ενγκελς, αυτό που συντάραζε από καιρό τη συνείδησή μου ήταν αυτή η ίδια η Οχτωβριανή Επανάσταση».

 Η διάλεξη τελείωσε με τη «Διεθνή» και συνθήματα: «Ζήτω η προλεταριακή μας πατρίδα! Ζήτω η παγκόσμια επανάσταση!». Η έξοδος του πλήθους μετατράπηκε σε διαδήλωση, που έσπασε τον αστυνομικό κλοιό και διαλύθηκε στα Χαυτεία.

 Ακολούθησε, τις επόμενες μέρες, επίσκεψη των δύο συγγραφέων στο «Σωτηρία», το νοσοκομείο όπου αργοπέθαιναν σε άθλιες συνθήκες οι φυματικοί της πρωτεύουσας, και δημοσίευση των εντυπώσεων του Ιστράτι στον «Ριζοσπάστη» (16/1): «Δεν ντρεπόσαστε να δείχνετε ξεδιάντροπα στα μάτια ενός ξένου τα πλούτη σας, τα ασημικά σας, τα πολυτελή σας διαμερίσματα, όταν ξέρετε ότι στην πόρτα της Αθήνας υπάρχει αυτή η τρομερή “Σωτηρία”; Δεν έχεις σταλαματιά ντροπή, ω Αθήνα των εκατομμυριούχων;».

Οι αντιδράσεις

Αντιδραστική γελοιογραφία των ημερών, για τη συμπόρευση Παπαναστασίου - Ιστράτι

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Για τους εθνικόφρονες της εποχής, το ποτήρι δεν είχε απλώς ξεχειλίσει. Η υπερχείλισή του πρόσφερε επιπλέον την ευκαιρία για ολομέτωπη επίθεση στα υπολείμματα του μεταρρυθμιστικού μπλοκ, σε μια συγκυρία που αυτό είχε ήδη πληγωθεί από τη συγκατοίκηση των πολιτικών του εκπροσώπων με τους φορείς της πιο ακραίας (και διεφθαρμένης) αντίδρασης.

Στο στόχαστρο μπήκαν οι πάντες: από τον σοσιαλδημοτικιστή Γληνό, μέχρι τον φιλελεύθερο εκσυγχρονιστή Παπαναστασίου.

«Ο Παναΐτ Ιστράτι, ο πλανόδιος αυτός υμνητής της ερυθράς τρομοκρατίας, ήρπασε χθες μίαν άκραν της λεοντής, υπό την οποίαν εκρύπτοντο οι αγύρται μισθοφόροι της Μόσχας και τους απεκάλυψεν», ξεσπαθώνει χαρακτηριστικά το κύριο άρθρο του «Εμπρός», την επομένη της διάλεξης. «Αι χθεσιναί σκηναί της “Αλάμπρας”, σκηναί οργιώδους ψυχικής πωρώσεως, θα παραμείνουν οι αψευδείς μάρτυρες των σκοτεινών ελατηρίων άτινα από δεκαετίας και πλέον κινούν τους δήθεν αναμορφωτάς εις το μυσαρόν έργον των. Ο,τι ήρχισεν προ πολλών ετών εις τον Βόλον με τον Δελμούζον κηρύσσοντα την αθεΐαν, συνεπληρώθη χθες εις την “Αλάμπραν” με τον Γληνόν και τον Καζαντζάκην ψάλλοντας την τρίτη [sic] Διεθνή ομού μετά του γαλλορουμάνου αλήτου».

Ακόμη και το «Ελεύθερο Βήμα» του Λαμπράκη, που είχε υποθάλψει τον Ιστράτι, καταγγέλλεται στο πλαίσιο αυτής της καμπάνιας ως «κομμουνιστικόν» («Ελληνική» 12/1) και «αναρχικόν» («Πολιτεία» 13/1).

Τα πρωτεία της καταδίκης του «πράκτορα της Μόσχας» και των εγχώριων οπαδών του διεκδίκησε πάντως δημόσια, από τις στήλες της «Ελληνικής» (13/1), ο Μιχαήλ Παπαστρατηγάκης – διευθυντής, επί Κατοχής, της ακραιφνώς χιτλερικής «Νέας Ευρώπης».

