ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Κωστόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μεσημέρι της 13ης Νοεμβρίου 1987, ένα πανελλαδικό συλλαλητήριο 20.000 φοιτητών και σπουδαστών συγκρούστηκε μετωπικά, για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, με τα ΜΑΤ επί της οδού Σταδίου, στο ύψος της Κολοκοτρώνη.

Η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου είχε απαγορεύσει τη συνέχιση της πορείας προς το Σύνταγμα, με πρόσχημα την προστασία του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου που επισκεπτόταν τότε την Αθήνα· απαγόρευση που από τους διαδηλωτές έγινε ωστόσο αντιληπτή όχι μόνο ως επίδειξη αυταρχισμού, αλλά και ως απόπειρα πυροδότησης ενός «εμφυλίου» μεταξύ μετριοπαθέστερων και πιο ριζοσπαστικών συνιστωσών του κινήματος, όπως ακριβώς είχε συμβεί με τις καταλήψεις του 1979.

Αντί να αναδιπλωθούν, οι διαδηλωτές προτίμησαν ωστόσο να σηκώσουν το γάντι. Με την ιαχή «μόρφωση-δουλειά-ανεξαρτησία, εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία», η κεφαλή της πορείας διαπέρασε με τον όγκο της (και γυμνά χέρια) τον πυκνό αστυνομικό κλοιό, για να βρεθεί αμέσως μετά αντιμέτωπη με τα ΜΑΤ και να ξυλοκοπηθεί αλύπητα επί δυο ατέλειωτα λεπτά, ενώ βολές δακρυγόνων απωθούσαν τους (εξίσου απροετοίμαστους γι’ αυτά) σπουδαστές που ακολουθούσαν.

Σκηνές καθόλου ασυνήθιστες βέβαια τις επόμενες δεκαετίες, πρωτόγνωρες όμως για τα χρόνια της πασοκικής «Αλλαγής», που μεταξύ άλλων είχε επαγγελθεί και την ολοσχερή κατάργηση των ΜΑΤ. Σε αντίθεση με τις τηλεοπτικές συνήθειες της εποχής, η κρατική ΕΡΤ αναμετέδωσε πάντως καταλεπτώς τις σκηνές του μακελειού – ως προειδοποιητικό, μάλλον, μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. Παρά τη θεαματική αυτή κορύφωσή του, το φοιτητικό κίνημα του 1987 παραμένει ιστοριογραφικά ο φτωχός συγγενής εκείνων του 1979 και του 1990-91, καθώς είναι δύσκολο να χωρέσει στο κυρίαρχο ερμηνευτικό σχήμα μιας νικηφόρας μαζικής αντίστασης σε κάποια αντιδημοφιλή μεταρρύθμιση.

«Οι φοιτητές νοιάζονται μόνο για το παχύ τους έντερο» Αντώνης Τρίτσης (υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων), 8/11/1987

Συλλογική έκφραση της ρήξης μιας μεγάλης μερίδας της «γενιάς της Αλλαγής» (των φοιτητών, δηλαδή, που μπήκαν στα ΑΕΙ μεταξύ 1981 και 1985) με τη νέα τροπή σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης που εγκαινίασαν τα μέτρα λιτότητας του 1985, αλλά και της λανθάνουσας ή υπόγειας αμφισβήτησης των κομμάτων της Αριστεράς από τις δικές τους Νεολαίες, η φοιτητική εκείνη έκρηξη πυροδοτήθηκε από μια πανσπερμία αιτίων κι αφορμών, με κοινή συνισταμένη τη διάψευση των προσδοκιών που είχαν επενδυθεί στην πολιτική αλλαγή του 1981. Η πολυδιάσπαση του κινήματος σε επιμέρους μέτωπα καθιστά έτσι αρκετά δύσκολο έναν συνολικό απολογισμό της έκβασής του· περισσότερο πρέπει να ιδωθεί ως πολιτισμικό γεγονός με πολιτικές διαστάσεις, αλλά και ως η κατεξοχήν στιγμή μετάβασης από το μεταπολιτευτικό φοιτητικό κίνημα σε εκείνα της εικοσαετίας 1990-2010.

Κρίση της «Αλλαγής»

Το φθινόπωρο του 1987 ΑΕΙ και ΤΕΙ βιώνουν τις συνέπειες της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής που επιβλήθηκε δύο χρόνια νωρίτερα, κάτω από την απειλή προσφυγής στο ΔΝΤ.