Οι επαφές του υπουργού Γεωργίας με τον Ιστράτι, πραγματικές και φανταστικές, θα συζητηθούν πάλι στη Βουλή (30/3) ύστερα από κοινή επερώτηση μεταξικού κυβερνητικού βουλευτή και του αντιπολιτευόμενου Γεωργίου Μερκούρη.

Η σχετική στιχομυθία Μερκούρη, Παπαναστασίου και Σεραφείμ Μάξιμου (ΚΚΕ), που κατέγραψε το «Εμπρός» (31/3), είναι άκρως διαφωτιστική:

Μερκούρης: «Εγράφη ότι ο Ιστράτι εκλήθη και επήρε τσάι εις την οικίαν του κ. υπουργού της Γεωργίας».
Παπαναστασίου: «Αυτό είναι ακριβές. Αλλ’ ουδείς θα μου απαγορεύση μίαν κοινωνικήν υποχρέωσιν».
Μερκούρης: «Αφού είναι ακριβές, τότε έχομεν δίκαιον ημείς οι λέγοντες ότι η Κυβέρνησις παραπαίει εν τη υποθέσει του κομμουνισμού. [...] Υπό τα όμματα εξ άλλου των αρχών υπάρχει η λεγομένη “Λενινιστική Σχολή”».
Μάξιμος: «Γνωρίζετε αν υπάρχει και φασιστική σχολή;»
Μερκούρης: «Οχι και θα χαρώ αν υπάρχη τοιαύτη, η οποία θα προστατεύση την αστικήν τάξιν».

Λόγια του αέρα; Οχι ακριβώς. Το 1933 ο Μερκούρης θα ιδρύσει το Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα Ελλάδος και στην Κατοχή θα χρηματίσει διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, μέχρι τον θάνατό του το 1943.

Η δίωξη

Στο μεσοδιάστημα, πάντως, την προστασία της αστικής τάξης ανέλαβαν οι εντεταλμένες αρχές.

 Την επομένη της διάλεξης, ο εισαγγελέας Γ. Κιουρτσάκης ζητά από την Ασφάλεια έκθεση για τα γεγονότα. Υποβάλλεται αυθημερόν κι αμέσως εισαγγελέας και ανακριτής αποφασίζουν τη δίωξη των Καζαντζάκη-Ιστράτι-Γληνού «επί διαταράξει της ειρήνης των πολιτών και εξυβρίσει της καθεστηκυίας Αρχής» («Εστία» 12/1).

 Στις 18/1, Καζαντζάκης και Ιστράτι καταθέτουν μαχητικό απολογητικό υπόμνημα: «Το να μας καταδιώξετε διά τας αρχάς, τας οποίας εκπροσωπούμεν, είνε δικαίωμα και καθήκον υμών επιτακτικόν. Το να μας αποδίδετε όμως ιδιότητας μισθάρνων οργάνων της Γ' Διεθνούς, τούτο αποτελεί καθαράν συκοφαντίαν, την οποίαν αποκρούομεν μετ’ αγανακτήσεως, διότι ουδεμία μεταξύ ημών και της Μόσχας υπάρχει σχέσις, πλην της πνευματικής. [...] Μολονότι είμεθα ορθόδοξοι Μαρξισταί και πιστεύομεν απόλυτα εις την Μαρξιστικήν αρχήν της πάλης των τάξεων, δεν ανήκομεν εν τούτοις δυστυχώς εισέτι εις το επίσημον Κομμουνιστικόν Κόμμα. Είμεθα απλώς διανοούμενοι επαναστάτες, ανθρωπισταί κήρυκες και εργάται διά την δημιουργίαν μιας καλλιτέρας αύριον. [...] Πράγματι θέλομεν να ανατρέψωμεν την τάξιν την κοινωνικήν την κρατούσαν, που κατά τας πεποιθήσεις μας δεν είνε τίποτε άλλο παρά η τυραννία και η εκμετάλλευσις των αδυνάτων από τους ισχυρούς».

Με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα αφήνονται προσωρινά ελεύθεροι («Εμπρός» 19/1).

 Στις 3/2 εκδίδεται παραπεμπτικό βούλευμα σε βάρος των τριών, με την κατηγορία πως «ηρέθισαν τους πολίτας εις διχόνοιαν και αμοιβαίαν καταφρόνησιν και εχθροπάθειαν, τουτέστιν εξύμνησαν το εν Ρωσσία Σοβιετικόν πολιτικοκοινωνικόν καθεστώς ως τοιούτον ισότητος, δικαιοσύνης και ελευθερίας και εκαυτηρίασαν δριμέως το κρατούν κοινωνικόν σύστημα ως τοιούτον τρομοκρατίας και αδικίας, καταπιέζον τους εργάτας» («Εμπρός» 4/2).

Στην εισαγγελική πρόταση στοχοποιείται πρωτίστως ο Γληνός, ως «ο κύριος δημιουργός και παράγων της προκειμένης υποθέσεως»· διατυπώνεται μάλιστα ο ισχυρισμός ότι «τοιαύτη υπήρξεν ανέκαθεν η αποστολή και πολιτεία» του, ως «κυρίου εργάτου της διχοστασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών λειτουργών».

Την ίδια μέρα, σε επιστολή του προς τον Πρεβελάκη από την Αίγινα, ο Καζαντζάκης αποστασιοποιείται ρητά από την υπόθεση: «Πόσο επιπόλαιος, όξω από τη φύση μου, ο θόρυβος της Αθήνας, η “Σωτηρία” κι οι ανακριτές κι οι κομμουνιστικές ψευτοπαλικαροσύνες!».

 Στις 23/2 ο Ιστράτι αναχωρεί για την Οδησσό και η δίκη διαχωρίζεται για τους Καζαντζάκη-Γληνό. Στις 3/4 αναβάλλεται και την επομένη δημοσιεύεται το νομοσχέδιο για την ποινικοποίηση της κομμουνιστικής προπαγάνδας και δράσης («Ιδιώνυμο»). Στις 19/4 ο Καζαντζάκης αναχωρεί, με τη σειρά του, για την ΕΣΣΔ.

 Η δίκη θα διεξαχθεί τελικά την 1η Ιουνίου, με μοναδικό κατηγορούμενο τον Γληνό. Το αρχείο του τελευταίου πιστοποιεί την απροθυμία πολλών συνοδοιπόρων του να καταθέσουν διά ζώσης στο ακροατήριο· ως βασικός μάρτυρας υπεράσπισης, καταλυτικός για την τελική ετυμηγορία, προσήλθε ωστόσο ο πρώην υπουργός Παπαναστασίου.

Μάταια ο εισαγγελέας Κιουρτσάκης, ο ίδιος που εισηγήθηκε και αποφάσισε τη δίωξη, διακήρυξε στην αγόρευσή του πως «η χειρ η αδυσώπητος του Νόμου είναι η χειρ του λευκού Ελληνικού πολιτισμού» («Εσπερινή» 2/6).

Μετά από πολύωρη διαδικασία το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο, αποδεχόμενο τον ισχυρισμό του πως η επίμαχη διάλεξη είχε χαρακτήρα ενημερωτικό και προάσπισης της ελευθερίας του λόγου, απέναντι στη συκοφαντικά λογοκριτική καμπάνια «μερίδος του Τύπου».

Τα μεθεόρτια

Στην ΕΣΣΔ ο Καζαντζάκης παρέμεινε έναν ολόκληρο χρόνο· εμπειρία για την οποία ελάχιστα πράγματα δημοσίευσε, σε αντίθεση με τις προηγούμενες σύντομες επισκέψεις του.

Ο Ιστράτι, πάλι, απογοητεύτηκε πλήρως από το καθεστώς μέσα στο 1928. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε σ’ αυτό η προσωπική του σχέση με τον τροτσκιστή Βίκτορ Σερζ, που του γνώρισε αθέατες όψεις της σοβιετικής πραγματικότητας. Το ίδιο και η συνάντησή του με τον πάλαι ποτέ πρεσβευτή της ΕΣΣΔ στο Παρίσι, Κριστιάν Ρακόφσκι, εξόριστο πλέον στο Αστραχάν.

Ακολούθησε η διάρρηξη της φιλίας των δύο ανδρών: «Ο Κρητικός καταλαβαίνει τα πάντα και τ’ ανέχεται», σημειώνει πικρά ο Ιστράτι στο βιβλίο που εξέδωσε μετά την επιστροφή του στη Γαλλία.