Ζητήματα όπως η εκτόξευση του κόστους της φοιτητικής στέγης -ιδίως στην επαρχία- αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες μείωσης των λαϊκών εισοδημάτων, ενώ οι περικοπές των κονδυλίων του ΥΠΕΠΘ προκαλούν τη δυσλειτουργία ακόμη και κεντρικών ιδρυμάτων: το Χημικό της Αθήνας αδυνατεί λ.χ. να παράσχει εργαστήρια για όλους τους φοιτητές, με αποτέλεσμα τη μελέτη ακόμη και διπλασιασμού του ελάχιστου χρόνου σπουδών.

Το κλίμα επιδείνωσε ακόμη περισσότερο μια υπουργική απόφαση για δωρεάν διανομή των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων μόνο μέχρι τον Ιούνιο του 1988 κι ένα στρατολογικό νομοσχέδιο που περιέκοπτε δραστικά τις αναβολές λόγω σπουδών.

Δίπλα στην ασφυκτική λιτότητα του Δημοσίου, πολλαπλασιάζονταν τα προπλάσματα ιδιωτικών ΑΕΙ (με τη μορφή είτε ιδιωτικών «κολεγίων» είτε «παραρτημάτων» κάποιων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων).

Ορατή ήταν επίσης η διαμόρφωση μιας δημόσιας ανώτατης παιδείας πολλών ταχυτήτων, με σχέδια ιδιωτικής ή ευρωπαϊκής χρηματοδότησης όσων σχολών υπόσχονταν σχετικά αναβαθμισμένες θέσεις στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας.

Επενδυμένο με το ιδεολόγημα της «αναβάθμισης» των σπουδών, που μετέθετε την ευθύνη για την ανεργία από τις δομές της ελληνικής οικονομίας στην υποτιθέμενη «επιστημονική ανεπάρκεια» φοιτητών και διδασκόντων, το εγχείρημα αυτό δεν έκρυβε τα αυταρχικά χαρακτηριστικά του, θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα την πάταξη των καταλοίπων του μεταπολιτευτικού φοιτητικού κινήματος.

Αιχμή του δόρατος θα αποτελέσει το κατέβασμα ενός εσωτερικού κανονισμού στο ΕΜΠ, με δρακόντειες κατασταλτικές διατάξεις που προέβλεπαν ακόμη και διαγραφές φοιτητών.

Το σκηνικό ολοκλήρωνε η παρουσία στην ηγεσία του ΥΠΕΠΘ μιας γραφικής και συνάμα κυκλοθυμικής φυσιογνωμίας, του Αντώνη Τρίτση, που συνδύαζε τις θεωρητικές αναφορές στα γκεβαρικά τριτοκοσμικά κινήματα με μια οπισθοδρομική προγονολατρία –και, κυρίως, έκανε ό,τι μπορούσε για να ρίξει λάδι στη φωτιά.

Στις 30/10 ο υπουργός δήλωσε λ.χ. στο Κ.Σ. της ΕΦΕΕ έτοιμος να διαδηλώσει μαζί του για περισσότερα κονδύλια· λίγες μέρες μετά, στην Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ (8/11), αποφάνθηκε περιφρονητικά πως «οι φοιτητές νοιάζονται μόνο για το παχύ τους έντερο».

Η απάντηση δεν άργησε να έρθει με τη μορφή ενός ακόμη φοιτητικού συνθήματος: «λιτότητα – ανεργία – καταστολή, το παχύ μας έντερο στένεψε πολύ!»

Τη φοιτητική έκρηξη διευκόλυνε επίσης η αποσύνθεση του «μπλοκ της αλλαγής», που κυριαρχούσε στον φοιτητικό συνδικαλισμό τα προηγούμενα χρόνια:

● Διάσπαση της κυβερνητικής ΠΑΣΠ και συγκρότηση αυτοτελούς παράταξης από τους διαγραφέντες (ΣΣΑΚ).

● Διάσπαση του ΚΚΕ Εσωτερικού και έλεγχος της φοιτητικής του παράταξης (Δημοκρατικός Αγώνας) από τη ριζοσπαστική πτέρυγα της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, με ταυτόχρονη περιθωριοποίηση της φιλοκυβερνητικής ΕΑΡ.

● Υπόγεια κρίση των σχέσεων της ΚΝΕ με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, που το 1989 θα καταλήξει στη διαγραφή ή αποχώρηση του συνόλου σχεδόν της Σπουδάζουσας με το Νέο Αριστερό Ρεύμα. Καθοριστική αποδείχθηκε ιδίως η απόφαση της 8ης συνόδου του Κ.Σ. της ΚΝΕ, τον Ιανουάριο του 1987, για «ενιαίο μέτωπο πάλης» με άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις νεολαίας, δίχως την (πρακτικά αδύνατη) προϋπόθεση πλήρους πολιτικής συμφωνίας. Στρατηγική που ο εμπνευστής της, ο πρόσφατα εκλιπών Θόδωρος Καραγιαννίδης, θα συνοψίσει στο σύνθημα: «Βαδίζουμε χώρια – χτυπάμε μαζί».

«Τέρμα πια στις εκτονώσεις»

Ενα πρώτο χαρακτηριστικό του «φθινοπώρου της οργής» ήταν η εξωστρέφεια κι η πολυμορφία των φοιτητικών κινητοποιήσεων: εκτός από τις κλασικές διαδηλώσεις μεταξύ Προπυλαίων και υπουργείου, το σχετικό ρεπερτόριο περιλαμβάνει επίσης κλεισίματα δρόμων, συμβολικές εισβολές σε ιδιωτικά κολέγια και παραρτήματα ξένων ΑΕΙ, καταλήψεις ξενοδοχείων με το αίτημα μετατροπής τους σε φοιτητικές εστίες –και, φυσικά, καταλήψεις σχολών με αποφάσεις γενικών συνελεύσεων, για πρώτη φορά σε τόσο μαζική κλίμακα μετά το 1979.

Η πιο πρωτότυπη ενέργεια προήλθε από τους φοιτητές και τις φοιτήτριες της Φιλοσοφικής, που το απόγευμα της 11ης Νοεμβρίου κατέλαβαν το πορνοσινεμά «Ριβολί», ιδιοκτησία του… Πανεπιστημίου, υπενθυμίζοντας την κακοδιαχείριση της πανεπιστημιακής περιουσίας και απαιτώντας τη μετατροπή του σε πολιτιστικό στέκι.

Εντυπωσιακή τροπή πήρε και η συμβολική πολιορκία του ΥΠΕΠΘ (7/12), όταν ο Τρίτσης αυτοανακηρύχθηκε «όμηρος» των φοιτητών και κάλεσε με διάγγελμά του τα πολιτικά κόμματα, τους πρυτάνεις και τις συγκλήτους «να αναλάβουν τις ευθύνες τους».

Εξίσου χαρακτηριστικός υπήρξε επίσης ο χωρισμός των εξεγερμένων σε δύο διακριτά υποσύνολα, με πλέον ορατή διαφορά την επιλογή μορφών πάλης.

Από τη μια η ΚΝΕ, με αρχικό εταίρο την ΠΑΣΠ (που μόλις είχε διακηρύξει την «αυτονομία» της από την κυβέρνηση), παρέμεινε όπως πάντα αντίθετη στις καταλήψεις των σχολών, δίνοντας βάρος σε μαχητικές εξωπανεπιστημιακές εκδηλώσεις. Το «μπλοκ των καταλήψεων», που συγκρότησαν οι Συσπειρώσεις, ο Δημοκρατικός Αγώνας και η ΣΣΑΚ, από την άλλη, ηγεμόνευσε κυρίως στις σχολές που βρίσκονταν στη δίνη του κυκλώνα, όπως το Χημικό ή το ΕΜΠ.

Σε μια πρώτη φάση, οι εξελίξεις έδειχναν προς την αναβίωση ενός ενδοφοιτητικού εμφυλίου α λα 1979. Ο Χαρίλαος Φλωράκης συναντήθηκε στο Καστρί με τον Αντρέα την ίδια μέρα που ξεκινούσε η κατάληψη του Χημικού (26/10), η ΚΝΕ ψήφισε μαζί με την ΠΑΣΠ ένα χλιαρό πλαίσιο στην ΕΦΕΕ, ενώ καταλαμβανόταν το Πολυτεχνείο (2/11) και το σύνθημα «πουλημένη ΕΦΕΕ» ξανακούστηκε στα αμφιθέατρα. Στην πρώτη δε παμφοιτητική πορεία (5/11) αλυσίδες της ΚΝΕ επιχείρησαν να απομονώσουν τους καταληψίες, για να δεχτούν κατάμουτρα την ιαχή «Κνίτες – Χίτες – Ταγματασφαλίτες!».