Ετσι κι αλλιώς, τα γραπτά του συντρόφου του, δημόσια και ιδιωτικά, απέπνεαν πολύ διαφορετικές ευαισθησίες.

Ο «εμπαιγμός» του 1821

Αθήνα 1927. Η επιτυχία του σοβιετικού κινηματογράφου τρόμαζε τους εθνικόφρονες όσο και ο έντυπος ιστορικός υλισμός

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε ως κύριο άρθρο στο «Εμπρός» (13/1/1928) με αφορμή την υπόθεση Καζαντζάκη-Ιστράτι. Υπογράφεται από τον νεαρό -τότε- δημοσιογράφο Απόστολο Δασκαλάκη, έναν άνθρωπο που τις επόμενες δεκαετίες αναδείχτηκε σε κομβικό εκπρόσωπο του βαθέος κράτους στη διατομή ακαδημαϊκής και δημόσιας ιστορίας –με καθοριστικό ορόσημο την επιλογή του, επί Μεταξά, ως καθηγητή Ιστορίας της Φιλοσοφικής Αθηνών.

Το 1928 ο Δασκαλάκης μόλις είχε εκδώσει στο Παρίσι ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Τα αίτια και οι παράγοντες της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821» και διακηρυγμένο στόχο την απόκρουση του ιστορικού υλισμού. Κεντρική του ιδέα, διατυπωμένη στην πρώτη κιόλας παράγραφο: το 1821 δεν υπήρξε «ούτε κοινωνικόν κίνημα, ως η μεγάλη Γαλλική επανάστασις, ούτε κίνημα ανεξαρτησίας, ως αι των Αμερικανικών κρατών, αλλά καθαρώς και αμιγώς φυλετικόν κίνημα» (σ. 5).

Αντίπαλο δέος, που σκιαγραφείται διαρκώς στις σελίδες του δίχως να κατονομάζεται ρητά, ήταν το πρόσφατο παρθενικό βιβλίο του Κορδάτου για το ίδιο ζήτημα· έργο ρηξικέλευθο που πυροδότησε σφοδρές αντιδράσεις της ντόπιας συντήρησης, στο πλαίσιο των οποίων εγγράφονται ευκρινώς και τα διαβήματα του Δασκαλάκη.

Εμμέσως πλην σαφώς, ο τελευταίος θέτει με το άρθρο του υποψηφιότητα διαχειριστή της εθνικόφρονος επίθεσης κατά του εσωτερικού εχθρού, παραποιώντας χονδροειδώς τα χαρακτηριστικά και την επιχειρηματολογία του τελευταίου και διεκτραγωδώντας τη σχετική κρατική «ανεπάρκεια».

Η προσπάθειά του έπιασε τελικά τόπο. Εστω κι αν η επίδραση του έργου του στην ελληνική πνευματική ζωή ωχριά καταφανώς μπροστά στη συμβολή του «αγύρτη» Κορδάτου και του «εντολοδόχου της Μόσχας» Καζαντζάκη.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΔΙΑΚΩΜΩΔΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΒΙΕΤ
Το έργον ανέλαβον οι κ.κ. Καζαντζάκης και Ιστράτι;

Επληροφορήθημεν κατά τρόπον μη επιδεχόμενον αμφιβολίαν, ότι πρωτοβουλία και δαπάναις της σοσιαλιστικής σοβιετικής δημοκρατίας της Ρωσσίας ετοιμάζεται κινηματογραφική ταινία αναπαριστώσα διάφορα γεγονότα της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 με τον τίτλον «Φιλική Εταιρεία». Δεν γνωρίζομεν ακόμη ποίων γεγονότων της ελληνικής αναγεννήσεως θα γίνη επιλογή και ποίων ιστορικών πηγών θα γίνη χρήσις προς αληθή αναπαράστασιν. Αλλά το γεγονός ότι τα Σοβιέτ ενδιεφέρθησαν διά την Ελληνικήν επανάστασιν και ανέλαβον να πληρώσουν τα έξοδα της κινηματογραφήσεώς της μάς φωτίζει αρκούντως περί του τρόπου, του ποιού και του σκοπού του έργου. Βεβαίως δεν πρόκειται να ίδωμεν τον Ρήγαν κηρύσσοντα την ελευθερίαν του Εθνους μας και στραγγαλιζόμενον χάριν αυτής, δεν θα ίδωμεν τον Διάκον εις την σούβλαν ούτε το Μεσολόγγι να τινάσσεται εις τον αέρα, ενώ ο Σολωμός εις την απέναντι ακτήν έγραφε τον ύμνον της ελευθερίας και τους ελευθέρους πολιορκημένους. Δεν θα ίδωμεν τους πάππους μας να υψώνουν τον σταυρόν ως σύμβολον της αναγεννήσεως και να ορκίζονται «ελευθερία ή θάνατος». Είναι άλλωστε γνωστή η «τεζ» του κομμουνισμού περί της Ελληνικής επαναστάσεως καθώς και οι σκοποί διά τους οποίους ενδιαφέρεται, ώστε να μη μένη ουδεμία αμφιβολία περί της ευσυνειδησίας της σκηνοθεσίας και της κινηματογραφήσεως και περί του τι ετοιμάζουν να μας ξεφουρνίσουν τα Σοβιέτ.
    Εχομεν σήμερον το προηγούμενον, ότι εχρησιμοποίησαν διαφόρους αφανείς αγύρτας προς εξήγησιν ιστορικών γεγονότων τα οποία και αυτά καθ’ εαυτά αγνοούν, στερούνται δε και της στοιχειώδους προπαιδεύσεως προς ανάπτυξιν τοιούτων ζητημάτων. Με μόνον προσόν την προμελετημένην κακοπιστίαν και την αναίδειαν της άνευ ορίων ψευδολογίας, επαραποίησαν και διέστρεψαν απολύτως εξηλεγμένα γεγονότα, ίνα καταλήξουν εις το ποθητόν συμπέρασμα ότι η Ελληνική επανάστασις δεν υπήρξε το απελευθερωτικόν κίνημα της Ελληνικής φυλής, αλλ’ υστερόβουλος ενέργεια των ολίγων Ελλήνων πλουσίων προς εξασφάλισιν του πλούτου των. Ηδη ότε τα επί πληρωμή αυτά ψευδολογήματα απεκηρύχθησαν με αγανάκτησιν από όλον τον κόσμον των διανοουμένων και των ειδικών, ότε εις μάτην ηγοράσθησαν κατά εκατοντάδας ή εις χιλιάδας από τα κομμουνιστικά κέντρα και διενεμήθησαν δωρεάν, τα Σοβιέτ εσκέφθησαν να χύσουν αποτελεσματικώτερον το δηλητήριον της αμφιβολίας επί των εθνικών συναισθημάτων του Ελληνικού λαού, διά της ζωντανής εμφανίσεως από της κινηματογραφικής οθόνης διαστρεβλωμένων γεγονότων και φανταστικών συκοφαντικών σκηνοθετημάτων.
    Δεν γνωρίζομεν αν υπάρχει γωνία της ελληνικής γης, της οποίας οι κάτοικοι πρόκειται ν’ ανεχθούν να ληφθή τοιαύτη ταινία και δεν θα σπάσουν το κινηματογραφικόν μηχάνημα εις την κεφαλήν σκηνοθετών, μηχανικών και ηθοποιών. Δεν είνε όμως παράδοξον να ληφθή η ταινία «εκ του φυσικού» έξω της Ελλάδος. Δεν γνωρίζομεν αν θα ευρεθούν Ελληνες θεαταί ικανοί να ανεχθούν την εκτύλιξιν προ των οφθαλμών των τοιούτου τερατουργήματος καθυβρίζοντος την εθνικήν των τιμήν. Θα είμεθα περίεργοι επίσης να μάθωμεν αν το Ελληνικόν κράτος δεν θα προβή εις διπλωματικά διαβήματα (όπως συνέβη πολλάκις εις άλλα κράτη διά παρομοίας περιπτώσεις) όπως παρεμποδισθή η προβολή εν τω εξωτερικώ ταινίας ήτις θα διακωμωδή τα ελληνικά ιδεώδη και θα αγωνίζεται να κλονίση αυτήν την ηθικήν βάσιν της κρατικής υποστάσεως του νεωτέρου Ελληνισμού. Ολα ημπορεί να τα περιμένη κανείς εις τον τόπον αυτόν όπου ιστοριοδίφαι όπως ο Σάθας, ο Ζερλέντης κ.λπ. απέθανον πεινώντες, όπου οι διανοούμενοι αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της ζωής και συντρίβουν μέσα εις αυτό κάθε ηθικήν ορμήν. Εις τον τόπον όπου, καθ’ ον χρόνον όλοι οι λαοί εξυψώνουν και εξιδανικεύουν τους εθνικούς των ήρωας διά κινηματογραφικής αναπαραστάσεως γεγονότων της ιστορίας των τη πρωτοβουλία και ενισχύσει του κράτους, αυτός στερείται παντός έργου σχετικού με το βασικόν της νεωτέρας ιστορίας του γεγονός, γεγονός εις το οποίον οι ηρωισμοί, αι μεγάλαι ηθικαί πράξεις και αι μεγάλαι θυσίαι δύνανται να εμπνεύσουν μεγάλας κινηματογραφικάς επιτυχίας.
    Εκείνο όμως το οποίον μας εκπλήσσει είνε η πληροφορία ότι την εντολήν υπό των Σοβιέτ προς συγγραφήν και σκηνοθεσίαν του εν λόγω υλιστικού περί Ελληνικής επαναστάσεως έργου ανέλαβον οι άρτι εκ Ρωσσίας επανακάμψαντες κ.κ. Καζαντζάκης και Ιστράτι. Δεν είμεθα ακόμη εις θέσιν να διαβεβαιώσωμεν αν η πληροφορία αύτη είνε αληθής. Και οι δύο άλλωστε ούτοι οι συνεργαζόμενοι κομμουνισταί λόγιοι ευρίσκονται την στιγμήν αυτήν εν Αθήναις, εκτελούντες επιτυχώς τας κοινάς εντολάς τας οποίας έλαβον εκ Μόσχας και δεν φανταζόμεθα να διστάσουν εις επιβεβαίωσιν του γεγονότος, το οποίον άλλωστε αργά ή γρήγορα θα γνωσθή. Εν τη τελευταία δε περιπτώσει θα είχομεν ν’ αποτείνωμεν εις αυτούς ωρισμένα ερωτήματα, τα οποία ίσως προσθέσουν κάτι εις την ιστορικήν και φιλολογικήν των ειδικότητα και τους διευκολύνουν εις την ενσυνειδητοτέραν εκτέλεσιν της εντολής των.