Με τη δυναμική των γεγονότων να πυκνώνει τις γραμμές του «μπλοκ των καταλήψεων» (που στις 10/11 ξεπέρασε για πρώτη φορά σε όγκο εκείνο της ΕΦΕΕ) και τη σύγκρουση της 13ης Νοεμβρίου με τα ΜΑΤ να εξιλεώνει την ΚΝΕ στα μάτια των «αριστεριστών», η υπέρβαση των παραδοσιακών διαχωριστικών γραμμών έγινε ωστόσο πραγματικότητα.

Υστερα από μαραθώνιες ζυμώσεις, μια νέα αριστερή πλειοψηφία θα αναδυθεί στο Κ.Σ. της ΕΦΕΕ (ΚΝΕ – Δημοκρατικός Αγώνας – Συσπειρώσεις), ψηφίζοντας τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου το πρώτο αντικυβερνητικό πλαίσιο εορτασμού του Πολυτεχνείου μετά το 1981.

Δύο μέρες μετά, σε φοιτητικό συλλαλητήριο κατά της καταστολής, ο Κνίτες θα φωνάξουν για πρώτη φορά συνθήματα που μέχρι τότε ανήκαν στο αποκλειστικό ρεπερτόριο του «αριστερισμού» και του «αριστερού οπορτουνισμού»: «ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, ίδια η λιτότητα και η τρομοκρατία», «ΜΑΤ και ΜΕΑ δολοφονούν, εδώ και τώρα να διαλυθούν»…

Η τελική έκβαση του κινήματος είναι δύσκολο να αποτιμηθεί με ακρίβεια. Ουκ ολίγες κινητοποιήσεις έληξαν νικηφόρα: ο εσωτερικός κανονισμός του ΕΜΠ αποσύρθηκε, η αναβίωση των πειθαρχικών μπλοκαρίστηκε, απόπειρες σκλήρυνσης του εξεταστικού αποκρούστηκαν, κονδύλια ζωτικά για τη λειτουργία των σχολών αποσπάστηκαν. Σε γενικές γραμμές επρόκειτο, πάντως, για νίκη στα σημεία: οι ρυθμοί της συντηρητικής αναδιάρθρωσης των ΑΕΙ επιβραδύνθηκαν, δίχως να ανακοπούν ολοκληρωτικά.

Η ΔΑΠ σε νέο ρόλο

Αυτά όσον αφορά τις παρατάξεις της Αριστεράς. Από τον Απρίλιο του 1987, πρώτη δύναμη στις φοιτητικές εκλογές (με 31,4% έναντι 30,4% της Πανσπουδαστικής) ήταν όμως η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ. Η νεοδημοκρατική παράταξη ακολουθούσε από το 1982 μια πολιτική φθοράς της κυβέρνησης Παπανδρέου, πριμοδοτώντας έμμεσα κάθε λογής κινητοποιήσεις.

Το φθινόπωρο της οργής θα αποτελέσει ωστόσο τομή και για τη δική της στρατηγική, ωθώντας τη να υιοθετήσει ένα προφίλ οιονεί κυβερνητικής παράταξης, εχθρικής απέναντι σε κάθε διατάραξη της τάξης στα ΑΕΙ –απόρροια, σε μεγάλο βαθμό, του κοινωνικού της ρόλου ως κατεξοχήν εκφραστή της μερίδας εκείνης των φοιτητών που επιζητούσε μια πανεπιστημιακή «κανονικότητα» βορειοευρωπαϊκού ή υπερατλαντικού τύπου. Από κάποιο σημείο και μετά, στις γενικές συνελεύσεις θα συμπράξει έτσι ακόμη και με την ΚΝΕ, όταν αυτή είναι αντίθετη στις καταλήψεις.

Οσο για τις αντιπολιτευτικές διαθέσεις του στελεχικού της δυναμικού, αυτές θα διοχετευτούν στην παρενόχληση των (πασοκικών) πρυτανειών, που καταλαμβάνονται από ομάδες της ΟΝΝΕΔ δίχως αποφάσεις γενικών συνελεύσεων, και σε μια κεντρική (και πλήρως αποτυχημένη) κεντρική πολιτική συγκέντρωση στο Σύνταγμα (30/11). Οι υπέρμαχοι μιας πιο δυναμικής στάσης, που δοκίμασαν μετά τη συγκέντρωση του Συντάγματος να καταλάβουν ξανά την πρυτανεία, διαγράφηκαν αυτοστιγμεί.

Από το «Βήμα» στο «Κλικ»

Μια τελευταία καινοτομία του 1987 ήταν η αθέλητη συμβολή των ΜΜΕ στην πυροδότηση των κινητοποιήσεων.

Οι πρώτες φοιτητικές διαδηλώσεις συνέπεσαν χρονικά με μια πρωτόγνωρη (για τα τότε δεδομένα) καμπάνια του «Βήματος» κατά του «υπερδημοκρατισμού» και της «χαλάρωσης» των ΑΕΙ. Πρωταγωνιστές της, με συνεντεύξεις και δηλώσεις τους, υπήρξαν δύο από τα πιο εύγλωττα κυβερνητικά στελέχη: ο αναπληρωτής ΥΠΕΞ Θόδωρος Πάγκαλος και ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός Αντώνης Τρίτσης. Τις καταγγελίες τους για τα τεκταινόμενα στα ΑΕΙ ακολούθησε μπαράζ ομοειδών δημοσιευμάτων από δημοσιογράφους και πανεπιστημιακούς εχθρικούς προς το φοιτητικό κίνημα, με προεξάρχοντα τον καθηγητή του ΕΜΠ, Θεοδόση Τάσιο.

Οι θιγόμενοι απάντησαν με το ίδιο νόμισμα: με πρωτοβουλία τριών συντονιστικών επιτροπών και σύνθημα «Βήμα-Βήμα τον φασισμό πουλάνε οι φυλλάδες σας για σοσιαλισμό», δεκάδες φοιτητές του Πολυτεχνείου συγκεντρώθηκαν στις 4/12 έξω από τα γραφεία του ΔΟΛ, έκαψαν συμβολικά μερικά φύλλα του «Βήματος» και απήγγειλαν αποσπάσματα μιας παλιάς ομιλίας του Τάσιου σε τεκτονική στοά του Πειραιά, με την ξεκαρδιστική συνοδεία ομαδικών μασονικών επιφωνημάτων: «Ουζέ! Ουζέ! Ουζέ!»

Στην υπεράσπιση του κινήματος επιδόθηκαν φυσικά και τα έντυπα της Αριστεράς. Οχι τόσο τα κομματικά, όσο εκείνα που συνδέονταν με πανεπιστημιακούς κύκλους με ρίζες στον παλιότερο φοιτητικό ριζοσπαστισμό. Στις σελίδες τους συναντάμε μάλιστα ουκ ολίγες τοποθετήσεις που ξαφνιάζουν, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τη μετέπειτα πορεία των συντακτών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα άρθρο της Βάσως Κιντή στον «Πολίτη», όπου η μετέπειτα ένθερμη προασπίστρια των «ανοιχτών ΑΕΙ» ξεσπαθώνει χωρίς περιστροφές υπέρ των ξεσηκωμένων φοιτητών και κατά των επικριτών τους σε κόμματα και ΜΜΕ· υπερασπιζόμενη ακόμη και τον προπηλακισμό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των υπουργών που θέλησαν να καταθέσουν στεφάνι στο Πολυτεχνείο, αψηφώντας σχετική απαγόρευση της ΕΦΕΕ.

Διεισδυτικότερη από τις λόγιες επιθέσεις του «Βήματος» αποδείχθηκε ωστόσο μακροπρόθεσμα μια άλλη μορφή απαξιωτικής προπαγάνδας, που έκανε τα πρώτα της βήματα την ίδια ακριβώς εποχή. Ο λόγος για το αφ’ υψηλού σνομπάρισμα του κινήματος στο όνομα του λάιφσταϊλ και μιας αντιπολιτικής νεωτερικότητας ταυτισμένης με τον καταναλωτισμό, ως πράξη και -κυρίως- ως όραμα.

Μπορεί ο λόγος της να ήταν κομματάκι ασυνάρτητος, διέθετε ωστόσο το προσόν να μεταμορφώνει τον πιο παλιομοδίτικο κομφορμισμό σε τεκμήριο νεανικότητας: οι καταληψίες του ΕΜΠ, καταγγέλλει ο Πέτρος Κωστόπουλος («Κλικ», 1/1988, σ. 3), «βγάζουν στον αέρα ραδιοφωνικά προγράμματα που μυρίζουν μούχλα. Θλιβερή μουσική και αναχρονιστικές ανακοινώσεις από κάποιους που ισχυρίζονται ότι θα φέρουν το 2000. Η ΕΟΚ των μονοπωλίων φταίει και έχουν μετατραπεί σε κυνηγούς κεφαλών καθηγητών. Ο Θεός να βάλει το χέρι του, γιατί ο Τρίτσης ασχολείται με την κιθάρα. Και όταν λέω Θεός, εννοώ Γκάλης, γιατί όπως καταλήξαμε είναι ο μόνος διανοούμενος αυτού του τόπου που γράφει σε έντυπα του εξωτερικού περί εθνικής ομοψυχίας και δημιουργίας. […] Η ζωή, κύριοι, είναι και μικρή και θλιβερή για τους ανάξιούς της».


► Αριστερές Συσπειρώσεις Φοιτητών, Δελτίο συζήτησης και προβληματισμού [Αθήνα 1988]. Κατάθεση της εμπειρίας των επιμέρους σχημάτων από το θερμό φθινόπωρο του 1987. Εξαιρετικά πλούσια ως καταγραφή γεγονότων κι επιπλέον ενδεικτική της διαφορετικής στρατηγικής συμμαχιών των ποικίλων συνιστωσών του χώρου.

 «Το μονοπάτι της σπουδαστικής αναταραχής» (περ. Μήπως, τχ.6, 11/1987-1/1988). Παρεμφερές αφιέρωμα του φοιτητικού περιοδικού της ομάδας Α/Συνέχεια. Εκτός από τα αναλυτικά χρονολόγια ανά πόλη, ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν εδώ οι συνεντεύξεις των φοιτητικών παρατάξεων (της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ συμπεριλαμβανομένης), συντονιστικών επιτροπών και μεμονωμένων συνδικαλιστών –με γνωστότερο στις μέρες μας τον Γιώργο Χουλιαράκη, ενεργό τότε μέλος της Αριστερής Συσπείρωσης Φοιτητών στο Οικονομικό της Νομικής Αθηνών.

► Οργάνωση Σπουδάζουσας της ΚΝΕ, Το φοιτητικό κίνημα στην Αθήνα [Αθήνα 1988]. Συνοπτική μπροσούρα με τις θέσεις της οργάνωσης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν την επαύριο του θερμού φθινοπώρου. Ευδιάκριτος ένας μαχητικά απολογητικός τόνος απέναντι στην υπόγεια κριτική της κομματικής ηγεσίας.

► Βάσω Κιντή, «“Ακαμάτηδες και τεμπέληδες”. Ενα φοιτητικό κίνημα που δεν είναι σαν τα άλλα τα ηρωικά» (περ. Ο Πολίτης, τχ. 85, 11/1987, σ.16-18). Ενθερμη συνηγορία υπέρ των εξεγερμένων φοιτητών, από μια πανεπιστημιακό που διακρίθηκε πρόσφατα για την αντίθεσή της στην κινηματική «ανομία». Χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η ανεργία δεν είναι αποτέλεσμα της “τεμπελιάς” των φοιτητών ή των δασκάλων. Είναι αποτέλεσμα του ελληνικού καπιταλισμού και της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό εκφράζει το αίτημα των φοιτητών για ίσα εργασιακά δικαιώματα για όλους τους πτυχιούχους, με μόνο κριτήριο την κατοχή του πτυχίου. Την εναντίωσή τους στην απάτη ότι με εξειδικευμένο πτυχίο ή με “Master’s” και “Ντοκτορά” οι πόρτες της αγοράς θα σε περιμένουν ορθάνοιχτες».

► Γιώργος Μαργαρίτης, «Πανεπιστήμια: μετά από τη σίτιση και τη στέγαση;» (περ. Ο Πολίτης, τχ. 86, 12/1987, σ.19-21). Αιχμηρή κριτική της στοχοθεσίας και των συνθημάτων της φοιτητικής εξέγερσης. Μεταξύ άλλων στηλιτεύεται η «εμμονή στην καταδίκη της Παιδείας δύο ταχυτήτων, που ξεκινά από το πρόγραμμα “Έρασμος” και εξειδικεύεται στη στείρα αστυνόμευση συμφοιτητών και διδασκόντων σχετικά με τη συμμετοχή τους σε κάποιο ύποπτο ερευνητικό πρόγραμμα».