ΑΠ. Β. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

 

 Διαβάστε
 
► Νίκος Καζαντζάκης, «Μια μεγάλη δημοσιογραφική αποστολή εις Ρωσσίαν» (εφ. Ελεύθερος Λόγος, 20/11-27/12/1925). Το πρώτο ρεπορτάζ του διάσημου συγγραφέα από τη δημοσιογραφική επίσκεψή του στην ΕΣΣΔ.
 
► Νίκος Καζαντζάκης, «Εντυπώσεις από την Σοβιετικήν Ρωσσίαν» (εφ. Η Πρωία, 8-14/1/1928). Το δεύτερο ρεπορτάζ του, ως επίσημου προσκεκλημένου πλέον της σοβιετικής κυβέρνησης.
 
► Νίκος Καζαντζάκης, Τι είδα στη Ρουσία (από τα ταξίδια μου) (τ. Α' και Β'-Γ', Αθήνα [1928], εκδ. Στοχαστής). Αναλυτικότερη σύνθεση των παραπάνω, στο μεταίχμιο μεταξύ λογοτεχνίας και δημοσιογραφικής ανάλυσης. Εργο αναφοράς για το πολιτικοποιημένο κοινό του Μεσοπολέμου –και απείρως πιο ενδιαφέρον από την αποψιλωμένη εκδοχή του που κυκλοφόρησε μεταπολεμικά με ελαφρά παραλλαγμένο τίτλο (Ταξιδεύοντας - Ρουσία).
 
► Παναΐτ Ιστράτι, Προς την άλλη φλόγα (Αθήνα 1992, εκδ. Δωρικός). Η αφήγηση του Ιστράτι για τα ταξίδια του στην ΕΣΣΔ, την απογοήτευσή του από το σοβιετικό καθεστώς και τη συνακόλουθη ρήξη του με τον Καζαντζάκη. Ολιγοσέλιδη αναφορά στα γεγονότα της Αθήνας.
 
 Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη (Αθήνα 1965, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη). Διαφωτιστικό για τις πολιτικές διαθέσεις του Καζαντζάκη το 1928 και τα μεθεόρτια της επίμαχης διάλεξης.
 
► Ελλη Αλεξίου, Για να γίνει μεγάλος (Αθήνα 1966, εκδ. Δωρικός). Βιογραφία του Καζαντζάκη από την πάλαι ποτέ κουνιάδα του. Μεταξύ άλλων, παραθέτει το πλήρες κείμενο της ομιλίας του στο «Αλάμπρα».
 
► Αύρα Παρτσαλίδου, Αναμνήσεις από την ΟΚΝΕ (Αθήνα 1976, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Νεανικά απομνημονεύματα ενός γυναικείου ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ. Εξαιρετικά γλαφυρή αφήγηση της επεισοδιακής διάλεξης του Ιστράτι.
 
► Εμμανουήλ Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα (Αθήνα 2009, εκδ. Οι Φίλοι του Περιοδικού «Αντί»). Αυτοβιογραφία του δημοτικιστή πανεπιστημιακού. Συνοπτική αλλά εύστοχη περιγραφή του ίδιου γεγονότος από τη σκοπιά ενός προοδευτικού φοιτητή.
 
► Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε (Αθήνα 1975, εκδ. Κέδρος). Απομνημονεύματα ενός ανένταχτου αριστερού της εποχής. Εντονα προσωπική αναφορά στην ίδια διάλεξη.
 
► Τάσος Κωστόπουλος, «Η πρώτη σταδιοδρομία της ελληνικής σοβιετολογίας» (περ. Τα Ιστορικά, 66 [10.2017], σ. 113-44). Ανατομία του αντικομμουνιστικού λόγου της δεκαετίας του 1920 για την ΕΣΣΔ.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η σύντομη ζωή της Λαϊκής Ενότητας
Μια περίπτωση όπως η βραχύβια κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή, την 42η επέτειο από την αιματηρή ανατροπή της οποίας «γιόρτασαν» χθες με τον τρόπο τους οι πολίτες της μακρινής αυτής χώρας, αποδεικνύεται...
Η σύντομη ζωή της Λαϊκής Ενότητας
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο στρατός μας που πήγε στην Κριμαία
Η επανάσταση των Μπολσεβίκων με τα μάτια των ενστόλων Ελλήνων. Ο λόγος για τους 23.351 στρατιώτες και αξιωματικούς του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος που στάλθηκε στις αρχές του 1919 στην Οδησσό και την...
Ο στρατός μας που πήγε στην Κριμαία
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
Η 6η Απριλίου είναι μια αδικημένη ημερομηνία του εθνικού εορτολογίου. το ξέσπασμα του ελληνογερμανικού πολέμου συνδέεται αναπόδραστα με τραυματικές μνήμες. Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την παραγκωνισμένη...
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από τα βάθη του Σουργκούτ...
Tο άρθρο που ακολουθεί έχει στόχο την ευσύνοπτη παρουσίαση δύο φακέλων από τα πρώην σοβιετικά (νυν ρωσικά) κρατικά αρχεία: του Νίκου Ζαχαριάδη, γενικού γραμματέα του ΚΚΕ από το 1931 ώς το 1956, και του...
Από τα βάθη του Σουργκούτ...
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ντούτσε, ο γίγαντας!
Παραμονές της 28ης Οκτωβρίου, δεν θ’ ασχοληθούμε με το έπος της Αλβανίας, αλλά με όσα ακολούθησαν. Αντί για το πασίγνωστο «κορόιδο Μουσολίνι», την προσοχή μας θ’ αποσπάσει η εξύμνηση του Ιταλού δικτάτορα τα...
Ντούτσε, ο γίγαντας!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
«Ετσι θα εποικίσουμε τη Μικρασία»
Tο ντοκουμέντο που δημοσιεύουμε σήμερα είναι μια πολυσέλιδη έκθεση του Νίκου Καζαντζάκη προς τον προϊστάμενό του υπουργό. Αντικείμενό της ήταν θεωρητικά μεν η οργάνωση της παλιννόστησης των Ελλήνων προσφύγων...
«Ετσι θα εποικίσουμε τη Μικρασία»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας